To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Μάριος Ιωάννου Ηλία: Οι νότες της ζωής
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Μάριος Ιωάννου Ηλία: Οι νότες της ζωής
  04 Φεβρουαρίου 2019, 11:00 πμ  
Τι γυρεύει ένας Κύπριος μ΄ένα μικρόφωνο σ’ έναν αγώνα σούμο στο Κιότο; Ό,τι γύρευε και στο Βλαδιβοστόκ, βουτηγμένος μέχρι τον λαιμό στα παγωμένα νερά της Ιαπωνικής Θάλασσας: να αποστάξει τον ήχο της πόλης.
 
Ο Μάριος Ιωάννου Ηλία εργάζεται αυτή την εποχή πάνω στο νέο του φιλόδοξο πρότζεκτ, που είναι η αποτύπωση της μουσικής ταυτότητας της ιστορικής πόλης της Ιαπωνίας, που υπήρξε έδρα της αυτοκρατορικής αυλής για πάνω από μία χιλιετία, μέχρι το 1868. Δημιουργεί ήχο- ήχο και νότα- νότα το δικό του μουσικό «πρωτόκολλο» του Κιότο. Μπορεί το έναυσμα για το έργο αυτό να ήταν η επιτυχία και η παγκόσμια αίσθηση που προκάλεσε η ολοκλήρωση, πρόσφατα, του έργου «Ο ήχος του Βλαδιβοστόκ», όμως για τη φιλοσοφία της δουλειάς του ίδιου του πρωτοπόρου και πολυβραβευμένου μουσικοσυνθέτη από την Πάφο κάθε νέα πρόκληση αποτελεί μοναδική ευκαιρία για εξέλιξη και υπέρβαση των ορίων. Είναι αυτή η νοοτροπία, άλλωστε, που συνέβαλε ώστε να καθιερωθεί ως φαινόμενο και «παιδί θαύμα» της σύγχρονης μουσικής, από τη Γερμανία μέχρι την Άπω Ανατολή.
 
- Πώς θα περιέγραφες αυτή την ιδέα; Είναι ένα κόνσεπτ. Είναι η απάντηση στο εξής ερώτημα: πώς αποτυπώνει κανείς την ταυτότητα μιας πόλης μέσω του ήχου και μέσω της αντίληψης ενός καλλιτέχνη; Στη διαδικασία αυτή αξιοποιείται η κουλτούρα, η ιστορία, η παράδοση, η νοοτροπία, η καθημερινότητα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης. Είναι διάφορες βαθμίδες που συντρέχουν.
 
- Και πώς αποτυπώνεται μουσικά αυτό; Με έναν συγκερασμό δύο παραμέτρων: της μουσικής και των καθημερινών ήχων. Η μουσική γράφεται από μένα για συγκεκριμένα σύνολα. Για παράδειγμα, στο Κιότο έχω γράψει κομμάτια για τους σαμουράι, τις γκέισες ή διασκευάζω γνωστά παραδοσιακά κομμάτια όπως το ευρέως γνωστό για την sakura, το άνθισμα των κερασιών. Αυτό που λέω είναι ότι επιλέγω τη μουσική για το Κιότο σαν να επιχειρώ να χωρέσω όλη την Ιαπωνία σ’ ένα καρυδότσουφλο. Παράλληλα, ηχογραφούνται οι καθημερινοί ήχοι που μπορεί να είναι οτιδήποτε χαρακτηριστικό. Από τη φύση, τη βιομηχανία, μια ιεροτελεστία κ.λπ.
 
