To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ο Γιώργος Νταλάρας από το Α έως το Ω
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Ο Γιώργος Νταλάρας από το Α έως το Ω
Τελευταία Ενημέρωση: 21 Ιανουαρίου 2019, 11:04 πμ
Με αφορμή το βιβλίο του Θανάση Λάλα «Γιώργος Νταλάρας: …και το καλοκαίρι κρυώνω!» από τις εκδόσεις Αρμός, ο καταξιωμένος καλλιτέχνης αυτοσυστήνεται μέσα από το γνώριμο παιχνίδι μονολεκτικών ερεθισμάτων-ερωτήσεων και αυθόρμητων συνειρμικών απαντήσεων.
 
«Μισός αιώνας ελληνικό τραγούδι, 121 Αυτοβιογραφικά Διηγήματα Διαλόγου, 112 Μοναδικές Φωτογραφικές Αφηγήσεις, 18 Προσωπικές Λίστες», γράφει ο υπότιτλος του βιβλίου του Θανάση Λάλα «Γιώργος Νταλάρας: …και το καλοκαίρι κρυώνω!» από τις εκδόσεις Αρμός. Μέσα σε 416 σελίδες, ο λαοφιλής καλλιτέχνης αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μικρές οικογενειακές ιστορίες και μεγάλες καλλιτεχνικές συναντήσεις. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Μάνος Λοΐζος, Σταύρος Ξαρχάκος, Απόστολος Καλδάρας, Άκης Πάνου, Χρήστος Νικολόπουλος, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και Στέλιος Καζαντζίδης, το χάδι του Τσιτσάνη, η επιβράβευση του Μάρκου, το πάνθεον των Ελλήνων δημιουργών μέσα από τις γλαφυρές αφηγήσεις του Γιώργου Νταλάρα. Τον ρωτάω πώς προέκυψε αυτή η αυτοβιογραφία: «Δεν αυτοβιογραφούμαι», μου απαντά. «Χρωστάω το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας στην επιμονή του Θανάση Λάλα, στη φιλία μας, στις αρκετές συνεντεύξεις και στις πολλές κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας».

Α: «Απολογισμό δεν θα κάνω ακόμα. Όσο αντέχω, θα συνεχίσω να είμαι μουσικός και πολίτης. Όσο ζω μάλλον. Η μουσική θα φύγει από μένα όταν σταματήσει η καρδιά μου. Όσο για την αυτοκριτική, είναι συνεχής. Χάρη σε αυτήν προσπαθώ να βελτιώνομαι».  

Β: «Δεν έχω βαλίτσα με πολύτιμα και αναντικατάστατα είδη. Φτιάχνω τη βαλίτσα μου ένα τέταρτο πριν το ταξίδι. Η πολύτιμη “βαλίτσα” μου είναι στο μυαλό μου και την κουβαλάω πάντα με φροντίδα και περίσκεψη».  

«Το βάρος μου είναι σταθερό εδώ και πολλά χρόνια. Αντίθετα το βάρος αυτών που συμβαίνουν στον τόπο μας βαραίνει πολύ, γίνεται βραχνάς! Υπάρχει όμως και καλός βραχνάς που είναι η επιμονή να μάθουμε, να προλάβουμε να μάθουμε όσο γίνεται περισσότερα για τη ζωή, για την τέχνη. Εμένα, ας πούμε, μου είναι βραχνάς η τεράστια θάλασσα της μουσικής».  

Γ: «Στην Κοκκινιά του Πειραιά γεννήθηκα, στο κρατικό νοσοκομείο, στην οδό Αμερικανίδων Κυριών. Μου έλεγε η μητέρα μου ότι ήμουν ήσυχο μωρό. Το χαρακτηριστικό είναι ότι έχω σκόρπιες μνήμες από πολύ μικρός, από τριών χρόνων. Η μητέρα μου εντυπωσιαζόταν από αυτό».  
 
