To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Η «μητριά γλώσσα» του Μεχμέτ Γιασίν
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Η «μητριά γλώσσα» του Μεχμέτ Γιασίν
Τελευταία Ενημέρωση: 15 Οκτωβρίου 2019, 12:17 μμ
Το ξέκοψε από την αρχή: «Δεν θέλω να δώσω συνέντευξη σε στιλ ερώτηση- απάντηση, ειδικά σε κυπριακό μέσο. Ελληνοκυπριακό ή τουρκοκυπριακό. Προτιμώ να αφηγηθώ μια ιστορία από τη ζωή μου. Όλα όσα αποφεύγω να πω σε μια συνέντευξη ενδεχομένως υποβόσκουν στις πτυχές αυτής της ιστορίας». Αφηγείται λοιπόν τη γνωριμία του με την Κωνσταντίνα από την Κωνσταντινούπολη στο Λέτσε. Η ηλικιωμένη πολίτισσα θα γινόταν ο άνθρωπος που του έκανε την πιο πολύτιμη λογοτεχνική κριτική.
 
Γεννημένος το 1958, ο Μεχμέτ Γιασίν μεγάλωσε στη Νεάπολη Λευκωσίας και μέχρι τα τέλη του 1963 δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει «διαφορά» μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ήταν όλοι γείτονες, όπως και κάποιοι Αρμένιοι που μιλούσαν τουρκικά καλύτερα από τους Τουρκοκύπριους. Ως παιδί μεγάλωνε μιλώντας μια μικτή γλώσσα. Μέλος μιας κοσμοπολίτικης οικογένειας λογοτεχνών, αλλά οι γονείς του χώρισαν πριν γεννηθεί. Δεν θέλει να θυμάται τη βία που το 1964 τον οδήγησε πρόσφυγα στη Λεύκα. Ούτε για τα γεγονότα της ενηλικίωσης, τα τραύματα που κουβαλά και συμπυκνώνει θέλοντας και μη στον πυρήνα του λογοτεχνικού του στίγματος. Ακόμη περισσότερο τον πληγώνει η τρέχουσα κατάσταση. Αυτό που απεχθάνεται περισσότερο είναι το «καπέλωμα», η ανάγνωση των έργων του υπό το πρίσμα μιας πολιτικής ταυτότητας.

«Κάθε φορά που έρχομαι στην Κύπρο αρρωσταίνω και θέλω να φύγω» λέει ο ίδιος. Όμως έρχεται αρκετά συχνά, τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο, παρότι δηλώνει χαρούμενος στην Αθήνα όπου ζει από το 2016. Προηγουμένως, από το 2002, ζούσε μεταξύ Κέιμπριτζ, Λευκωσίας και Κωνσταντινούπολης. Γεννημένος κοσμοπολίτης, σπούδασε σε Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Μπέρμιγχαμ, Λονδίνο και Αθήνα. Από την Τουρκία απελάθηκε το 1986 με πρόσχημα την «ανατρεπτική» του ποίηση. Η απέλαση ήρθη το 1993 και με την επιστροφή του εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα. Έχει διδάξει συγκριτική λογοτεχνία, μετάφραση, δημιουργική γραφή, κυπριακές μελέτες και σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία σε πανεπιστήμια της Βρετανίας, της Τουρκίας, της Κύπρου.

Είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους διεθνώς σύγχρονους Κύπριους λογοτέχνες, με τη δουλειά του να έχει μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες. Τα βιβλία του έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον επαναπροσδιορισμό της λογοτεχνικής παράδοσης της Κύπρου και της Τουρκίας. Ωστόσο, το αναγνωστικό κοινό στο νησί, ειδικά οι ελληνοκύπριοι, ελάχιστα τον γνωρίζει. Οι Τούρκοι εκδότες δεν επανεκδίδουν τα βιβλία του για οικονομικούς, αλλά κυρίως για πολιτικούς λόγους. Το ελληνόφωνο κοινό τον ανακάλυψε σχετικά πρόσφατα: η ποιητική του συλλογή «Άγγελοι Εκδικητές» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Vakxikon.gr το 2015 και το μυθιστόρημά του «Ιχθύς Ομογενής» το 2018 από τις εκδόσεις Αστάρτη. Και παρεμπιπτόντως ο Έλληνας μεταφραστής άκουσε γι’ αυτόν από τη Γαλλία κι όχι από την Κύπρο.  Τον καιρό αυτό μεταφράζεται για την Αστάρτη το βιβλίο του «Κίτρινο Κεχριμπάρι» που εστιάζει στο κέντρο της Λευκωσίας, ενώ έπεται το βιβλίο του «Ώρες απέλασης» για τον ξεριζωμό των Καραμανλήδων.