- Και πώς γίνεται ο συγκερασμός; Ακολούθως, απομονώνω όλα τα επιμέρους στοιχεία και εξετάζω ποια από αυτά μπορούν να εναρμονιστούν μεταξύ τους και με τη μουσική. Εμένα, δεν μ’ ενδιαφέρει το ηχοτοπίο. Εστιάζω στα ετερογενή στοιχεία που μπορούν να ενταχθούν μέσα σε μια αρμονία κι αυτό οδηγεί εντέλει σ’ ένα συμπυκνωμένο αποτέλεσμα. Βάση όλων αυτών είναι η θεωρία μου πάνω στο «polymediality», την πολυμεσότητα.
- Αν ένας κάτοικος του Βλαδιβοστόκ ακούσει τυχαία τον ήχο της πόλης, θα νιώσει οικειότητα; Αν όχι αμέσως, σε όλη τη διάρκεια του κομματιού θα νιώσει ότι τον αφορά. Στο Βλαδιβοστόκ π.χ. υπάρχει ένα κανόνι στη ναυτική βάση που κάθε μέρα στις 12 το μεσημέρι εκπυρσοκροτεί τελετουργικά. Είναι σχεδόν απίθανο να υπάρχει κάτοικος της πόλης που να μη γνωρίζει αυτόν τον ήχο. Κατ’ αναλογία είναι σαν το χτύπημα του τσαρουχιού του εύζωνα όταν αλλάζει η φρουρά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Εννοείται, όμως, ότι το έργο περιλαμβάνει και λιγότερο γνωστές ηχητικές και άλλες πτυχές της καθημερινότητας.
 
- Πώς ακριβώς λειτουργεί αυτή η «πολυμεσότητα»; Σε πρώτη διάσταση, τα συμβατικά μουσικά υλικά και τα άσχετα με τη μουσική στοιχεία αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της σύνθεσης. Σε δεύτερη διάσταση, η σύνθεση αλληλεπιδρά με άλλες μορφές τέχνης και μέσα. Προκύπτει ένας μουσικός συσχετισμός. Ο όρος προκύπτει από την ελληνική λέξη «πολύ». Κατά την πολυφωνία, την πολυρρυθμία, την πολυτονικότητα. Μ’ άλλα λόγια, όλα μαζί, συνολικά, βγάζουν νόημα. Αυτό συνδέεται με την αριστοτελική θεώρηση ότι το αποτέλεσμα καθαυτό ξεπερνά τα επιμέρους στοιχεία που το αποτελούν. Και μας ενδιαφέρει το ποιοτικό, όχι το ποσοτικό. Υπάρχει, παράλληλα, αυτό που ονομάζω «representative transmediality». Θα μπορούσαμε να το πούμε στα ελληνικά αντιπροσωπευτική διαμεσότητα. Το πώς δηλαδή προκύπτει η σχέση αυτών των παραμέτρων.
 
- Συμφωνείς ή όχι με την άποψη ότι η μουσική είναι μια τέχνη πρόσληψης ήχων κι όχι σύνθεσης; Δεν διαφωνώ γενικά, αλλά όσον αφορά στη δική μου αντίληψη η δουλειά του συνθέτη είναι καθοριστική. Δεν παίρνω φυσικούς ήχους για να τους αφήσω να επαναλειτουργήσουν ως έχουν. Εγώ μιλάω για μουσικοποίηση και μελωδική έκφραση των ήχων αυτών, της φύσης και της καθημερινότητας. Γι’ αυτό εστιάζω σε ήχους χαρακτηριστικούς αλλά και που να μπορούν να εκπλήσσουν. Δεν ξεχνώ ποτέ, βέβαια, ότι ο καθένας ακούει για διαφορετικούς λόγους κι έχει διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Κάθε ήχος ή κάθε νότα δημιουργούν σε κάθε άνθρωπο διαφορετικά συναισθήματα. - Προκύπτει και η πολιτική πτυχή στο αποτέλεσμα; Στη δική μου αντίληψη, με την αυστηρή έννοια του όρου «πολιτική», όχι. Έχει να κάνει περισσότερο με τον πολιτισμό, την ιστορία, αλλά και την ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση που δημιουργείται, ώστε αυτός που συμμετέχει ή αυτός που το παρακολουθεί να δει την πόλη του με διαφορετικό μάτι. Να την αφουγκραστεί κι όχι απλώς να την ακούσει. Ούτως ή άλλως, η μουσική είναι αφηρημένη και μάλλον ουδέτερη. Καθένας την ακούει διαφορετικά.
 