Φωτο: Γιάννης Βελισσαρίδης

Δ: «Οι καλοί μου Δάσκαλοι ήταν για μένα δώρο. Μου έδιωχναν τους δαίμονες. Η γνώση, έτσι κι αλλιώς, διώχνει τους δαίμονες. Τελείωσα το Δημοτικό και πήγα σε τεχνική σχολή. Δεν είχα μακρά εκπαίδευση. Είχα, όμως, καλούς δασκάλους και έξω από το σχολείο. Ανθρώπους που θαύμασα και είχα πρότυπο. Όπως ο Μίκης Θεοδωράκης ή ο Σταύρος Κουγιουμτζής. Ήταν για μένα μεγάλοι δάσκαλοι. Με δυνάμωσαν, πολέμησαν τους φόβους μου, με προίκισαν με τη μουσική τους και το πνεύμα τους. Μου άνοιξαν δρόμους. Με έκαναν να δακρύσω με τα τραγούδια τους, με το έργο τους. Και βεβαίως να χαρώ».

Ε: «Η επιτυχία είναι για μένα έννοια σχετική και υποκειμενική. Για παράδειγμα, η ενασχόλησή μου με την Κύπρο έγινε σκοπός της ζωής μου. Τα τραγούδια που τραγούδησα σε ποίηση Κυπρίων ποιητών τα θεωρώ επίτευγμα, επιτυχία. Η δισκογραφία και τα ραδιόφωνα είχαν άλλη γνώμη. Συνεπώς, για μένα επιτυχία είναι να πραγματοποιώ τις προσδοκίες μου. Να ζωντανεύω τα οράματά μου».  

«Σε αντίθεση με την επιτυχία, ο έρωτας δεν είναι σχετικός. Είναι συναίσθημα απόλυτο και ζωογόνο. Σου δίνει θάρρος να βλέπεις τη ζωή αλλιώς. Τυχεροί αυτοί που ερωτεύτηκαν πραγματικά στη ζωή. Οι ενοχές δεν έχουν θέση στον έρωτα, ούτε στην αλήθεια. Τα λάθη ναι. Είναι αντιμετωπίσιμα. Ειδικά όταν περνάς τη ζωή σου από την κρισάρα της αυτοκριτικής».

«Ο επαγγελματισμός είναι και αυτή σχετική έννοια. Για μένα ο καλύτερος επαγγελματίας είναι ο ερασιτέχνης, αλλά με την απόλυτη έννοια της λέξης».   

 «Η εξουσία δεν με αφορά. Δεν ξέρω να την ασκώ και δεν θέλω να μάθω. Αυτό που ίσως κάποιος θεωρεί ότι μπορεί να έχω ως προνόμιο, ακόμα και αυτό που σας μιλάω τώρα, αντλείται από την αγάπη του κόσμου και μόνον από αυτή». 

Ζ: «Ζορίζομαι συνέχεια όταν προσπαθώ να παίξω στην κιθάρα κομμάτια από μουσικούς που ζηλεύω. Αυτό, όμως, μου δίνει ζωή και χρόνια, ενώ παράλληλα παίρνει τη σκέψη μου μακριά από τον καθημερινό ζόφο».

Η: «Χωρίς ήττες, οι νίκες είναι σικέ. Στο φως της ημέρας, κάτω από τον ήλιο, οι καθαροί αγώνες για την τέχνη, τη ζωή, τον συνάνθρωπό μας αξίζουν μια ανταμοιβή, ένα μπράβο, βρε αδελφέ, ακόμα και στις ήττες. Ήμουν και είμαι οπαδός της συνεχούς προσπάθειας».

Με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου.
 

Θ: «Θαυμάζω τους καλούς μουσικούς, τους καλούς συνθέτες, στιχουργούς, τραγουδιστές, καλλιτέχνες. Θαυμάζω τους γενναιόδωρους, απλούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας που τους διαπερνά η σοφία της απλότητας, της καλοσύνης, της αλληλεγγύης. “Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος, να ‘ναι ήρεμος, να ‘ναι άκακος”, λέει ο ποιητής, “λίγο κρασί, λίγο ψωμί, Χριστούγεννα κι Ανάσταση”. Γι’ αυτό θυμώνω με τους άφρονες, τους πλεονέκτες, τους βουλιμικούς της εξουσίας, της δόξας, των χρημάτων.

 «Θέλω μια ζωή με ίσες ευκαιρίες για τους νέους μας, τα παιδιά και τα εγγόνια μας. 400.000 Ελληνόπουλα, με εξειδικευμένες γνώσεις, έφυγαν από την Ελλάδα για να βρουν καλύτερο μέλλον. Όπου και αν πήγαν, τους καλοδέχτηκαν. Το πιθανότερο είναι να μη γυρίσουν πίσω».