«Έχει πολύ μεγάλη σημασία ποιος καταλαβαίνει καλύτερα τη δουλειά σου. Συνειδητοποίησα ότι το αναγνωστικό κοινό με το οποίο βρίσκομαι πιο κοντά είναι οι Κωνσταντινουπολίτες. Γιατί; Διότι βρίσκουν όλα όσα γράφω στα τουρκικά. Κι επειδή γνωρίζουν τη θέση μου στην τουρκική λογοτεχνία. Εγώ μπορεί να αισθάνομαι επίσης Κύπριος, Τούρκος ή οτιδήποτε άλλο, η ουσία όμως είναι ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούν να διαβάσουν αυτά που γράφω εκτός αν μεταφραστούν στα ελληνικά. Και ιδέα δεν έχουν ποιος είμαι, τι κάνω και ποια είναι η θέση μου στην τουρκική λογοτεχνία. Οι ελληνόφωνοι συμπατριώτες μου ήρθαν και με βρήκαν όταν άκουσαν το όνομά μου από την Ιταλία, όταν ένα θέατρο με προσκάλεσε να κάνω μια αυθόρμητη ηχογράφηση στη σκηνή. Οι Κωνσταντινουπολίτες. Μ’ αυτούς μοιράζομαι κοινές ευαισθησίες σε σχέση με το τι σημαίνει να είσαι μειονότητα. Κοσμοπολίτικη μειονότητα. Και αντιλαμβάνονται και τη διαχρονική πολιτιστική σχέση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.
 
»Τεκμηριωμένη κριτική μπορεί να σου κάνει κάποιος ακαδημαϊκός, ή κάποιος σημαντικός ποιητής και συγγραφέας. Κάποτε όμως χρειαζόμαστε κάποιον που να διαβάζει τα έργα μας πέρα από τους τύπους της λογοτεχνικής θεωρίας, υπό το πρίσμα της ψυχής και της προσωπικής εμπειρίας. Κάποιον που να καταλαβαίνει βαθύτερα τι γράφεις για να το κρίνει. Ευτυχώς, εμένα μου έλαχε μια τέτοια εμπειρία. Ήταν το 2007 και βρέθηκα στο Λέτσε της Μεγάλης Ελλάδας για μια λογοτεχνική συνάντηση, φιλοξενούμενος του Πανεπιστημίου του Σαλέντο, όπου υπάρχει τμήμα τουρκικών σπουδών και διδάσκεται το αγγλόφωνο βιβλίο μου 'Μητριά γλώσσα: Από τον εθνικισμό στην πολυπολιτισμικότητα- Λογοτεχνία της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας'. Η σχέση Νότου- Ανατολής είναι ένα θέμα μεγίστου ενδιαφέροντος στην Ιταλία. Αφού συζήτησα το βιβλίο με τους φοιτητές, βρέθηκα σ’ ένα πάνελ στον Καθεδρικό του Λέτσε όπου διάβαζαν τα ποιήματά μου. 
 
»Όπως καθόμουν στο πάνελ, πρόσεξα μια ευπαρουσίαστη υπερήλικη κυρία που κάθισε στην πρώτη σειρά. Μου έκανε εντύπωση η κομψότητά της, αλλά κι οι αντιδράσεις της με χειρονομίες και με τη γλώσσα του σώματος καθώς διάβαζα στα τουρκικά. Αυτό σήμαινε ότι γνώριζε τη γλώσσα. Όταν ξεκίνησε, μέσω διερμηνέα, η συζήτηση με το κοινό η κυρία αυτή ζήτησε τον λόγο και σε άπταιστα τουρκικά με κωνσταντινουπολίτικη προφορά είπε τα εξής: 'Γιε μου, γιατί εστιάζεις τόσο πολύ το ενδιαφέρον σου στο γλωσσικό ζήτημα; Γιατί αισθάνεσαι την ανάγκη να αναλύσεις τη γλωσσική διάσταση στα ποιήματά σου; Τι σε κάνει να νιώθεις ότι χρειάζεται να λογοδοτήσεις για την ποικιλία και την υβριδικότητα της γλώσσας στα βιβλία σου; Δεν είναι κρίμα να σπαταλάς τον χρόνο σου να εξηγείς την πηγή των έργων σου, ειδικά σε ό,τι αφορά τις γλωσσικές και γραμματικές πτυχές; Αν η ουσία της ποίησης ήταν η γλώσσα, ο καθένας θα μπορούσε να γράψει ποίηση. Αλλά την ποίηση τη δημιουργείς, δεν τη φτιάχνεις. Άρα, τι ζητάς από το κοινό; Θέλεις να κατανοήσουμε κάθε λέξη όπως τη νιώθεις εσύ; Αυτό είναι αδύνατον. Και λυπάμαι που η εμπειρία σου σε ωθεί να μακρηγορείς εξηγώντας και εξηγώντας τη γλώσσα στη δουλειά σου. Μην ξεχνάς ότι η ποίηση είναι κάτι που υπερβαίνει τη γλώσσα.'
 
