To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Αθηνά Λοΐζου Λυμπουρή: Ο αδελφός μου, Δώρος Λοΐζου
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Αθηνά Λοΐζου Λυμπουρή: Ο αδελφός μου, Δώρος Λοΐζου
Τελευταία Ενημέρωση: 02 Σεπτεμβρίου 2019, 5:50 πμ
Η αδελφή του ποιητή και αγωνιστή, Δώρου Λoΐζου, που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β στις 30 Αυγούστου 1974, αποφασίζει να αφηγηθεί όσα δεν ανέφερε ποτέ δημόσια μέχρι σήμερα για τη ζωή του αδελφού της.

Φορούσε τα καλά της, είχε ετοιμάσει γλυκό, καφέ κυπριακό – με περίμενε στο μπαλκόνι «για να μην μπερδευτείς με τα νούμερα των σπιτιών στην Κλήμεντος», απέναντι -σχεδόν- από το δημοτικό σχολείο του Αγίου Αντωνίου. «Χαίρομαι πολύ που θα μιλήσουμε για τον Δώρο!», μου είπε στα σκαλιά, κάτω από μία μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία του αδελφού της – τη χαμογελαστή και αισιόδοξη, την πιο γνωστή του ίσως. Επάνω στο φορμάικο τραπεζάκι του σαλονιού είχε ήδη συγκεντρώσει ξεθωριασμένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τη ζωή του, τους δίσκους του, βιβλία που είχε διαβάσει με την υπογραφή του, παλιές κάρτες που της έστελνε από την Αθήνα και από την Αμερική όπου σπούδαζε, φωτοτυπημένα πολλά ποιήματά του «γιατί ξεκινήσαμε να κάνουμε ταξινόμηση σε πολλά χειρόγραφα». Η φωνή της «έσπαγε» συνεχώς, από την αρχή μέχρι το τέλος της συνέντευξης – από τη μία καταλάβαινα πως ήταν μία υπέρβαση για εκείνην να αναφέρεται επί μία ώρα στη δολοφονία του πιο αγαπημένου της προσώπου, από την άλλη ήθελε να μιλήσει, «για να δημοσιοποιηθούν ντοκουμέντα». Κι ας έκλαιγε σε πολλές στιγμές κι ας σταματούσαμε για μερικά λεπτά «για μια ανάσα». Ήταν σαν να περίμενε -και εκείνη- την ιδανική αυτή στιγμή ενός ζεστού απογεύματος, ενός ακόμη «μαύρου» Αυγούστου της Λευκωσίας, για να «φωτιστούν» μέσα της δύο από τα ωραιότερα ποιήματα του Δώρου Λοΐζου: «Ποίηση είναι / ο άνθρωπος που προσπαθεί να μιλήσει / σαν Θεός / κι ο Θεός που προσπαθεί να μιλήσει σαν άνθρωπος». «Κι αν σε ρωτήσουν / καμιά φορά / ποιοι τάχατες / αλλάζουν τον κόσμο / οι ποιητές ή τα κόμματα / μην ντραπείς / να τους απαγγείλεις δυο τρεις στίχους…». 
 

Είναι σχεδόν ανατριχιαστικό ότι ζείτε τρία λεπτά από τον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ», εκεί όπου δολοφονήθηκε ο αδελφός σας… Είναι. Αλλά είναι και η προτομή του Δώρου εκεί, οπότε είναι σαν παρηγοριά για μένα – είναι κάτι «δικό» μου. 
 
