To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Πίτσα Γαλάζη: Γερνάω, αλλά έχω βρέφη όνειρα
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Πίτσα Γαλάζη: Γερνάω, αλλά έχω βρέφη όνειρα
  12 Μαρτίου 2019, 11:02 πμ  
55 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης της ποιητικής συλλογής μέχρι την τελευταία, τη «Φωνή», που βραβεύτηκε τον Δεκέμβριο με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, οι τιμικήες διακρίσεις συνόδευαν πάντα το έργο της Πίτσας Γαλάζη- ακόμη και από την Ακαδημία Αθηνών- δικαιολογώντας τον τίτλο της «σημαντικότερης εν ζωή Κύπριας ποιήτριας» που της αποδόθηκε πρόσφατα. 
 
… Επειδή η ποίηση
είναι παρουσία και απουσία,
ρίζα στο χώμα βαθιά και ψηλή κορφή.
Τ’ ουρανού ραφή
και πληγή που χαίνει κι ανανεώνεται,
θάλασσα που βουλιαγμένο το πρόσωπο κρατεί
και μυστικά το ταξιδεύει.
Για τούτο υπάρχω
γράφοντας ποιήματα,
σε μια εποχή
που Ιφιγένειες πλήθος ανώνυμες θυσιάζονται,
που με καρφιά γύφτικα σταυρώνονται οι λέξεις
κι οι πρωτομάστορες χτίζουν αδιάκοπα
τις γυναίκες σε γεφύρια αστέριωτα…».
(Από την ποιητική συλλογή της Π.Γ «Υπνοπαίδεια»-1978)

Το διαμέρισμά της, στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην 28ης Οκτωβρίου, στη Λεμεσό, «βλέπει» στη θάλασσα σαν να σ’ αγκαλιάζει «γεννώντας» χρωματιστές εικόνες σε καμβά – ποδήλατα και πεζοί στο πλακόστρωτο που οδηγεί στον μόλο και στη νέα μαρίνα, εμφανής αντίθεση απ’ την εικόνα μέσα σε ένα σαλόνι όπου οι λέξεις έχουν νόημα σαν να τραβάνε τη μνήμη απ’ το μανίκι. Η ποιήτρια, δεν μπορεί να μετακινηθεί – ακόμη και στη βράβευσή της, τον Δεκέμβριο, από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί. Η συνάντησή μας, άλλωστε, εκείνο το σαββατιάτικο μεσημέρι, θα είχε «μία μικρή διαδικασία», όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα ο σύντροφός της, για μισό σχεδόν αιώνα, Πανίκος Σωτηρίου, με στήριξη από μία νοσοκόμα που θα την βοηθούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να καθίσει στην πολυθρόνα, περιμένοντάς με. «Ωραίες αλκυονίδες μέρες…», είπα. «Είναι το λεγόμενο καταλιάγι, όπως το λέγαμε στο Παλαιχώρι», μου απάντησε. 

- Πώς μπορεί το ποίημα να βλάψει σοβαρά την υγεία; Αν μπεις μέσα στην ευαισθησία κάποιου, μπορεί να ενοχληθεί. Η αλήθεια ενοχλεί. Η αλήθεια πονάει. 

- Ζούσατε πάντα μέσα στην αλήθεια; Όσο γινόταν.

- Τι σας εμπόδιζε; Ο περίγυρος. Οι συνθήκες. 