Ι: «Ισορροπώ -προσπαθώ δηλαδή- ανάμεσα στην καθημερινότητα και στο όνειρο. Αισθάνομαι ευγνώμων και τυχερός που μπόρεσα και έκανα το μεράκι μου επάγγελμα. Δεν ξεχνάω ποτέ ότι το χρωστάω στην εμπιστοσύνη που μου έδειξε ο κόσμος από πολύ νωρίς. Και αυτό το χρωστάω στα τραγούδια και στους δημιουργούς τους». 

 «Η Ιθάκη μου είναι η μουσική, η θάλασσα και το νησί, το κάθε νησί. Η μουσική είναι ίαμα. Όπως και η οικογένεια και οι φίλοι. Μεγάλο πράγμα. Συγχωρούν τις ιδιορρυθμίες σου, ειδικά όταν είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι του χαρακτήρα σου. Εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτές».

Κ: « “Και το καλοκαίρι κρυώνω”. Ο τίτλος του βιβλίου, ε; Αυτό που δεν άντεχα παιδί, πιο πολύ από κάθε άλλη ανέχεια, ήταν το κρύο. Το φυσικό κρύο. Κρύωνα συνέχεια μικρός. Μου έμεινε κουσούρι. Ακόμα και το καλοκαίρι κρυώνω».

Λ: «Είναι η μόνη περίπτωση που ίσως φανώ εγωιστής. Αγαπάω τα λάθη μου, με την έννοια ότι μου είναι χρήσιμα, γιατί έχω μάθει από αυτά. Δεν αντέχω τα μεγάλα λάθη που έχουν φέρει αδικίες σε ανθρώπους και λαούς ολόκληρους. Τα εσκεμμένα λάθη των δυνατών. Όπως στην περίπτωση της Κύπρου».

 «Λατρεύω και πιστεύω στη δικαιοσύνη. Κάνω ό,τι μπορώ προς αυτήν την κατεύθυνση. Εκμεταλλεύομαι τη μικρή δύναμη που μου έχει δώσει το τραγούδι για να πολεμήσω προς αυτήν την κατεύθυνση καλλιτεχνικά, κοινωνικά και πολιτικά. Μέσα από τη δουλειά μου παλεύω και θα το κάνω όσο ζω. Δεν θέλω να λιμνάζω αναπαυόμενος στο μαξιλαράκι της προσωπικής επιτυχίας».

Μ: «Σέβομαι τη μοίρα, αλλά δεν είμαι μοιρολάτρης. Πιστεύω πολύ στη δύναμη του ανθρώπου. Δεν μπορεί να αλλάξει το μοιραίο, μπορεί όμως να αλλάξει τη ζωή του. Η ματαιοδοξία είναι τόσο ύπουλη και καταστρεπτική, που μια μεγάλη πτώση που οφείλεται σε αυτήν, μπορεί από λάθος να την αποδώσεις στη μοίρα. Η ματαίωση είναι κι αυτή μια άσκηση θάρρους.  Μην την αποδώσετε στη μοίρα».  

«Δεν μου αρέσει να μουντζουρώνω. Η Άννα, οι μουσικοί, οι συνεργάτες μου με κοροϊδεύουν, γιατί είμαι συνέχεια με μια γόμα και μια ξύστρα. Σημειώνω, σβήνω και ξαναγράφω. Δεν μουντζουρώνω ποτέ. Θέλω ξεκάθαρες σχέσεις με τον εαυτό μου, τη ζωή μου, τους φίλους μου. Δεν παραπέμπω τίποτα στις καλένδες».

Ν: «Δεν φοβάμαι καθόλου τη νύχτα. Ούτε την επαναλαμβανόμενη, ούτε την αιώνια που θα ’ρθει. Τον έχω κερδίσει αυτόν τον φόβο. Νισάφι πια με τις δοξασίες. Ντρέπομαι που στο όνομα αυτού του φόβου, του θανάτου, της νύχτας, έχουν στήσει ολόκληρες δουλίτσες…».