Πού ήσασταν τη μέρα της δολοφονίας του; Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν στην εταιρεία του Γιώργου Βασιλείου, του μετέπειτα προέδρου, τη «Λήδρα». Επί της Μακαρίου ήταν τα γραφεία. Άκουσα τις σφαίρες – τις άκουσε όλη η Λευκωσία. Αλλά δεν ήξερα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι το να ακούεις σφαίρες τον Αύγουστο του ’74 στην Κύπρο, ήταν κάτι σύνηθες πλέον. Λίγο μετά ήρθε ο κλητήρας της εταιρείας, ο οποίος ήταν ήδη στην τράπεζα, στην πλατεία Ελευθερίας. «Άκουσα ότι εσκοτώσαν τον Λυσσαρίδη», μας είπε όταν τον ρωτήσαμε «τι έγινε πάλε;». «Και κάποιος ήταν μαζί του…». Τα έχασα. Διότι διαισθάνθηκα τι είχε συμβεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν και ο Δώρος μαζί με τον γιατρό! Ο Μάριος ο Τεμπριώτης ήταν σωματοφύλακας του Λυσσαρίδη, πήγαινε κάθε μέρα και τον έπαιρνε στις υποχρεώσεις του αλλά, λόγω των ταραχών και του πολέμου, και επειδή είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένως τον γιατρό ότι θα τον σκοτώσει η ΕΟΚΑ Β’, είχαν κανονίσει τα παιδιά που ήταν μαζί του να τον παίρνουν και να τον φιλοξενούν σε κάποιο σπίτι τα ίδια, ώσπου να ησυχάσουν κάπως τα πράγματα. Για να μη γνωρίζουν πού μένει, διότι εκινδύνευε. Ελάχιστοι, λοιπόν, ήξεραν πού ήταν κάθε βράδυ ο γιατρός – ανάμεσά τους και ο Δώρος, ο οποίος βρισκόταν συνεχώς δίπλα του. Το βράδυ πριν από τη δολοφονία, είχα μάθει από άλλους ότι ο γιατρός είχε διαμείνει στο σπίτι του Δώρου, στον Άγιο Δομέτιο. Μέσα σε εκείνο το σπίτι έμενε και η Βαρβάρα, η Αμερικανίδα γυναίκα του Δώρου.  
 
Όταν σας είπε ο κλητήρας για τον «σκοτωμένο στο “ΟΧΙ”», γιατί πιστέψατε ότι ήταν ο αδελφός σας; Από το πρώτο λεπτό ήμουν βέβαιη πως θα ήταν ο Δώρος! Πως δεν ήταν ο Λυσσαρίδης. O πατέρας μου, η μάνα μας, εγώ, του λέγαμε πάντα: «Μην πηγαίνεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό. Θα σε παίξουν!». «Γιατί να φοβηθώ;», μας απαντούσε. «Άμα είναι το τυχερό μου…». Την 1η Αυγούστου τον είχαν ήδη συλλάβει άντρες της ΕΟΚΑ Β’, αλλά τους απείλησε η γυναίκα του, η οποία ήταν πολίτις των ΗΠΑ, ότι θα τους καταγγείλει στην αμερικανική πρεσβεία, διότι είχε και διεθνή δημοσιογραφική ταυτότητα. Και έτσι τον είχαν αφήσει τότε ελεύθερο. Αλλά ήδη ο Δώρος είχε στοχοποιηθεί. Μόλις αντιλήφθηκα, λοιπόν, τι θα είχε συμβεί, άφησα το γραφείο και έτρεξα στο μαγαζί με τα εξαρτήματα των αυτοκινήτων που είχε ο παπάς μου, στη λεωφόρο Ομήρου, δίπλα από τον «Καρυδά». Ο παπάς μου είχε ήδη ακούσει τι είχε γίνει εκεί από τον θείο μου, που δούλευε στη Cyta. Έκλεισε το μαγαζί και πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο, μαζί με τη μάμα μου, να δουν τι τελικά έγινε. 
Σάββατο 31 Αυγούστου 1974. Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» για τη δολοφονία του Δώρου Λοΐζου.
 