- Το «Γαλάζη» είναι ψευδώνυμο, έτσι; Το όνομά μου είναι Πίτσα Μόρτη. Βαφτίστηκα «Καλλιόπη». Ο πατέρας μου είναι ο Ευάγγελος Μόρτης και η μητέρα μου η Μαρίτσα Δρουσιώτου. Σε κάποιο διαγωνισμό της Παντείου, το 1959, όπου ήθελα να συμμετάσχω -αν και δειλή- φοιτήτρια πρωτοετής στην Αθήνα, στις πολιτικές επιστήμες και στην κοινωνιολογία, ήθελαν ψευδώνυμο και στο φακελάκι το πραγματικό όνομα. Εγώ έψαχνα να βρω κάποιο ανεπιτυχώς, για μέρες. Είχαμε, θυμάμαι, άσκηση κοινωνικής βιολογίας μία μέρα, φορούσα ένα γαλάζιο φουστάνι και καθόμουν προς την κορυφή του αμφιθεάτρου. Οπότε άκουσα τη φωνή του καθηγητή μου, του Γιάννη Παπαζαχαρία, να φωνάζει: «Δεσποινίς γαλάζια, το γραπτό σας παρακαλώ, γιατί ο πίσω αντιγράφει ασύστολα». Έτσι δημιουργήθηκε το «Γαλάζη».

- Πότε γεννηθήκατε; Το 1940. 

- Στο Παλαιχώρι; Εκεί μεγάλωσα, ναι. Υπήρξα ένα ευτυχισμένο παιδί που είχε την τύχη να ζει μέσα σε ένα πολύ ωραίο συνδυασμό γονέων, με φιλελεύθερες ιδέες. Τότε δεν υπήρχε η τηλεόραση και μελετούσαν πολύ μέσα στο σπίτι. Και οι δύο. Υπήρξε και εποχή που διάβαζε ο ένας δυνατά, για να ακούμε οι υπόλοιποι – Σταντάλ, Ουγκό, Μυριβήλη, Βενέζη, ό,τι μπορείτε να φανταστείτε. Θυμάμαι ακόμη χορικά από την «Αντιγόνη» που μας διάβαζε η μητέρα μου, μέχρι που τα μάθαμε απέξω. Αυτές είναι οι παιδικές μου αναφορές. Μεγάλωσα σε ένα χωριό που τα παιδιά φορούσαν για έξι μήνες παπούτσια -γιατί τους άλλους έξι κυκλοφορούσαν ξυπόλητα- και διάβαζαν με λάμπες πετρελαίου.

- Δεν είχατε ηλεκτρισμό στο σπίτι; Θα αστειεύεστε. Σε σπίτι με ηλεκτρισμό κατοίκησα στα έντεκά μου χρόνια. Ωστόσο, ευλογήθηκα να γαλουχηθώ μέσα σε ένα περιβάλλον πολύ σπουδαίων ανθρώπων. Με τον πατέρα των Μάτσηδων, τον Χριστοφή, που ήταν γείτονάς μας. Με τους Κάνθους – ο πατέρας μου ήταν πολύ στενός φίλος με τους τρεις Κάνθους, τον Θεόδοτο, τον Τηλέμαχο, αλλά και τον πατέρα τους, τον Χριστόδουλο και οι τρεις ζωγράφοι. Με τον Στάθη επίσης, τον ζωγράφο από τον Ασκά. Ένα πρόσωπο που μπορεί να ήμουν ερωτευμένη μαζί του, μπορεί να ήταν ο νηπιακός μου έρωτας, όταν εκείνος ήταν 25 ετών και εγώ πέντε (χαμογελά). 

- Έχουν χαμόγελα οι παλιοί σας έρωτες; Ναι, έχουν. Στον Πανίκο, άλλωστε, χρωστώ τη ζωή μου όλη!

- Μ’ αρέσει ένα ρήμα που χρησιμοποιείτε πολύ στα τελευταία σας ποιήματα: «Επέζησα». Από τι; Από τον αγώνα της ΕΟΚΑ, στην οποία ήμουν μέλος, όταν είχα συλληφθεί – αν θέλετε να μιλήσουμε κυριολεκτικά. Από κατατρεγμούς που με γυρόφερναν. Και από τους συμβιβασμούς ιδίως.