- Έχει σχέση αυτό με όσα σε ώθησαν να ακολουθήσεις τελικά τον δρόμο της μουσικής; Αρχικά, δεν είχα σκοπό να γίνω μουσικός. Στο σχολείο αυτό που με έλκυε ήταν πάντα το διάστημα, η αστρονομία, η τεχνολογία, το άγνωστο. Αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό στις συγκεκριμένες συνθήκες, μεγαλώνοντας στην Πάφο, ήταν άπιαστο όνειρο. Αργότερα, οδηγήθηκα σε κάτι πιο βατό και πήρα την απόφαση να γίνω χειριστής αεροσκαφών, να πάω στη Σχολή Ικάρων. Δυστυχώς, υπήρχε θέμα με την οπτική μου οξύτητα κι έπρεπε να εγκαταλείψω κι αυτό το όνειρο. Εν τέλει, έπεισα τον εαυτό μου ότι αυτό που τελικά κάνω είναι αυτό που ονειρευόμουν, αλλά με διαφορετικά εργαλεία.
 
- Πότε προέκυψε η προοπτική της μουσικής; Έπαιζα από μικρός κιθάρα, αλλά ουσιαστικά προέκυψε στο τελευταίο έτος του λυκείου. Είχε τύχει να πάω τα Χριστούγεννα διακοπές στην Αυστρία και βρέθηκα στο Σάλτσμπουργκ όπου η μουσική ιστορία της πόλης με τράνταξε. Εκεί αισθάνθηκα ότι αξίζει ζει κανείς για ένα όνειρο. Παρότι δεν γνώριζα γερμανικά και παρότι αργότερα το καλοκαίρι πέρασα μηχανικός στο Πολυτεχνείο, είχα ήδη αποφασίσει πού θα πάω και τι θα κάνω. Έτσι, αξιοποίησα τον χρόνο στον στρατό για να προετοιμαστώ κι όταν απολύθηκα πήγα στο Μοτσαρτέουμ όπου πήρα τρία πτυχία με διάκριση: στην κιθάρα, τη μουσική παιδαγωγία και θεωρία και τη μουσική σύνθεση.  
- Πότε ένιωσες ότι άνοιξαν οι ορίζοντές σου; Το πιο σημαντικό είναι να βρεις ένα μέτρο σύγκρισης. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Κύπρο: ότι δεν υπάρχει αυτό. Γι’ αυτό χαλιναγωγείται τόσο δύσκολα το εγώ μας. Κι αυτό δεν είναι παραγωγικό. Σημασία έχει να καταλήξεις σ’ ένα όραμα. Να βλέπεις μπροστά. Να επικεντρωθείς στον στόχο. Ακόμη κάτι που μας λείπει στην Κύπρο είναι η πειθαρχία. Ή καλύτερα η αυτοπειθαρχία. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται να έχεις τα ραντάρ ανοιχτά για την πρόσληψη των θετικών επιδράσεων, προσέχοντας όμως πάντα να μην παρεκκλίνεις από το όραμά σου.
 
- Ποιο ήταν το καθοριστικό σημείο στην πορεία σου; Ήταν το καλοκαίρι του 2003 όταν με κάλεσαν στο εργοστάσιο της Volkswagen στην καρδιά της Δρέσδης, το περίφημο Gläserne Manufaktur, δηλαδή το «Γυάλινο Εργοστάσιο». Μέσα από αυτό το διάφανο κτήριο είδα καθαρά τη δική μου κοσμοθεωρία να βρίσκει εφαρμογή.
 
- Πώς έγινε αυτό; Μου παρήγγειλαν να συνθέσω ένα απλό, κλασικό κομμάτι δωματίου για να παιχτεί στο φουαγιέ. Εγώ όμως όταν είδα το αρχιτεκτόνημα, ενθουσιάστηκα. Σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να μην αξιοποιήσουμε όλο τον χώρο και την ιδιομορφία του. Αρχικά, η ιδέα τούς φάνηκε μεγαλεπήβολη, ανέφικτη και ακριβή. Κλήθηκα να την εγκαταλείψω και να σκεφτώ κάτι εναλλακτικό. Τότε σκέφτηκα ότι η λύση βρισκόταν ΜΕΣΑ στο κτήριο. Ποια ήταν αυτή; Το αυτοκίνητο. Όλα ξεκίνησαν μ’ ένα Volkswagen Phaeton και με τη χρήση ήχων όπως η κόρνα, τα φώτα, κάποια κρουστά, κάποια μελωδικά κουδούνια (chimes) που τοποθετήθηκαν στο πορτ μπαγκάζ. Χρησιμοποιήθηκε το αυτοκίνητο ως μηχανισμός παραγωγής μουσικής. Ο βοηθός του μαέστρου βρισκόταν στη θέση του οδηγού, το αυτοκίνητο τοποθετήθηκε στο κέντρο και το ακροατήριο ήταν γύρω του. Η λειτουργικότητα συναντούσε την πολυμεσότητα.
 