Πήγατε μαζί τους; Όχι. Εγώ έμεινα στο μαγαζί. Από το νοσοκομείο με πήρε τηλέφωνο ο παπάς μου και η μάμα μου και μου είπαν τα νέα: «Ο δολοφονημένος δεν είναι ο γιατρός, είναι ο Δώρος!». Εσοκαρίστηκα, δεν ήξερα τι μου εγίνετουν, αλλά τους είπα ότι δεν ήθελα να τον δω παραμορφωμένο – αντιλαμβάνεστε πώς ήταν εκείνες οι στιγμές. Και, μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να δω τη συγκεκριμένη φωτογραφία, έτσι όπως τον είχαν κάνει με τις σφαίρες. Μετά, βέβαια, είχαμε άλλες διαδικασίες, γιατί δεν μας τον έδιναν αμέσως. Αλλά επιάσαμεν την ξαδέλφη μου, την Τζένη Ξιναρή, η οποία ήταν η ιδιαιτέρα του Τάσσου Παπαδόπουλου τότε, που τα εκανόνισεν όλα, για να κάνουμε την κηδεία την επόμενη μέρα. Θυμάμαι ότι ήρθαν στο σπίτι συγγενείς, πολλοί φίλοι, συναγωνιστές του Δώρου – εγώ δεν ήθελα να δω κανέναν! Εκλείστηκα στο δωμάτιό μου.
 
Σε ηλικία 14 ετών, με την αδελφή του, Αθηνά, στις Πλάτρες, στο σπίτι της γιαγιάς τους Ροδοθέας, από την οποία πήρε και το όνομά του.
   
Στο μεταξύ, τι είχατε μάθει για τη δολοφονία; Στο αυτοκίνητο βρίσκονταν τρία άτομα. Ο Δώρος ήταν ο οδηγός. Η Βαρβάρα, η γυναίκα του Δώρου, η συνοδηγός. Ο γιατρός καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει, στο μεταξύ, από το ξενοδοχείο Hilton και εκεί άφησαν μία Αμερικανίδα δημοσιογράφο, η οποία είχε μείνει μαζί τους το βράδυ της προηγούμενης μέρας και ήταν και εκείνη μέσα στο αυτοκίνητο, προκειμένου να στείλει κάποιες ανταποκρίσεις. Ο Δώρος, κάποια στιγμή, στην Κάνιγγος, είχε γυρίσει και είχε πει στον γιατρό: «Παρακολουθούν μας, είναι ένα αυτοκίνητο χωρίς νούμερα, πίσω μας». Όταν πια έφτασαν στο «ΟΧΙ», ξεκίνησαν οι σφαίρες. Ο γιατρός έσκυψε αμέσως, τις ριπές τις έφαεν ο Δώρος και κάποιες ξώφαλτσα η Βαρβάρα. Την ώρα που πήγαινε ο Δώρος να ελαττώσει ταχύτητα, επειδή ήταν το round about εκεί, τον έραψαν κανονικά τα καλάσνικοφ. Έφαεν 30 σφαίρες. Τις μισές πάνω στο κεφάλι και τις άλλες μισές γύρω που το αυτοκίνητο. Εκρατούσαν καλάσνικοφ και τον έραφκαν. 

Είχα δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ, στο ΡΙΚ, μία παλιά συνέντευξη της Βαρβάρας, η οποία έλεγε: «Ξέρω ποιοι σκότωσαν τον Δώρο, αλλά τότε δεν μπορούσα να μιλήσω για τους δολοφόνους γιατί φοβόμουνα»… Και ο γιατρός τα λέει αυτά στις μαρτυρίες του: «Είναι οι γνωστοί-άγνωστοι δολοφόνοι». Ξέρουμε συγκεκριμένα ποιοι είναι, αλλά… Ο παπάς μου, θυμάμαι, είχε πάει να δει τον Μακάριο, μετά τα γεγονότα. Του είπε: «Ξέρετε, Μακαριότατε, ποιοι εσκότωσαν τον γιο μου;». «Ξέρω, ξέρω…», του απάντησε ο Μακάριος. «Ε, αφού ξέρεις, να τους φέρεις μπροστά μου. Να πάρω δικαιοσύνη». «Σιγά σιγά, θα τα δούμε όλα», του είπε ο Μακάριος. Μία κοπέλα, η οποία μαρτύρησε, δύο μέρες μετά τη δολοφονία βρέθηκε πνιγμένη μέσα στο μπάνιο της, «από ηλεκτροπληξία». Για να καταλάβετε τις συνθήκες εκείνης της περιόδου… Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Ηρακλή Χατζηρακλέους, που είχε την εφημερίδα «Ελεύθερος Λαός», η CIA πλήρωσε τότε εννέα χιλιάδες λίρες – πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αν σκεφτείτε πως ο γιατρός ήταν επικηρυγμένος για δώδεκα χιλιάδες λίρες, τότε καταλαβαίνετε πόσο σημαντικός ήταν γι’ αυτούς ο Δώρος. Η επιταγή βγήκε από την Αμερική. Και εξαργυρώθηκε!
 