- Τι είδους συμβιβασμούς; Το να μη βρίσκω δουλειά, για παράδειγμα και να αναγκάζομαι να πηγαίνω σε δουλειές που δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα. Κανείς δεν επιβιώνει από την ποίηση στην Κύπρο. Εργάστηκα ως ρεπόρτερ σε εφημερίδες, στο ΡΙΚ -σε πολιτιστικά θέματα τότε - διόρθωνα κείμενα. Ωστόσο, γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους και από τη δουλειά μου. Τον Ανδρέα Χριστοφίδη. Τον Κώστα Μόντη. Τον Μάνο Κράλη. 

- Η φωνή σας είχε πολλές διακυμάνσεις στη ζωή σας; Η σειρά των έργων μου το φανερώνει. Έχω μνήμες γλυκές, πράες. Αλλά έχω και μνήμες συννεφιασμένες, ιδίως όταν η ιστορία του τόπου μου είχε κακό καιρό. Νομίζω πως είμαι ένα παράδειγμα ποιήτριας, ταυτισμένης με την ιστορία του τόπου της και της συλλογικής μνήμης. Η Κύπρος με καθόρισε στην Τέχνη μου. 

- Θυμάστε πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα; Εννέα ετών ήμουν. Το σπίτι μας ήταν στο κέντρο του χωριού κι ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι ξενιτεύονταν για μια καλύτερη ζωή. Πολλές φορές, έμενα ξάγρυπνη το βράδυ ακούγοντας τραγούδια από τα γύρω σπίτια που οργάνωναν το αποχαιρετιστήριο δείπνο στον ξενιτεμένο. Κι ύστερα κλάματα. Από τις μανάδες κυρίως. Ήταν ένα περίεργο κράμα που «έγραψε» μέσα μου. Το πρώτο μου ποίημα, λοιπόν, αφορούσε στην ξενιτιά και αν θα γυρίσει πίσω ο ξενιτεμένος – γιατί δεν ήταν βέβαιο πως θα τον ξανάβλεπαν οι δικοί του. Η ξενιτιά τότε ήταν κάτι σαν το θάνατο… Θυμάμαι ακόμη, το 'χω σαν να συμβαίνει τώρα μπροστά μου έτσι όπως μιλάμε, τους στρατιώτες που γύρισαν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τον πατέρα μου να με σηκώνει ψηλά και αν και δημόσιος υπάλληλος, να μου λέει: «Αυτές οι σημαίες που βλέπεις είναι οι δικές μας. Οι εγγλέζικες θα φύγουν μια μέρα». Ήμουν πέντε ετών. Το χωριό είχε γίνει ξαφνικά γαλανόλευκο. Πού ήταν κρυμμένες όλες αυτές οι σημαίες, ακόμη αναρωτιέμαι. 

- Πότε καταλάβατε πως είστε ποιήτρια; Μετά το πρώτο μου βιβλίο, το 1963, το «Στιγμές Εφηβείας». Με είχε προειδοποιήσει τότε ο εκδότης μου, ο Γιώργος ο Φέξης, που πέρασα από το γραφείο του δυο τρεις μέρες πριν, ότι στις 5 Νοεμβρίου του 1963 θα κυκλοφορούσε το βιβλίο και να κάνω μια βόλτα να το δω στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Πέρασα πρώτα από την «Εστία», που τότε ήταν στη Σταδίου, δίπλα από τον «Καντράντζο». Το είδα και προχώρησα. Και μετά το είδα στου «Παπαδημητρίου». Αλλά η έγνοιά μου ήταν άλλη. Ο Γιώργος ο Φέξης μού είχε πει για ένα «φαινόμενο», που παρουσίαζαν οι εκδόσεις στον «Ελευθερουδάκη». Υπήρχε τότε ένας πωλητής, που τον έλεγαν Στρατή, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για να βάζει τα βιβλία στις προθήκες. Ήταν πάρα πολλά κι εκείνος διάλεγε. Όποιο του άρεσε – άνθρωπος ιδιαίτερα μορφωμένος, που είχε διαβάσει πολύ στη ζωή του. Η δική μου έγνοια, λοιπόν, ήταν να δω αν με έβαλε ο Στρατής στη βιτρίνα. Ήταν στην οδό Νίκης τότε. Και το είδα στη δεξιά μεριά της βιτρίνας! Δεν τόλμησα να μπω μέσα, πήγα και αγόρασα καλαμπόκι και περπάτησα προς το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη για να ταΐσω τα πουλιά. Σηκώθηκα, όμως, πρωί πρωί την άλλη μέρα. Πήρα το λεωφορείο από την Άνω Σμύρνη, όπου έμενα, πήγα στον «Ελευθερουδάκη» ξανά και ζήτησα να δω τον Στρατή. Όταν πήγα κοντά του, τον ρώτησα: «Γιατί βάλατε αυτό το βιβλίο στη βιτρίνα;». Με κοίταξε καλά καλά και μου είπε: «Είναι μιας νεαρής ποιήτριας και νομίζω πως θα βάλω πολλά άλλα βιβλία της στη βιτρίνα μας». Αυτή η κουβέντα, αυτού του ανθρώπου, με βεβαίωσε και με ησύχασε από πολλά. Ύστερα ήρθαν οι καλές κριτικές, μία συνέντευξη στην ΕΡΤ, η αναγνώριση που ακολούθησε. Γερνώντας τα σπίτια θυμούνται τον χτίστη τους. Κι εγώ θυμάμαι όλους όσοι πίστεψαν σ’ εμένα. 