»Έμεινα άφωνος. Και της είπα ότι είχε απόλυτο δίκιο. Η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από τη γλώσσα, όπως η Κωνσταντινούπολη είναι κάτι περισσότερο από την Τουρκία. Μου έκανε κι άλλες πολλές καίριες επισημάνσεις. Είχα σοκαριστεί από μια συζήτηση τόσο σοφιστικέ με μια γυναίκα που κόντευε τα 90. Μιλούσε εκλεπτυσμένα τουρκικά, μ’ έναν αέρα σαν να έφαγε όλη τη ζωή της μελετώντας πάνω στα ζητήματα αυτά. Ρώτησα τον διερμηνέα μου και μου είπε πως όλοι στο Λέτσε τη γνωρίζουν ως Κωνστάντσα, αλλά το πραγματικό της όνομα ήταν Κωνσταντίνα. Ήταν ρωμιά της Κωνσταντινούπολης, από αστική οικογένεια. Μια κομψή Φαναριώτισσα με σπάνια χάρη. Είχε μεταναστεύει στο Λέτσε το 1974, με αφορμή τα γεγονότα της Κύπρου που οδήγησαν στην έξοδο τους ρωμιούς της Κωνσταντινούπολης.
 
»Αργότερα έμαθα ότι είχε ακόμη κάποιους συγγενείς που έμεναν στα Πριγκιποννήσια κι ότι ο αδερφός της ήταν τότε συνοδικός στο Πατριαρχείο. Ο σύζυγός της ήταν Αρμένιος της Πόλης και μιλούσε πάντοτε αρμένικα αναμεμιγμένα με τουρκικά και η Κωνσταντίνα του απαντούσε στα ελληνικά. Και συνεννοούνταν θαυμάσια. Ο σύζυγος είχε πεθάνει πρόσφατα και δεν είχε βγει έκτοτε από το σπίτι παρά μόνο για να έρθει στον Καθεδρικό, ειδικά για μένα. Μεγάλη μου τιμή. Η γυναίκα αυτή ήταν πασίγνωστη σε όλη τη Μεγάλη Ελλάδα πρωτοστατώντας σε επιτροπές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Έκανε γερμανόφωνες σπουδές –εικάζω στη Βιέννη- και μου είπαν ότι είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη κι ότι γνώριζε τα πάντα για την Ελλάδα, την Τουρκία, την Αρμενία και την Ιταλία. Με είχε καταγοητεύσει.
"Μια μέρα, στα 93 της, φόρεσε ένα πολύ σικ φόρεμα, ενημέρωσε την οικιακή βοηθό ότι θα πάει να περπατήσει στον Βόσπορο και να επισκεφθεί το Πέρα Παλάς κι έφυγε από το σπίτι. Νόμιζε ότι βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και αναπόφευκτα χάθηκε στο Λέτσε όντας εντελώς αποπροσανατολισμένη." Ο Μεχμέτ Γιασίν φωτογραφημένος στη γενέτειρά του, Λευκωσία. Φωτογραφία: Μιχάλης Κυπριανού. 

»Είχα μαζί μου μόνο ένα μυθιστόρημα να της δώσω, τις 'Ώρες Απέλασης' του 2003 το οποίο είναι γραμμένο στα τουρκικά και περιέχει αποσπάσματα στα καραμανλίδικα, ως υπενθύμιση ότι αποτελούν μέρος της γλωσσικής μας κληρονομιάς. Το βιβλίο αναφέρεται τόσο στον ξεριζωμό των Καραμανλήδων όσο και στην κατοχή της Κύπρου. Εκείνη την ημέρα μου είπε ότι ήξερε την πρώτη μου δουλειά που κέρδισε το 1985 το Βραβείο Ποίησης της Τουρκικής Ακαδημίας. Και πως όταν έμαθε ότι θα πάω στην Ιταλία έψαξε για μένα στο ίντερνετ και διάβασε ποιήματά μου. Ανταλλάξαμε ηλεκτρονικές διευθύνσεις και της υποσχέθηκα ότι θα της ταχυδρομούσα τα βιβλία μου. Το έκανα. Κι εκείνη μου έστειλε γράμμα και οικογενειακές φωτογραφίες από την Πρίγκηπο.
 