Ο Δώρος (άκρη αριστερά) και η Αθηνά (τρίτη από αριστερά) στην Κερύνεια, με τα ξαδέλφια τους.

Είστε βέβαιη γι’ αυτά που μου λέτε; Απολύτως! Έφτασεν πια η ώρα να τα πω δημόσια. Ο δημοσιογράφος του «Φιλελευθέρου», Κώστας Βενιζέλος, ετοιμάζει ήδη βιβλίο για τη ζωή του Δώρου -με πολλά, άγνωστα μέχρι σήμερα, στοιχεία- με τίτλο «Οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι», που θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο. Σ’ αυτό δημοσιοποιούνται πολλά…

Αν είχατε τώρα μπροστά σας τους δολοφόνους του αδελφού σας, τι θα τους λέγατε; Θα προτιμούσα να μην τους αντικρίσω ποτέ! Γι’ αυτό και δεν γνωρίζω τι απέγιναν, πού ζουν… Αλλά, αν οι συνθήκες τα έφερναν και βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο, νομίζω πως θα έβγαινα εκτός εαυτού. Καλύτερα να μη συμβεί. Ο παπάς μου μού έλεγε: «Έχει Θεό και θα πληρώσουν!». Αυτό θα σας απαντούσα κι εγώ τώρα. 
 
Φοιτητής στη Ρόδο.

Τι θυμάστε από την κηδεία του Δώρου; Θυμάμαι τον κόσμο… Χιλιάδες! Η πομπή έγινε από το «ΟΧΙ» ώς το κοιμητήριο. Κρατούσαν λουλούδια, έλεγαν συνθήματα, τραγουδούσαν – ήταν σαν μια μεγάλη διαδήλωση. Για μένα, όμως, ήταν σαν ένα φρικιαστικό όνειρο. Έτσι το έχω μέσα στο νου μου. H εικόνα είναι μπροστά μου – σαν να έγινε χθες… Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από εκείνη την ημέρα… 
Έχει μαλακώσει πια κάπως ο πόνος σας για το θάνατο του αδελφού σας, μετά από 45 χρόνια; Όχι, όχι. Ποτέ! Αυτός ο πόνος δεν φεύγει ποτέ! Κι ούτε θα φύγει. Γιατί να συνηθίσω το θάνατο του Δώρου;
 
Σε ηλικία 20 ετών, στις Πλάτρες.
   
Η μητέρα σας ζει; Η μάμα μου επέθανεν πολύ πριν από τον παπά μου. Που το μαράζιν της, είχε νοσήσει στους πνεύμονες. Ήταν πιο εσωστρεφής η μάμα μου, εκράταν το μέσα της. Ενώ ο παπάς μου, όποτε είχε εκδηλώσεις, συνέδρια, διαδηλώσεις, πήγαινε με τα βιβλία του Δώρου, με τα ποιήματά του και τα διένειμε. «Δεν άξιζε να σκοτώσουν έτσι ένα παιδί!», έλεγε σε όλους. Ήταν πολλά περήφανος ο παπάς μου για τον Δώρο! Όλοι μας βέβαια ήμασταν περήφανοι για εκείνον, αλλά ο παπάς μου, πώς να σας το εξηγήσω, ήταν ο ήρωάς του, είχε γίνει το πρότυπό του. Ήθελε να διατηρήσει τη μνήμη του Δώρου ζωντανή! Σε όλους τους συλλόγους της ΕΔΕΚ είχε πάει και είχε δώσει φωτογραφίες του Δώρου, τους έλεγε «να τον θυμάστε…». Προσπαθούσα να τους παρηγορήσω, όσο μπορούσα. Ήμουν και ελεύθερη ακόμη τότε. Αλλά τους έλειπε πολύ ο Δώρος… Μάλιστα την ημέρα του γάμου μου, είχε συμβεί και το άλλο τραγικό. Πρωτομαγιά του ’76 παντρεύτηκα, την ίδια μέρα είχαν σκοτώσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος ήταν συναγωνιστής του Δώρου. Πικρή μέρα. Ήταν μια παρέα όλοι αυτοί – ο Δώρος, ο Παναγούλης, ο Τάκης ο Χατζηδημητρίου…  
 