Ξ: «Από μικρός ξαποστέλλω προτάσεις κέρδους σε βάρος της ποιότητας και της προσωπικής μου αναζήτησης στη μουσική και στο τραγούδι».  

 «Ξυπνάω πάντα ευγνώμων για τη ζωή και την καινούργια μέρα. Ξυπνάω με συγκίνηση κάθε φορά στην Κύπρο. Ξέρω τις μυρωδιές της, τη γλώσσα της, τους πόνους της και τις χαρές της».

Ο: «Όχι, βέβαια, δεν θα παραχαράξουμε την ιστορία».

«Ουδέποτε μετάνιωσα για την επιμονή μου στα πράγματα και στις ιδέες που πιστεύω, ακόμα και, αν αντικειμενικά, πήγαν πίσω τη δουλειά μου, κατά την τρέχουσα ιδεολογία».

Με τον Ζωρζ Μουστακί.

«Οργίζομαι με την αγνωμοσύνη, με τους politically correct που αναμασάνε τσιτάτα».

Π: «Η παιδική μου ηλικία ήταν δύσκολη, πολύ σκληρή, αλλά γεμάτη αγάπη, αλληλεγγύη και ορμή για τη ζωή. Δεν έζησα την έννοια της πατρότητας ως παιδί, γιατί δεν είχα κοντά τον πατέρα μου. Ένιωσα αυτόν τον πόνο, αλλά δεν του κράτησα κακία. Στους γονείς μου οφείλω τη ζωή. Οφείλω αυτό που έγινα στην παρουσία της μητέρας μου και την απουσία του πατέρα μου. Αυτό με βοήθησε να νιώσω βαθιά την πατρότητα σε σχέση με το παιδί μου και τα εγγόνια μου».

Ρ: «Χωρίς ρήξη, χωρίς ρίσκο, δεν πας μπροστά. Δεν είμαι καθόλου της άποψης “ή παπάς ή ζευγάς”. “Τραγούδα”, λένε μερικοί, “το κάνεις τέλεια. Δεν σου είναι αρκετό;”. Όχι, δεν μου είναι. Το να μην παρεμβαίνεις κοινωνικά και πολιτικά, για να μη χαλάσεις τα γούστα των ακροατών σου, είναι ραγιαδισμός».

 «Αγωνίστηκα μόνος μου στη ζωή μου, ο κόπος και οι ρυτίδες μου είναι τα παράσημά μου».  

 «Από τις μικρασιάτικες ρίζες μου αντλώ την αγάπη μου για τα σμυρναίικα και τα ρεμπέτικα τραγούδια, που είναι ένα μεγάλο κομμάτι της μουσικής μου ζωής».

Σ: «Συμβιβασμούς φυσικά και έχω κάνει. Δεν έχω προδώσει, όμως, τις ιδέες μου. Δεν σιωπώ συνήθως και αναλαμβάνω τις συνέπειες των πράξεών μου».  

 «Δεν φοβάμαι το σκοτάδι. Φοβάμαι μόνο τον σκοταδισμό και τον συντηρητισμό που επανέρχεται επικίνδυνα στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη».  

 «Ίσως πρέπει να επανεκκινήσουμε από το σημείο μηδέν για να βοηθήσουμε τη νέα γενιά. Ας τους δώσουμε την πείρα μας και τα ηνία».

Τ: «Οι τοίχοι έχουν τις ιστορίες τους. Τη μεγαλύτερή μου αμοιβή την πήρα από έναν τοίχο της Λευκωσίας. “Νταλάρα, είσαι άνθρωπος”, έγραφε.  

Με τον αγαπημένο του φίλο και μουσικό Κώστα Γανωσέλη.

 «Την καλή σου τύχη πρέπει να την φροντίσεις, να της συμπαρασταθείς. Μόνη της δεν μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα. Αν βασιστείς μόνο στην τύχη, κάνεις μια τρύπα στο νερό». 

 «Το τραύμα στη ζωή, δεν είναι άλλοθι για απάθεια. Η επούλωση θέλει προσπάθεια, αλλά σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις. Όταν μπορείς να πας παρακάτω, να προσπαθήσεις κι άλλο, μη βάζεις τελεία».