»Δύο χρόνια αργότερα, το 2009, ξαναπήγα στο Λέτσε και συνάντησα την κόρη της, την Ισαβέλλα. Εκείνο το διάστημα είχαν εκδοθεί μεταφράσεις πολλών βιβλίων μου στα ιταλικά. Η Ισαβέλλα διάβασε ποιήματά μου σ’ ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο σε τρεις γλώσσες: ιταλικά, ελληνικά και τουρκικά. Μου είπε ότι η μητέρα της ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Κι ότι δεν της είπε ότι θα ερχόμουν γιατί με αγαπούσε πολύ κι αν μάθαινε για την εκδήλωση είτε θα προσπαθούσε να έρθει κι αυτό θα της έκανε κακό, είτε δεν θα τα κατάφερνε κι αυτό θα τη στεναχωρούσε. Με παρακάλεσε να σκαρφιστούμε μια ιστορία ότι δήθεν τυχαία βρισκόμουν στην περιοχή για να περάσω να την επισκεφθώ στο σπίτι. 'Και ξέρεις' μου είπε 'η μητέρα μου τοποθέτησε τα βιβλία που της έστειλες στο κομοδίνο που έχει δίπλα στο κρεβάτι της μαζί με τα προσωπικά της αντικείμενα και δεν επιτρέπει σε κανέναν να τα αγγίξει. Γι’ αυτό απολογούμαι που δεν κατάφερα να διαβάσω τα βιβλία σου'.
 
»Έτσι, την επισκέφθηκα. Και πέρασα μια υπέροχη νύχτα στο σπίτι της. Μιλούσαμε για ώρες σαν δυο καλοί φίλοι, σαν να είμαστε οικογένεια. Επειδή καταλαβαινόμασταν πλήρως. Αυτό που μας ένωνε ήταν το παρόμοιο ριζικό μας. Προερχόμαστε από κοσμοπολίτικες μειονότητες που δεν ανήκουν πουθενά. Εγώ δεν ανήκω στην Τουρκία, δεν ανήκω στην Κωνσταντινούπολη. Κι αυτοί οι άνθρωποι δεν ανήκουν στην Αθήνα, δεν ανήκουν στην Ελλάδα. Είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Είμαι κάτι παραπάνω από Τούρκος κι εκείνη ήταν κάτι παραπάνω από Ελληνίδα. Αυτό που μας συνέδεε υπερέβαινε την τουρκικότητα ή την ελληνικότητά μας. Είμαστε πολίτες του κόσμου, χωρίς να είμαστε σε σύγκρουση με τις εθνικές μας ταυτότητες, αλλά και χωρίς να ταυτιζόμαστε μ’ αυτές.
 
»Κάθε φορά που επισκεπτόμουν την Ιταλία, έκτοτε, η υγεία της Κωνσταντίνας χειροτέρευε. Μέχρι που έλαβα ένα μήνυμα από την Ισαβέλλα ότι η μητέρα της παρουσίαζε συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Μια μέρα, στα 93 της, φόρεσε ένα πολύ σικ φόρεμα, ενημέρωσε την οικιακή βοηθό ότι θα πάει να περπατήσει στον Βόσπορο και να επισκεφθεί το Πέρα Παλάς κι έφυγε από το σπίτι. Νόμιζε ότι βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και αναπόφευκτα χάθηκε στο Λέτσε όντας εντελώς αποπροσανατολισμένη. Ευτυχώς, τη βρήκαν.
 
"Στην Τουρκία υπάρχει σήμερα μια νοσταλγία για τους Ρωμιούς, την οποία δεν συμμερίζομαι γιατί κατά τη γνώμη μου νοσταλγείς κάτι όταν το χάσεις οριστικά. Αφού εξαφάνισαν τις μειονότητες, νιώθουν νοσταλγία και γράφουν και σχετικά βιβλία. Αυτό για μένα είναι ένα νεοοθωμανικό είδος ιμπεριαλιστικής νοσταλγίας." Φωτογραφία: Μιχάλης Κυπριανού. 


