To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Νικομάχη Καρακωστάνογλου Μπουτάρη: Είμαι συγκεντρωμένη στο φως
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWNΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Νικομάχη Καρακωστάνογλου Μπουτάρη: Είμαι συγκεντρωμένη στο φως
  02 Δεκεμβρίου 2019, 10:30 πμ  
Αν η δημιουργία προκύπτει μέσα από ισχυρές εμπειρίες, τότε στη ζωή της έχει συμβεί αυτό ακριβώς. Μέσα από τα έργα της καταγράφει με μοναδική διαφάνεια την αλήθεια του κόσμου της. Και φτάνει στην Κύπρο, στην πρώτη της γνωριμία με το κοινό του νησιού, κουβαλώντας το φως της ερήμου της Χιλής.
 
- Συστήνεσαι στο κοινό της Κύπρου με μια έκθεση που έχει τον τίτλο «Ατακάμα»… Που είναι η έρημος στη Χιλή. Μια τοποθεσία που είχα πάει πρόσφατα στο πλαίσιο φιλοξενίας καλλιτεχνών για ένα μήνα. Έμεινα σε μια όαση και δούλεψα εκεί. Η δουλειά μου, στο μεγαλύτερο μέρος της, λοιπόν, αναφέρεται σε αυτή την πολύ ισχυρή εμπειρία. Το γεγονός και μόνο πως ζεις στην έρημο είναι πολύ διαφορετικό, σε βγάζει από τον χώρο στον οποίο νιώθεις ασφάλεια. Ήταν όμως και το εκτυφλωτικό φως της ερήμου. Όσο κι αν έχεις συνηθίσει το φως του Αιγαίου και τις διαθλάσεις του ελληνικού φωτός στα λευκά μάρμαρα, όσο κι αν έχει εκπαιδευτεί η όρασή σου σ’ αυτό, εκεί το φως είναι τόσο ισχυρό που σε τυφλώνει. Είναι με έναν τρόπο πολύ πιο ροζ. Όχι άσπρο. Στο σούρουπο αυτά που βλέπεις είναι κάτι που το μυαλό δεν μπορεί να τα διαχειριστεί. Όταν αρχίσει να δύει ο ήλιος στην έρημο, έχοντας γύρω σου τις Άνδεις, τα μάτια σου δεν φτάνουν να ακουμπήσουν όλο αυτό. Τότε αρχίζουν να γίνονται πολύ έντονα πράγματα μέσα σου. Αφήνεσαι. Δεν μπορείς να το επεξεργαστείς όλο αυτό με το μυαλό, αυτή την απεραντοσύνη. 
 

- Με ποιο τρόπο θα έλεγες πως λειτούργησε το φως στα έργα σου; Η διαφορά του φωτός ήταν έντονη, η αντίθεση μεγάλη, τόσο που άρχισα να νιώθω πως δεν βλέπω. Ζώντας αυτό καθημερινά σκεφτόμουν αν μεγαλώνοντας, στα βαθιά γεράματα τυφλωθώ, πώς θα είναι η ζωή μου; Προσπαθούσα, λοιπόν, να ακολουθήσω το νερό των χρωμάτων, όχι το φως. Όλο αυτό έβγαλε μια σειρά από πολύ μεγάλα προσχέδια, που έπρεπε να φέρω σε ένα τεράστιο κουτί για να δουλέψω με αυτά τα έργα που παρουσιάζω στην έκθεση. Ξέρεις, σπούδασα γλυπτική και οι γλύπτες κάνουν σχέδια σε χαρτί. Οπόταν είναι μια σειρά από σχέδια που προσπαθούν να αποτυπώσουν τη δόνηση του φωτός που βίωνα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί. Τα παστέλ έργα της «Ατακάμα» περιέχουν και μια έκπληξη. Στο χρώμα έχω βάλει μια λεπτή ασημένια σκόνη, που όταν φωτίζονται αυτή διαθλάται. Γιατί και στην άμμο της ερήμου υπάρχουν ατέλειωτα πετρώματα, ένα χρώμα λευκό και ιριδίζον. Που δεν μπορούσε να αποτυπώσει ούτε η κάμερα. Προσπάθησα έτσι να τη βάλω στα μελάνια μου και δημιουργήσω αυτή τη διάθλαση. 