Θυμάστε ποια ήταν τα πρότυπα του αδελφού σας; Ο Τσε Γκεβάρα. Ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Νίτσε. Ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτούς θυμάμαι… Θα σας πω και κάτι ακόμη. Τη μέρα της δολοφονίας του, κατά τραγική ειρωνεία, μέσα στο αυτοκίνητο, ο Δώρος τραγουδούσε εκείνο το τραγούδι του Θεοδωράκη που λέει: «Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή / βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη / βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί / σπάσε καρδιά μου, εχάθη το γελαστό παιδί…». Για να καταλάβετε, καμιά φορά, η μοίρα του ανθρώπου… 
 
Στη Σχολή Σακέττα, στη Λευκωσία, όσο παρακολουθούσε σεμινάρια υποκριτικής.

Γιατί ήταν συνεχώς μαζί με τον Λυσσαρίδη ο Δώρος; Το εξηγήσατε ποτέ; Δεν συνειδητοποιούσε πως κινδύνευε καθημερινά; Γιατί τον θαύμαζε! Γι’ αυτό. Ήταν ο μέντοράς του. Και ο γιατρός, όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος, είπε: «Ήταν σαν να σκότωσαν τον γιο μου!». Ο παπάς μου πάντως προειδοποιούσε συνεχώς τον Δώρο, του έλεγε: «Πήγαινε πίσω στην Αμερική γιε μου, στις σπουδές σου, στη γυναίκα σου, είναι επικίνδυνα τα πράγματα, σταμάτα να είσαι συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Αλλά ο Δώρος δεν άκουγε κανέναν! «Τώρα που κινδυνεύει η Κύπρος, εγώ θα σηκωθώ και θα φύγω;», του απαντούσε. Έτσι ένιωθε. Ούτε γυναίκα ελογάριαζε, ούτε οικογένεια, ούτε τίποτε. Μόνο την Κύπρο. Του έλεγε ο παπάς μου – θυμούμαι το σαν τώρα: «Αν πεθάνεις γιε μου, τι θα γίνει τούτη η γυναίκα;». «Θα πάει πίσω στον τόπο της», του απαντούσε. Διαισθανόταν το θάνατό του, έτσι πιστεύω. Σε ένα του ποίημα, αφιερωμένο στον Τσε, έγραφε: «Θα πουν ότι κατά λάθος σε σκότωσαν…». Ήξερε! Τη γυναίκα του, τη Βαρβάρα, δεν την άφηνε δευτερόλεπτο τον τελευταίο καιρό. Σαν να ήθελε να ρουφήξει το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της. Λίγες μέρες, θυμάμαι, πριν τον σκοτώσουν, του είπε για ακόμη μία φορά ο παπάς μου: «Ρε, δεν το καταλαβαίνεις; Θα σε σκοτώσουν όταν γυρίζεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Και του απάντησε ο Δώρος: «Εσύ, παπά, έγινες τόσων χρόνων, ήρθες, θα φύγεις από αυτό τον κόσμο, κανένας δεν σε ξέρει. Εγώ θέλω, όταν θα φύγω από τη ζωή, να αφήσω ένα όνομα. Δεν θέλω να κάνω ένα πέρασμα!»… 
 
Από μνημόσυνο του Δώρου Λοΐζου, στη Λευκωσία. Όρθιος στο κέντρο ο επίτιμος πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης. 
 