»Το περιστατικό με συγκλόνισε και ήταν τότε που αποφάσισα να γράψω προς τιμήν της ένα κείμενο για να το στείλω σε εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης να το δημοσιεύσει στο πολιτιστικό της ένθετο. Με ενημέρωσαν, όμως, ότι είχαν ανοίξει μια ηλεκτρονική εφημερίδα για να δημοσιεύουν τέτοιου είδους γραπτά. Τους είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι κι ότι ήθελα να δημοσιευτεί εντύπως. Έχω μια φήμη ότι δεν δίνω συνεντεύξεις, ότι δημιουργώ προβλήματα, ότι είμαι ένας εκκεντρικός ποιητής που κάνει καπρίτσια. Ίσως. Όμως εγώ αυτό που ήθελα ήταν να στείλω την εφημερίδα στην Κωνσταντίνα για να την αγγίξει. Και να τη βάλει στο κομοδίνο της. Δεν την ξένιζε η τεχνολογία, αλλά πάντοτε προτιμούσε τη μυρωδιά του χαρτιού, την αίσθηση των βιβλίων και των εφημερίδων. Το κείμενο εκείνο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Και στο μεταξύ, πριν από τρία χρόνια, η Κωνσταντίνα απεβίωσε έχοντας φτάσει τα 96 χρόνια.
 
»Είχα ξεχάσει το δοκίμιο αυτό. Πολύ πρόσφατα, το ιταλικό ακαδημαϊκό περιοδικό 'Le Simplegadi' μού ζήτησε να γράψω ένα άρθρο με θέμα την κατανόηση, τη διαφορετικότητα και τις σχέσεις. Ψάχνοντας τα αρχεία στον υπολογιστή μου έπεσα πάνω στο κείμενο εντελώς τυχαία. Το μετέτρεψα σε κάτι πιο ακαδημαϊκό, με πιο επίσημη γραφή, αναφερόμενος και στις διώξεις του τουρκικού εθνικισμού που σχεδόν εξαφάνισε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Στην Τουρκία υπάρχει σήμερα μια νοσταλγία για τους Ρωμιούς, την οποία δεν συμμερίζομαι γιατί κατά τη γνώμη μου νοσταλγείς κάτι όταν το χάσεις οριστικά. Αφού εξαφάνισαν τις μειονότητες, νιώθουν νοσταλγία και γράφουν και σχετικά βιβλία. Αυτό για μένα είναι ένα νεοοθωμανικό είδος ιμπεριαλιστικής νοσταλγίας.

»Νοσταλγία υπάρχει και στην ελληνοκυπριακή κοινότητα για τους τουρκοκύπριους. Γιατί; Αφού ακόμη υπάρχουν. Είμαι επικριτικός για τη νοσταλγία αυτή στην Τουρκία, όπως είμαι επικριτικός και για τις κάθε είδους δικοινοτικές εκδηλώσεις στην Κύπρο. Γιατί πιστεύω ότι πρώτιστα διαχωρίζουν τις δυο κοινότητες. Εγώ λ.χ. δεν πιστεύω ότι είμαι διαφορετικός από τους Ελληνοκύπριους. Η Ισαβέλλα, λοιπόν, μεταφράζει τώρα στα ιταλικά αυτό το δοκίμιο στη μνήμη της μητέρας της που θα δημοσιευτεί περί τα τέλη Οκτώβρη στην Ιταλία. Διατηρώ μια πολύ καλή σχέση με την οικογένεια της Κωνσταντίνας. Είμαστε οικογενειακοί φίλοι και επικοινωνούμε συχνά. Σήμερα η Ισαβέλλα ζει πλέον μεταξύ Βρυξελλών, Λέτσε και Κωνσταντινούπολης επειδή μετακόμισε η κόρη της στις Βρυξέλλες. Κι εγώ ζω μεταξύ Κέμπριτζ, Παλαιού Φαλήρου και Λευκωσίας.
 
»Πάντα ήθελα να ζήσω στην Αθήνα. Ήξερα ότι αυτή η πόλη ήταν για μένα. Για πρώτη φορά την επισκέφθηκα το 1989, σε δύσκολες εποχές, απεσταλμένος του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να μελετήσω ελληνική λογοτεχνία. Αν θα μείνω για πάντα εκεί; Δεν υπάρχει 'για πάντα' για ανθρώπους σαν την Κωνσταντίνα, την Ισαβέλλα, ή εμένα.»

  Γιώργος Σαββινίδης      Μιχάλης Κυπριανού   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...