- Τι άλλο θα δούμε στην έκθεση; Υπάρχει μια άλλη σειρά με μεγάλης κλίμακας από χρυσή σκόνη αγιογραφίας, σε πολύ πιο έντονη ανάμιξη απ’ ό,τι συνηθίζουν οι αγιογράφοι. Επέλεξα να τη χρησιμοποιήσω σαν πάστα, σαν ύλη και έχω φτιάξει κάποιες φόρμες σαν θερμογράφημα, σαν να αποτυπώνεται εκεί η θερμοκρασία της ψυχής σου. 

- Θα έλεγες πως η σχέση με τη δουλειά σου έχει να κάνει με τον τόπο που δουλεύεις; Απόλυτα. Η σχέση μου με τη δουλειά μου ξεκινά με τη σχέση μου με τον τόπο που δουλεύω. Το στούντιό μου είναι στο Νυμφαίο, στη Βόρεια Ελλάδα μέσα στο δάσος. Στην πραγματικότητα η σχέση μου με τη δουλειά μου έχει να κάνει με τη φύση. Πάω εκεί εντελώς μόνη. Κάθε πρωί μπαίνω στο δάσος, κάνω διαλογισμό και μετά από 1,5-2 ώρες, γυρνάω στο σπίτι, τρώω πρωινό και μπαίνω στο στούντιο. Από τη στιγμή που μπαίνω εκεί ξέρω και τι θέλω να κάνω. Η δουλειά μου έχει να κάνει με τις ψηλές δονήσεις που συλλέγω από τη φύση και τον τρόπο που θα τις αποτυπώσω στο χαρτί. Όπως και τη δουλειά για την «Ακατάμα». Έφερα έμπνευση από εκεί.  

- Ερμηνεύεις τη ζωγραφική σου σαν γλυπτική; Ναι, γι’ αυτό τα έργα μου τα βλέπω σαν σχέδια. Είναι διάφανα, τρισδιάστατα κι έχουν πάντα μια υπόσχεση να γίνουν γλυπτά.  

- Ο διαλογισμός πώς προέκυψε; Προέκυψε τα τελευταία χρόνια, όταν άρχισα να συγκεντρώνομαι πολύ στη δουλειά μου, σαν ένας τρόπος να αφουγκράζομαι το είναι μου. Να ευθυγραμμίζομαι, να καθαρίζει η σκέψη μου, να κρατώ τα χέρια μου σε σταθερότητα… 
 
- Στην Αθήνα λειτουργείς σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον… Στην Αθήνα δουλεύω με αρχιτέκτονες, μ’ ενδιαφέρει πολύ στη δουλειά μου ο δημόσιος χώρος. Αφιερώνω μεγάλο χρόνο σε ραντεβού, συναντήσεις, οπότε μοιράζω το χρόνο που δουλεύω ανάμεσα στο ατελιέ μου και στην Αθήνα. Αυτός ο διαχωρισμός το κάνει όλο αυτό πιο απλό στη σκέψη μου. Στο Νυμφαίο μένω δυο βδομάδες κάθε περίπου ενάμιση μήνα. Ο χρόνος που περνάω εκεί έχει κυρίως να κάνει με τα έργα, το πως προχωράνε, μια πιθανή καινούρια ανάθεση…  

- Η φυγή αυτή δεν είναι πάντα εύκολη, έτσι δεν είναι; Δεν μου αρέσει να φεύγω από την οικογένειά μου. Το κάνω γιατί μου αρέσει να φεύγω από την πόλη. Όλο αυτό εμπερικλείει μια μοναχικότητα, μια σκληράδα. Στο ρυθμό της συγκεκριμένης αυτής ενεργειακής ζωής μπαίνεις σιγά–σιγά. Γράφεις, δουλεύεις, τρέφεσαι καθαρά… Υπάρχουν πολύ μεγάλες στιγμές ηρεμίας και γαλήνης, αλλά δεν είναι κάτι που με ευχαριστεί πάντα, γιατί ακριβώς βρίσκομαι μακριά τους.  