Πότε είχατε μιλήσει τελευταία φορά με τον αδελφό σας; Καμιά δεκαριά μέρες πριν από τη δολοφονία. Το έκανε για να μας προστατεύσει κυρίως. Γιατί ήταν πολύ επικίνδυνες οι μέρες τότε, το ξέρετε. Είχαμε πάει στις Πλάτρες. «Μείνετε εκεί», μας έλεγε, «δεν υπάρχει κράτος, έχουν φύγει όλοι. Όποιος θέλει, αν θέλει, καταλαμβάνει αύριο την Κύπρο. Μείνετε εκεί, για να γλιτώσετε». Ο Δώρος πολεμούσε στο Καϊμακλί όταν έγινε η εισβολή, απ’ όσο θυμάμαι. Ακόμη και όταν αναγκαζόταν προηγουμένως να κρυφτεί, κάποιες φορές, μέσα στο σπίτι μας, μας έλεγε πάντα «μην πείτε τίποτα σε καμιά γειτόνισσα!», διότι δεν ήθελε να μπλέξουμε ούτε εμείς, ούτε εκείνος. 

Πόσων χρόνων ήταν όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος; 30. Ειπώθηκαν πολλά μετά, πολλά αίσχη. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι να πουν ότι «ο ίδιος ο γιατρός εσχεδίασε τη δολοφονία του Δώρου, γιατί φοβόταν πως θα του φάει την αρχηγία». Για να καταλάβετε πώς σκέφτονταν ορισμένοι άνθρωποι. Πάντως, ό,τι έλεγε ο γιατρός, για τον Δώρο ήταν «ευαγγέλιο»!
 
Οικογενειακή φωτογραφία, έξω από το σπίτι της οδού Κλήμεντος, στη Λευκωσία. Ο Δώρος είναι 7 ετών και η Αθηνά 5 ετών. Όρθιοι οι γονείς τους, Βύρωνας και Λαύρα. 
 

Από παιδί έγραφε ποιήματα; Ναι, ναι, αν και δεν συνήθιζε να μας τα απαγγέλλει – ορισμένα μόνο. Η ζωή ολόκληρη του Δώρου ήταν η ποίηση και το τραγούδι. Στο σπίτι έχω ακόμη τους δίσκους του: Μούτση, Θεοδωράκη, το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου, Μάνο Λοΐζο, Κώστα Χατζή, πολλή κλασική μουσική -κυρίως Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι και Μότσαρτ- μέχρι και Olympians, Γιώργο Μουζάκη, Δαλιδά, John Lennon και Beatles. Ο Δώρος, μαζί με τον αδελφικό του φίλο, τον Γιώργο Νικολάου, έπαιζαν μονίμως κιθάρα και τραγουδούσαν. Τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, από εκείνους τους έμαθα. 

Τι είδους ποιήματα έγραφε τότε; Συνήθως έγραφε για την ελευθερία, για την πατρίδα. Όταν είχαν γίνει τα επεισόδια στη Σεβέρειο, την περίοδο της ΕΟΚΑ, ο Δώρος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους. Ήταν μαθητής τότε. Κι όταν φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Δώρος συμμετείχε ενεργά στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ. Από τότε το έλεγε η καρδιά του! Θυμάμαι, επίσης, που μου έλεγε συνήθως ο Δώρος: «Να κοιμάσαι πολύ λίγο, γιατί ο ύπνος είναι χάσιμο από τη ζωή!». Και «να ζεις την κάθε στιγμή σαν να 'ναι η τελευταία, Αθηνούλα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…». Εγώ ήμουν «η μικρή». Με περνούσε δύο χρόνια ο Δώρος. Με συμβούλευε συνέχεια. 
 
Στο πλοίο «Αγαμέμνων» με την γιαγιά του, Αθηνά, μητέρα της μητέρας του, Λαύρας. 