Υ: «Η υπομονή μαζί με την επιμονή είναι μεγάλα προσόντα στη ζωή, στο ταλέντο, στη γνώση. Η σωματική και ψυχική υγεία συμπορεύονται με την υπομονή και την προσπάθεια. Η υποκρισία δεν βλάπτει μόνο τους γύρω σου, βλάπτει σοβαρά την υγεία». 

Φ: «Οι φίλοι είναι αναντικατάστατοι. Μεγάλος πλούτος, μεγάλο δώρο της ζωής. Η φιλία κερδίζεται καθημερινά. Αντίθετα, η φήμη βλάπτει την πραγματική φιλία. Το ξέρω, είναι αναπόδραστο κομμάτι της επωνυμίας, αλλά το έχω ξαναπεί “ό,τι χειρότερο συνέβη στη ζωή μου είναι η φήμη”.   

 «Προσπάθησα από παιδί να ξεπεράσω τους φόβους μου. Νομίζω τα κατάφερα αρκετά καλά. Οι ανεξήγητοι ή εμμονικοί φόβοι και φοβίες είναι τις περισσότερες φορές φαιδρότητες και αναστέλλουν την πρόοδο, την εξέλιξη».

Χ: «Ήμουν τυχερός. Από τη δουλειά μου και από την εμπιστοσύνη του κόσμου είχα χρήματα για να ζήσω αξιοπρεπώς, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς να καταναλώνω τον χρόνο μου άσκοπα ή μόνο για λόγους επιβίωσης. Ήμουν ακόμα τυχερός, γιατί αυτό που λέτε χόμπι είναι για μένα πρωτίστως η μουσική, η ζωή μου».  

Ψ: «Ψειρίζω τα πάντα και δεν ψεύδομαι. Το πλήρωσα, αλλά νιώθω μεγάλη ανακούφιση».

Ω: «Είμαστε ωραίοι οι Έλληνες όταν βάλουμε στόχους και όταν είμαστε ενωμένοι!».

«Λοιπόν, τελειώσαμε; Ώστε με ψυχαναλύσατε τελείως. Και σε άλλα με υγεία».

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Λάλα, «Γιώργος Νταλάρας: …και το καλοκαίρι κρυώνω!»

Φωτο: Γιάννης Μαργετουσάκης

«Για τον Άκη Πάνου ήμουν ο μικρός, πάντα»
«Με τον Άκη Πάνου, αυτό τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη, είχα μια θυελλώδη σχέση. […] Παρότι μ’ αγαπούσε, με τζαρτζάριζε συνέχεια. Γιωργάκη αυτό, Γιωργάκη το άλλο. […] Όταν συνεργαστήκαμε, εγώ δεν πολυχαμπάριαζα, γιατί τον ήξερα τον Άκη από μικρός και νόμιζε ότι ίσως δεν του έδινα τη δέουσα προσοχή που του έδιναν όσοι του ζητούσαν τραγούδια ή οι φίλοι του. Θεώρησε λοιπόν ότι δεν ήμουν αρκετά “σεβαστικός”, όπως συνήθιζαν να λένε οι παλιοί, είχα και άποψη και για τις ενορχηστρώσεις και για όλα. Και αυτό δεν του πολυάρεσε και εξέφρασε τα παράπονά του. Τον αγαπούσα όμως αληθινά και το ήξερε. Στο νοσοκομείο, λίγο πριν φύγει, έδωσε στη Μίνα, την αδελφή του, μια σειρά από καταπληκτικούς στίχους και της είπε, απ’ ό,τι μου είπε η ίδια: “Αυτά να τα πας στον μικρό, ξέρει εκείνος τι να τα κάνει”. Έτσι μ’ έλεγε, ο “μικρός”».

«Tο χάδι του Τσιτσάνη το κουβαλάω σ’ όλη μου τη ζωή»
«Έχω να διηγηθώ πολλά για τον Τσιτσάνη. […] Μου έδειχνε συμπάθεια και ήταν πάντα πολύ καλός μαζί μου. Όμως ο Τσιτσάνης δεν ήταν καθόλου όπως φαντάζεστε τους ρεμπέτες, χύμα στο κύμα. Στη ζωή του ήταν ένας πολύ σοβαρός και σχολαστικός άνθρωπος. […] Τον Τσιτσάνη τον πρωτογνώρισα πολύ μικρό παιδί και τον άκουγα σχεδόν όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, στις κουβέντες των μουσικών. Όλους τούς έλεγαν με τα μικρά τους ονόματα, αλλά ο Τσιτσάνης ήταν πάντα ο Τσιτσάνης. […] Μου φάνηκε τεράστιος μόλις τον πλησίασα. “Έλα εδώ, μικρέ”, μου είπε και με χάιδεψε. “Να προσέχεις τη μάνα σου”. Αυτό το χάδι το κουβαλάω σ’ όλη μου τη ζωή».