- Αλήθεια, το επίθετό σου λέει πολλά για την καταγωγή σου…  Όταν με ρωτάνε από πού είσαι απαντώ από τη Σμύρνη. Δεν λέω από την Αθήνα. Η καταγωγή μου είναι μόνο απ’ εκεί. Και από την πλευρά της μητέρας μου και του πατέρα μου. Νιώθω πως είμαι από τη Σμύρνη και με έναν τρόπο επηρεάζει πολύ τη σκέψη μου, τον τρόπο που προσεγγίζω τους ανθρώπους, τον τρόπο που τους φροντίζω. 

- Η τέχνη πότε ήρθε στη ζωή σου; Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που αγαπούσε την τέχνη. Χάρη στον μπαμπά, συλλέκτη με έργα του 19ου αιώνα, οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από πάνω έως κάτω με ζωγραφική. Κάθε Κυριακή, μάλιστα, μας πήγαινε στην Πινακοθήκη, εμένα και τις αδελφές μου, τέσσερις στο σύνολο και μας μάθαινε να ξεχωρίζουμε τα έργα απ’ την τεχνοτροπία τους. Από πολύ μικρή, λοιπόν, ήμουν εξοικειωμένη με τη ζωγραφική. Παρ' όλα αυτά, ήθελα να γίνω γλύπτρια. Όταν έφτασε η ώρα για τις σπουδές, ο μπαμπάς μου ήταν θετικός για τις σπουδές στην Τέχνη, με την προϋπόθεση πως πρώτα θα έπαιρνα πτυχίο είτε στα Νομικά στα είτε Οικονομικά. Έτσι κι έγινε. Σπούδασα Οικονομικά και μετά έφυγα για το Λονδίνο κάνοντας αυτό που πραγματικά επιθυμούσα. 

- Το Λονδίνο επηρέασε τον τρόπο σκέψης σου; Έζησα έξι χρόνια εκεί. Στο Λονδίνο υπέφερα από τον καιρό, αλλά και από τους ανθρώπους που μοιάζανε διαφορετικοί λόγω της νοοτροπίας τους. Ήταν πολύ δύσκολο όλο αυτό, μέχρι τη μέρα που αποφοίτησα. Χωρίς να έχω πια σχέσεις εξάρτησης, συνειδητοποίησα πως το Λονδίνο ήταν για μένα μια πόλη- κιβωτός. Μια πόλη με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πιστεύω το περιβάλλον που εκτίθεσαι είναι πολύ πιο σημαντικό από τις σπουδές που μπορείς να κάνεις. 

- Η Αθήνα του σήμερα, πόσο σε επηρεάζει; Νιώθω πολύ τυχερή που ζω στην Αθήνα μετά την κρίση. Στο κομμάτι της τέχνης η πόλη ζει μια αναγέννηση. Τρέχουν αυτή τη στιγμή 40 χώροι που τους διευθύνουν καλλιτέχνες ή επιμελητές. Έχει δημιουργηθεί ένα μελίσσι δημιουργικότητας, με ιδρύματα και μουσεία. Είναι μέρες που δεν ξέρεις πού να πας και τι να πρωτοδείς. Μένω στο κέντρο της Αθήνας στο Κολωνάκι κι αυτό τα κάνει όλα πιο εύκολα. Το λέω από την έννοια του ότι δεν είμαι απομονωμένη σε ένα προάστιο.  