Σας πρόσεχε κιόλας; Ναι, ναι. Πάρα πολύ! Ήμουν «ο θηλυκός Δώρος» έλεγαν, επειδή μοιάζαμε πολύ. Ίσως γιατί είχαμε το ίδιο οβάλ πρόσωπο. Ο Δώρος ήταν πάντα πολύ φιλικό παιδί. Ήπιος χαρακτήρας. Λιγομίλητος. Μονίμως, όμως, αισιόδοξος. Είχε παρέες, παίζαμε όλοι μαζί -άλλοι ήταν συμμαθητές του, άλλοι πιο μικροί, άλλοι πιο μεγάλοι- ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα εδώ, στην Κλήμεντος. Ήταν ένα παιδί μονίμως χαμογελαστό! Α, και συνεχώς ερωτευμένος! (χαμογελά). Όποτε του γνώριζα κάποια από τις φιλενάδες μου, εκείνος άρχιζε τα ποιήματα… Τον άλλο μήνα, γνώριζε άλλη, άλλα ποιήματα. 

Είναι πιο πολύ γνωστά τα αγωνιστικά του ποιήματα, παρά τα ερωτικά του… Τα περισσότερα από τα ερωτικά του ποιήματα δεν μας τα έλεγε. Τα ήξερε μόνο η παραλήπτρια (χαμογελά). Τώρα τα βρίσκουμε, σιγά σιγά και θα τα ταξινομήσουμε. Υπάρχουν ακόμη φίλες μου που έχουν φυλαγμένα ποιήματα του Δώρου…
 
1970. Από συνάντησή του Δώρου με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’, στο Προεδρικό.

Τι όνειρα έκανε; Νομίζω πως δεν έκανε μεγάλα όνειρα ο Δώρος. Δεν έλεγε ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Δεν σκεφτόταν μακροπρόθεσμα. Ο παπάς μου του έλεγε να σπουδάσει ξενοδοχειακά, επειδή ο θείος ο Λούης είχε το τουριστικό γραφείο. Κι έτσι, ξεκίνησε να σπουδάζει με υποτροφία στη Ρόδο. Αλλά ήταν η εποχή που είχε γίνει η Χούντα και πιεζόταν πολύ στην Ελλάδα. Αντιδρούσε. Αποβλήθηκε τελικά από τη Σχολή επειδή, σε μία γιορτή, είχε καλύψει τη φωτογραφία του βασιλέα. Επέστρεψε μετά στην Κύπρο, τέλειωσε το στρατιωτικό του κι ύστερα πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει. Τα «πιστεύω» του τα βρήκε στην ΕΔΕΚ. Γι’ αυτό και αρθρογραφούσε στα «Νέα», στη «Σοσιαλιστική Έκφραση» και στον «Ανεξάρτητο», μαζί με τον Ρένο Πρέντζα. Δεν είχαμε κάτι οικογενειακό προηγουμένως, σε σχέση με τα κόμματα. Όλα ξεκίνησαν από τον Δώρο, από τα διαβάσματά του -γιατί διάβαζε πολύ!- από τις ανησυχίες του, αλλά κυρίως από την αγάπη του για την Κύπρο. Ελάτρευε την Κύπρο!
 
Ο Δώρος σε ηλικία 27 ετών.
 

Αυτή ήταν η προτεραιότητά του; Πάντα! 

Τον είδατε ποτέ στενοχωρημένο; Αναστατωμένο, θα έλεγα. Τότε που τον έδιωξαν από την Ελλάδα, λόγω της Χούντας. Του έκανε καλό βέβαια η Αμερική, στη συνέχεια. Διέπρεψε στις σπουδές του, ήταν πολύ επιμελής, μέχρι που ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος του είχε πει «μείνε εδώ, σε χρειαζόμαστε», αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. «Πρέπει να επιστρέψω στην Κύπρο. Η Κύπρος με χρειάζεται!», του είχε απαντήσει.
Πάλι η Κύπρος, ε; Πάντα. Πάνω από εμάς, πάνω απ’ όλους, ήταν η Κύπρος.
 
Από τις πρώτες φωτογραφίες του Δώρου (άκρη αριστερά), σε ηλικία 3 ετών, από οικογενειακή εκδρομή στις Πλάτρες.