- Τι σας ξεχώρισε πιστεύετε; Το προσωπικό μου αποτύπωμα. Με τα χρόνια το απέκτησα, μη νομίζετε. Δεν γεννήθηκα μ’ αυτό. Δεν αρκεί ένα ταλέντο. Κοπίασα πολύ, μελέτησα την ποίηση και άλλων ανθρώπων.

- Και ταυτόχρονα ζούσατε μία ζωή «πανωραία και βλαβερή»; Ήταν τέτοια, ναι. Αλλά όλες τις εκφάνσεις της τις αντιμετώπιζα με την ποίηση. Δεν περπατώ πια, όπως βλέπετε. Αλλά η ποίηση με κρατά όρθια! Η ποίηση με κράτησε στη ζωή και δεν πέθανα. Γιατί πήγα στον άλλο κόσμο και γύρισα. Κυριολεκτικά. 

- Πότε έγινε αυτό; Ξημερώματα Πάσχα του 2006. Έπαθα εγκεφαλικό. Το ευτύχημα είναι πως δεν επηρεάστηκε η μνήμη μου και η πνευματική μου διαύγεια. Αλλά δεν μπορώ να περπατήσω μόνη μου, δεν μπορώ να αυτοεξυπηρετηθώ. Είναι τραγικό να κοιμηθείς καλά και να ξυπνήσεις μισή. 

- Τι σας κρατά στη ζωή; Ο άντρας μου, ο φύλακας άγγελός μου, η κόρη μας. Και, βεβαίως, η ποίηση. Η ποίηση με κρατά ζωντανή! Γράφω κάθε μέρα. Πετάω χαρτιά κάθε μέρα, σκίζω ποιήματα – είμαι ανηλεής με τον εαυτό μου. Όταν νοσηλευόμουν στο «Μέλαθρον», πέταξα ένα ολόκληρο βιβλίο και το έκανα ένα ποίημα εν τέλει, με τίτλο «Η Γυναίκα του Λωτ». Ξαναγράφω έπειτα. Ξαναπετάω. Σώμα με σώμα τα παλεύω τα ποιήματα. Μέχρι να πετύχω το τέλειο. Πατρίδα μου είναι το ποίημα. Το καλό ποίημα, είναι για μένα μέγιστη ευτυχία!

- Πώς το καταλαβαίνετε ότι γράψατε ένα καλό ποίημα; Το νιώθω! Κάτι συμβαίνει μέσα μου. Κάτι απροσδιόριστο. Κάτι θείο. Πολλές φορές, ξαναδιαβάζω κάτι την επόμενη μέρα και λέω: «Μα, εγώ το έγραψα αυτό;». Οι πληγές μου γράφουν τα ποιήματά μου. Οι λύπες μου γεννούν τα ποιήματά μου. Τα βράδια, καθώς κοιμάμαι, «γράφω» ολόκληρα κατεβατά…

- Στενοχωριέστε που το πρωί δεν τα θυμάστε; Αν είναι καλά, ξανάρχονται. Επιμένουν. 