- Αρχικά, δεν χρησιμοποίησες και τον κινητήρα; Όχι, γιατί δεν επιτρέπεται ν’ ανάβεις τη μηχανή σε κλειστό χώρο. Αργότερα, όταν έκανα την όπερα στη Στουτγάρδη και με το «Autosymphonic» στο Μανχάιμ, υπήρχαν εξαεριστήρες και σωλήνες στις εξατμίσεις για να απομακρύνουν τα καυσαέρια.

- Η δουλειά που ξεκίνησε με τον «Ήχο του Βλαδιβοστόκ» είναι η εξέλιξη αυτών των ιδεών; Θα έλεγες ότι συμπυκνώνει τη φιλοσοφία σου πάνω στη μουσική; Είναι ένα πρότζεκτ που σκοπεύω να συνεχίσω. Όντως, δίνει μια συνέχεια ανοίγοντας νέες προοπτικές. Στο πρότζεκτ του Βλαδιβοστόκ εντάχθηκε στην πολυμεσική διαδικασία ακόμη ένα μέσο: το φιλμ. Είναι καθοριστική εδώ η συμβολή του Κύπριου κινηματογραφιστή Κωστή Νικόλα. Χρησιμοποιείται η πόλη σαν σκηνή. Δεν ήταν όμως σκοπός να κάνουμε ταινία. Απλώς χρησιμοποιείται για να υλοποιήσει μια μουσική ιδέα. Συνδέει όλα τα στοιχεία μαζί για να δώσουν το νόημα.
 
- Δηλαδή; Η μπουρού ενός πλοίου, μια συνομιλία της λιμενικής αρχής στον ασύρματο, η ειδική κόρνα ομίχλης που προειδοποιεί τα πλοία όταν δεν φαίνεται ο φάρος λόγω περιορισμένης ορατότητας, οι καμπάνες από τον καθεδρικό, ο ρυθμός του τραμ, ο πολύ οικείος ήχος από την πτήση ενός μαχητικού Σουχόι, ο βρυχηθμός ενός σιβηρικού τίγρη –το σύμβολο της πόλης-, ο ήχος του νερού κάτω από τον πάγο, ο άνεμος. Επίσης, χορωδίες παιδικές και ενηλίκων. Έβαλα όλα αυτά τα ηχητικά στοιχεία σ’ ένα λογισμικό και βρήκα τις  συχνότητες, που με τη σειρά τους αναλογούν σε νότες. Τελικά, εναρμονίζω τους ήχους κι όλα ακούγονται ως ένα μουσικό κομμάτι. Όλα έχουν μουσική σκοπιμότητα. Δεν είναι ηχητικά τοπία, αλλά νότες.
 
- Δεν απαιτεί προετοιμασία όλη αυτή η εργασία; Φυσικά. Αρκετό καιρό πριν κάνουμε μια μεγάλη βόλτα στην πόλη. Υπάρχουν σύμβουλοι και ανιχνευτές ήχων, τους οποίους αξιολογούμε και στη συνέχεια προχωρούμε στην ηχογράφηση.
 
- Κρύβει εκπλήξεις; Άπειρες. Αρκεί μόνο να σου πω ότι την πρώτη κιόλας μέρα είχα μια εμπειρία ζωής. Ήταν η αρχή του χειμώνα, η θάλασσα είχε μόλις παγώσει και κοίταζα κάποιους χώρους κοντά στον φάρο. Κι όπως δεν γνώριζα πού να πατήσω ο πάγος υποχώρησε και βρέθηκα μέσα στη θάλασσα. Ευτυχώς ήταν ρηχά. Φορούσα και πολλά ρούχα κι από το βάρος δεν μπορούσα να βγω. Μέχρι να έρθουν να με βγάλουν έπαθα σοκ και υποθερμία και με πήγαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, όπου γι’ αυτούς ήταν μια καθημερινή ρουτίνα. Δεν πτοήθηκα από το πάθημα, αλλά μετά ήμουν πιο προσεκτικός.
 