Η Βαρβάρα, η γυναίκα του, ζει στην Αμερική πια; Ναι. Αν και εκείνη ήθελε να παραμείνει στην Κύπρο. Με τον Δώρο παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο το ’72 και το ’73 με θρησκευτικό, στην Κύπρο. Όταν είχαν έρθει στην Κύπρο, από την Αμερική, ο Δώρος ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής φιλολογίας στο «English school» και η Βαρβάρα δίδασκε μουσική. Οι μαθητές λάτρευαν τον Δώρο! Κρέμονταν από τα χείλη του, γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους καθηγητές, τους τα έλεγε αλλιώτικα τα πράγματα μάλλον, απ’ ό,τι μου λένε. Θα σας πω και κάτι άλλο, που δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ… Η Βαρβάρα ήταν έγκυος. Αλλά έκανε αποβολή, λόγω των γεγονότων, τον καιρό που κυνηγούσαν τον Δώρο. Μεταξύ πραξικοπήματος και εισβολής είχε κάνει απόξεση. Ο Δώρος δεν το γνώριζε, δεν πρόλαβε να του το πει η Βαρβάρα. Εγώ το έμαθα πολύ αργότερα, από την ίδια τη Βαρβάρα. Οι καταστάσεις, βλέπετε… Δεν ξέρω αν τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά στη ζωή του, αν γνώριζε πως θα γινόταν πατέρας. Ίσως η μοίρα του, όμως, να ήταν αυτή: Να γίνει ήρωας. 

Τους Αύγουστους πώς τους ζείτε πια; Είναι οι μέρες εκείνες που θέλω να λείπω από την Κύπρο. Δεν αντέχεται όλο αυτό! Ακούω τις σειρήνες και τρομάζω. Όταν μεταδίδονται τα αφιερώματα για το πραξικόπημα και την εισβολή, κλείνω το ράδιο. Δεν θέλω να ακούω. Εστοίχισεν μου που έχασα τον Δώρο. Εστοίχισεν μου πολλά… Το καταλαβαίνετε… Όταν ήθελα κάτι που δεν μου το έδινε ο παπάς, έλεγα του Δώρου και τον έπειθε. Όταν ήταν στην Αθήνα, στην Αμερική, τότε που εδούλευε παράλληλα ως μπογιατζής, γιατί ο παπάς δεν μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με ένα μαγαζί που είχε, πάντα μου έγραφε γράμματα. Τα έχω φυλαγμένα όλα! Μου έλεγε, θυμάμαι: «Αθηνούλα, είσαι ένα μηδενικό μέσα σε εκατομμύρια κόσμου. Χάνεσαι μέσα στη μάζα. Και μη νομίζεις ότι στην Αμερική είναι όλα ρόδινα…». 
 
Στην γκαλερί «Απόφαση», στην τότε πλατεία Μεταξά, στη Λευκωσία. Μαζί με τον Δώρο (δεύτερος από δεξιά) είναι, μεταξύ άλλων, ο Κύρος Ρωσσίδης, ο Ευτύχιος Πουλλαίδης, ο Ανδρέας Μαραγκός και ο ζωγράφος Χριστόφορος Σάββα.

Αντέχετε τουλάχιστον να ακούτε το «τραγούδι του Λεύτερου»; (σιγοτραγουδά) «Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω / θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα / θα βγω στους δρόμους / στες πλατέες…». Ναι. Ναι. Αυτό είναι το μόνο που αντέχω. Το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύτηκε, πρώτη φορά, στις 22 Αυγούστου του 1974, μία βδομάδα ουσιαστικά πριν από τη δολοφονία του Δώρου, στην εφημερίδα «Τα Νέα». Να, άλλο ένα παιχνίδι της μοίρας… Την επόμενη της δολοφονίας του αναδημοσιεύτηκε και στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Γιώργο Κοτσώνη, με ερμηνευτή τον Κώστα Καμένο. Το «τραγούδι του Λεύτερου» είναι το τραγούδι του Δώρου!   

xatzigeorgiou@yahoo.com
 
Φιλgood, τεύχος 236.
  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου      Μιχάλης Κυπριανού & Σπάνιο Φωτογραφικό Υλικό κ. Λοΐζου.   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...