- Τι άλλο βλέπετε στον ύπνο σας; Πεθαμένους. 

- Τι σας λένε συνήθως; Προτιμώ να μη μου μιλάνε. Γιατί, αν μου μιλήσουν, σημαίνει πως θ’ ακούσω θάνατο. Θέλω να 'ναι σιωπηλοί. 

- Γράφετε μόνο όταν είστε θλιμμένη; Αγαπητέ μου, η ποίηση δεν γράφεται ποτέ από τους ευχαριστημένους! Οι ευχαριστημένοι γιατί να θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο;

- Δεν έχετε αγαπηθεί όσο θα θέλατε στη ζωή σας; Είμαι χορτάτη. Και από αγάπη και από φιλίες. Έχω φίλους εξήντα χρόνια…

- Είναι βάσανο για κάποιον το να γράφει ποιήματα; Είναι – πώς δεν είναι; Αν και δώρο… Δύο κατηγορίες ανθρώπων υπάρχουν: Οι «έμποροι» και οι «ποιητές». Αυτό, θα τολμούσα να πω, είναι μία βεβαιότητά μου απ’ το πέρασμά μου στη ζωή.   

Τι ξεχωρίζει έναν ποιητή από έναν καθημερινό άνθρωπο; Έχει αυτές τις καταραμένες τις ευαισθησίες… Αλλά δεν έχει βρομιά. 

- Πληγώνεστε συχνά; Πληγώνομαι πολύ… Αν δεν ήμουν ευαίσθητη, όμως, δεν θα ήμουν ποιήτρια. 

- Θα προτιμούσατε να είχε περισσότερη πεζότητα η ζωή σας; Έτσι γεννήθηκα. Δεν διάλεξα την ποίηση. Ωστόσο, είναι και άνθρωποι που ζουν ποιητικά, αν και δεν έχουν γράψει ούτε ένα ποίημα στη ζωή τους. Τέτοιος είναι ο άντράς μου. Τέτοιοι ήταν και οι γονείς μου. Είχαν ποιητική ψυχή. Έκλαψα πολύ με το θάνατο του πατέρα μου, το 1992 – γοερά. Επίσης, κάθε φορά που ακούω απ’ τις ειδήσεις ότι κηδεύεται κάποιος αγνοούμενος, εγώ κλαίω. Τι πιο τραγικό να βγει ένας λεβέντης από την πόρτα σου, ίσαμε εκεί απάνω και να σου φέρουν μετά από 45 χρόνια ένα κουτί από οστά; Κάθε αγνοούμενος είναι «παιδί» μου. Κι έτσι όπως είναι η Κύπρος, μοιρασμένη στα δυο, είναι σαν να έχω εγώ μία ακόμη σωματική αναπηρία – μοιρασμένη κι εγώ στα δύο. 

- Δεν βγαίνετε καθόλου από το σπίτι, για να κάνετε βόλτες; Δεν είναι εύκολο. Κοιτάξτε πόσο ωραία φαίνεται η θάλασσα από την τζαμαρία… Αυτή τη θάλασσα εγώ μόνο τη βλέπω, δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να την περπατήσω. 

- Σας λυπεί αυτό; Βαδίζω μ’ ό,τι έχω. 

- Τι είναι θαύμα για σας; Η αθανασία.