- Σε πιο στάδιο βρίσκεται σήμερα το πρότζεκτ του Κιότο; Θα ολοκληρωθεί σ’ ένα χρόνο περίπου. Αξιολογούμε τους ήχους που συλλέξαμε και το φθινόπωρο θα ξαναπάμε για δεύτερο κύκλο γυρισμάτων και ηχογραφήσεων. Είναι πολύ μεγαλύτερο έργο. Και υπάρχει σαφής εξέλιξη. Μέχρι σήμερα συμμετέχουν πάνω από 560 μουσικοί και 35 φορείς κι έχουν γραφτεί πάνω από 15 μουσικά έργα. Συμφωνικές και παραδοσιακές ορχήστρες, η μοναδική στον κόσμο ορχήστρα Ματριομίν, ερμηνευτές συναντούν γκέισες, εργοστάσια παραγωγής αυτοκρατορικών κουρτίνων, παλαιστές σούμο, σαμουράι, τοξοβόλους κιούντο, τα αηδόνια στο Κάστρο Νίντζο ή το μουσικό δάσος μπαμπού Σαγκάνο.

 
- Εκλαμβάνεται ως πλεονέκτημα το γεγονός ότι το πρότζεκτ αυτό ανατίθεται σε κάποιον εντελώς ξένο; Έτσι το βλέπουν αυτοί. Υποστηρίζουν χαρακτηριστικά ότι θέλουν να δουν την πόλη τους γυμνή. Δεν θέλαμε να δείξουμε την ωραία πλευρά της πόλης, σαν τουριστικό φιλμάκι. Γι’ αυτό άλλωστε στο Βλαδιβιστόκ δεν το κάναμε το καλοκαίρι που είναι πιο όμορφη η πόλη, αλλά στη μεταβατική περίοδο από τον χειμώνα στην άνοιξη όπου είναι πιο ενδιαφέρον και αντιπροσωπευτικό. Στόχος ήταν κατά κάποιο τρόπο να βάλουμε την πόλη μπροστά στον καθρέφτη. Στο Κιότο διαλέξαμε το φθινόπωρο. Μια πόλη σαν το Κιότο έχει αμέτρητες προοπτικές. Το θέμα είναι πόσο βαθιά θα πας και πού θα εστιάσεις.
 
- Θα επέστρεφες σε μια συμφωνία για αυτοκίνητα; Κι εκεί υπάρχουν πολλές ακόμη προοπτικές και δυνατότητες που δεν έχουν αξιοποιηθεί. Και η εμπειρία είναι σημαντικό στοιχείο για να εξελίξεις μια ιδέα. Γενικότερα, όσο περισσότερο προχωρείς και εξελίσσεις κάτι τόσο συνειδητοποιείς ότι τα όριά του είναι ακόμη πιο μακριά. Προκύπτουν συνεχώς νέες μέθοδοι, άλλοι συνεργάτες, διαφορετική αλληλεπίδραση. Κι όλα αυτά αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον.
 
- Θα μπορούσες να καταγράψεις και τον «Ήχο της Κύπρου»; Αν απλώς το σκεφτώ, είναι κάτι αφηρημένο. Εννοείται ότι μπορεί να γίνει. Το σκεπτικό αυτό μπορεί να εφαρμοστεί παντού, σε οποιαδήποτε πόλη, χώρα ή περιβάλλον. Δεν περιορίζεται χωρικά. Υπάρχουν αμέτρητοι ήχοι, γνωστοί και άγνωστοι, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
 
- Δηλαδή, θα μπορούσες να συλλάβεις και τον ήχο του πλανήτη Γη; (Γέλια). Κάτι έχω υπόψη. Είναι σαν έργο ζωής.

  Συνέντευξη: Γιώργος Σαββινίδης      Τάνια Χόντοβα   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.