Γιώργος, Άννα, Γεωργιάνα. Φωτο: Ντίνος Διαμαντόπουλος.

«Ο Θεοδωράκης λειτούργησε σαν δάσκαλός μου»

«Θεώρησα δάσκαλό μου τον Μίκη Θεοδωράκη. Λειτούργησε σαν δάσκαλός μας σε όλο το φάσμα αυτού που λέμε μουσικός πολιτισμός του τόπου. Δεν είναι τυχαίο που ο Θεοδωράκης αγαπά κι αυτός τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη. Ο άνθρωπος αυτός είχε το εργαλείο της γνώσης, είχε το εργαλείο της μουσικής και είχε και το εργαλείο του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αυτά προσπάθησα να κάνω και δικά μου εργαλεία! Τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο πολύ μεγάλο ρόλο έπαιξε αυτή η συνειδητοποίηση που δημιούργησε ο Θεοδωράκης με τη μουσική του, με τους στίχους του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου».

«Ο Καζαντζίδης ήταν το Άααααλφα μας κι ο Μπιθικώτσης το Ωωωωωωμέγα μας!»
«Τον Μπιθικώτση τον άκουγα σαν τον δικό μας άνθρωπο, τον λαϊκό τραγουδιστή που αγαπούσαμε όλοι. Ο Μπιθικώτσης, μάλιστα, μου ταίριαζε πιο πολύ. Λάτρευα όμως και τον Καζαντζίδη. Ο Καζαντζίδης τραγουδούσε και έκλαιγε. Έλεγε τραγούδια λυπημένα, λαϊκά… Μου άρεσε όμως αυτό το “Αχ!” που έβγαζε από μέσα μας ο Καζαντζίδης, με τράβαγε… Μετά έβγαινε ο άλλος, ο Μπιθικώτσης, και τραγούδαγε το “Διψάσαμε το μεσημέρι…” κι έλεγα: “Κάτι γίνεται εδώ! Κάτι καινούργιο!”. Έπαιρνα βαθιά εισπνοή μ’ εκείνα τα τραγούδια, ψήλωνα, ένιωθα άλλος, μεγαλύτερος, έτοιμος για πιο επικίνδυνες αποστολές! Έλεγε για “τ’ όνειρο που χάνεται”, αλλά το ’λεγε σαν να σου ’ριχνε χαστούκι. Έλεγα: “Κάτσε, εδώ υπάρχει και κάτι άλλο… Ένα άλλο παράπονο. Μια άλλη διαμαρτυρία”. Αυτό το πράγμα με τρέλαινε, μου φαινόταν απροσδόκητο, περίεργο. Κι έτσι λάτρεψα τον Μπιθικώτση. Ένιωθα ότι με όπλιζε, μου γέμιζε το γεμιστήρα μου, καταλαβαίνετε; Και από την άλλη, ο Καζαντζίδης ήταν αυτό το παραπονιάρικο… το κλάμα… όλο αυτό που επίσης με κάλυπτε, γιατί αυτή ήταν η ζωή μου και απέναντι ήταν η θάλασσα που απλώνεται μπροστά μας και μας καλεί να πέσουμε να κολυμπήσουμε στο άγνωστο. Τι να κάνουμε; Μήπως η Ελλάδα αυτό δεν είναι; Αυτά τα δύο μαζί, το ένα συμπληρώνει το άλλο. Το ένα μέρος είναι μαξιλάρι, μπαμπάκι… και το άλλο είναι τσιμέντο, ένα πράγμα περίεργο. Για μένα ο Καζαντζίδης ήταν το Άαααααλφα μας κι ο Μπιθικώτσης το Ωωωωωωμέγα μας!».
 
  Συνέντευξη: Ιωάννα Μπλάτσου   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.