- Σας απασχολεί το να μείνετε αθάνατη; Όχι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Δεν ανήκω σ’ αυτούς που ονομάζουν τους εαυτούς τους «μεγάλους ποιητές». Μακάρι να μείνουν μερικοί στίχοι μου… Ο Αντώνη Τρίτσης, όποτε μ’ αγκάλιαζε, μου ψιθύριζε στο αφτί, από μνήμης, ένα απόσπασμα ποιήματός μου για τον Κυριάκο Μάτση: «Μ’ ακούς, Κυριάκο; Πρέπει να σώσω στη φωνή μου / ότι ο χρόνος / κράχτης του θανάτου απειλεί / Εσείς τουλάχιστον διαλέξατε το θάνατό σας / μα, τον δικό μας θάνατο / άλλοι επεξεργάζονται…». Αυτό το ποίημα, πιστεύω πως θα παραμείνει. 

- Σας λυπεί που επεξεργάζονται άλλοι το θάνατό μας; Θα 'θελα να διαλέξω το θάνατό μου. Είναι «τύχη» το να μπορείς να διαλέγεις εσύ, ποιο θάνατο θέλεις – ηρωικό, πεζό, στο κρεβάτι ή όρθιος. Δεν με νοιάζει το αν θα πεθάνω. Με φοβίζει μόνο ο πόνος. Κι ο θάνατος αυτών που αγαπώ. Για τον εαυτό μου, δεν με απασχολεί. Ποτέ δεν με απασχόλησε ο εαυτός μου. Εξάλλου, σπάνια σου επιστρέφεται η γενναιοδωρία. Ρουφούσα δηλητήριο σαν δάγκωμα φιδιών, πολλές φορές. 

- Το «πανταχού απούσα» που γράφετε κάπου, είναι κυριολεκτικό; Είναι. Λείπω. Από παντού. Αλλά διαδηλώνω τη ζωή με την ποίησή μου. Δεν έχω άλλο μέσο.  

- Σήμαινε κάτι η βράβευση της τελευταίας σας ποιητικής συλλογής, με το κρατικό βραβείο ποίησης, τον Δεκέμβριο του 2018; Τίποτα. Είναι μία τιμή, ωστόσο. Είναι καλό να σε αναγνωρίζουν στον τόπο σου. Είναι χαρά. Πήρα το πρώτο μου κρατικό βραβείο στα 29 μου, το 1969, για το «δέντρα και θάλασσα» – τότε σήμαινε κάτι. Το δεύτερο ήρθε το 1983, για το «σηματωροί». Ύστερα, το 1999, ήρθε η βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών και τον πρόεδρο τότε της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο. Με πήραν τηλέφωνο τώρα, τον Δεκέμβριο και μου ανακοίνωσαν τη βράβευσή μου. Είπα απλά «ευχαριστώ πολύ». Ήμουν, ξέρετε, πολύ λυπημένη εκείνες τις μέρες, γιατί πέθανε η καλύτερή μου φίλη. Έκλαιγα γοερά. Κι όταν σήκωσα το τηλέφωνο και μου είπαν «πήρατε το βραβείο», σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και το μόνο που ψέλλισα ήταν «Ήβη, έκανες το θαύμα σου!». Κι ύστερα ξανάκλαψα. Το καλύτερο βραβείο πια για μένα είναι να με διαβάζουν. Αυτό. Μια φωνή είναι ο ποιητής! Τι είναι; Ας μάθουν τη φωνή μου!

- Η φωνή σας, τώρα που μιλάμε, τι παλμούς έχει; Δεν είναι ήρεμη. Το σώμα πονάει. Γερνάω, αλλά έχω βρέφη όνειρα. Που μπουσουλώντας μου τραβάνε το φουστάνι. 

- Ω! Υπέροχο! Η ψυχή μου δεν γέρασε ποτέ! Είμαι νέα. Με απογοητεύει βέβαια το σώμα μου που μ’ αφήνει. Και σκέφτομαι: Έτσι νιώθουν οι άνθρωποι κι όταν πεθαίνουν; Γιατί είναι τραγικό να πεθαίνεις με νεαρή ψυχή. 

* Η τελευταία ποιητική συλλογή της Πίτσας Γαλάζη «Η Φωνή» κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Αρμός». 

  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου      Γιάννης Χατζηγεωργίου   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.