- Για ποιο λόγο καθυστέρησε η επαγγελματική σου ενασχόληση με τη ζωγραφική; Όταν γύρισα από το Λονδίνο ήταν μια εποχή που ήμουν πολύ εύθραυστη και δεν ήθελα να μπω στον κόσμο της τέχνης, δεν είχα τα κότσια να το κάνω. Αναρωτήθηκα λοιπόν, τι έχω μάθει να κάνω; Να ανασύρω την αλήθεια, ήταν η απάντηση. Άρα, θα ανασύρω την αλήθεια τους ανθρώπους, θα φτιάχνω τους χώρους τους με κέντρο την αλήθειά τους, αποφάσισα. Έφτιαξα έτσι μια σειρά από βιβλία με εικόνες: Τη Γη από ψηλά, το διάστημα, εικόνες από δύσβατους προορισμούς, από τη θάλασσα, τον βυθό, το μικροσκόπιο. Ήταν μια διαδρομή οπτική, από τη μάκρο–εικόνα στη μίκρο–εικόνα. Και έβαζα τους πελάτες μου να ξεφυλλίσουν αυτά τα βιβλία με τον ρυθμό και τη δομή της σκέψης μου και να σταματάνε σε εικόνες που τους δημιουργούσαν θετικά ή αρνητικά συναισθήματα. Κι εγώ έφτιαχνα ένα ψυχογράφημα. Και έφτιαχνα τους χώρους τους με αυτό τον τρόπο. Ήταν μια δουλειά που έκανα για 18 χρόνια και παράλληλα σχεδίαζα. Πολύ μικρά σχέδια. Εκατοντάδες. Γιατί θυμάμαι έναν δάσκαλο που είχα στο Λονδίνο και μου είχε πει: Μη σταματήσεις ποτέ να σχεδιάζεις. Και ήταν πολύ σωστό αυτό γιατί μέσα από τα σχέδια κρατούσα το νήμα με την ψυχή μου.  Το 2011 φεύγω για Σαγκάη οικογενειακώς και εκεί συνεχίζω να δουλεύω πολύ σε αυτό. Παράλληλα, σπουδάζω δίπλα σε μια 90χρονη Κινέζα καλλιγράφο κινέζικη καλλιγραφία και εξοικειώνομαι πολύ με το μελάνι. Γυρνάμε το 2016 στην Ελλάδα και έχουμε περάσει τόσο δύσκολα στην Κίνα, ήταν τόσο εφιαλτικό αυτό, που δεν έχω πια αναστολές για την τέχνη μου. Δεν φοβάμαι πια. Γίνεται έτσι μια ψυχική μετατόπιση και ξεκινώ να ετοιμάζω την πρώτη μου έκθεση. Μετά από έξι μήνες γίνεται πραγματικότητα. Και από τότε συνεχίζω.   
 
- Στην Κίνα πήγατε λόγω των επιχειρηματικών υποχρεώσεων του συζύγου σου, έτσι δεν είναι; Ο σύζυγός μου είναι πέμπτης γενιάς οινοποιός. Ο γιος του Γιάννη Μπουτάρη. Ο Μιχάλης γεννήθηκε μέσα στο κρασί. Κάποια στιγμή θέλησε να πάει στην Κίνα να κάνει ένα αμπέλι και να φτιάξει το καλύτερο pinot noir που θα έπιναν οι Κινέζοι… 

- Πώς είναι να ζεις με τον Μιχάλη Μπουτάρη; Έχω παντρευτεί έναν άνθρωπο που πέρα από οινοποιός, είναι ο πιο φιλελεύθερος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Σπούδασε φιλοσοφία στο Χάρβαρντ. Είναι ένας εξαιρετικός συνοδοιπόρος, που μέσα από τη γνώση και τη φιλοσοφία έχει κατακτήσει την ελευθερία της σκέψης. Έχει τέτοια ελευθερία και βάθος που είναι από μόνο του μια εμπειρία να ζεις μαζί του. Αυτή η ελευθερία που διαθέτει με έχει βοηθήσει πολύ. Όταν είμαι στο Νυμφαίο και δημιουργικά «φεύγω», του λέω πώς θα γυρίσω σε αυτή την κατάσταση πίσω στην οικογένεια; «Όσο πιο ελεύθερη είσαι, τόσο πιο καλά θα ζούμε», μου απαντά. 
 
- Μίλησέ μου γι’ αυτή την ψυχική μετακίνηση που σε οδήγησε στη ζωγραφική. Όταν ψυχικά μετακινηθείς όλα γίνονται πολύ γρήγορα. Η εμπειρία της Κίνας ήταν πολύ καθοριστική. Ήταν μια ψυχική διαδρομή. Το να ζήσεις στην Κίνα οικογενειακά τα χρόνια των πολύ μεγάλων αλλαγών και σε ένα τόσο ακραίο και μολυσμένο περιβάλλον είναι πολύ δύσκολη εμπειρία. Όπως και να πρέπει να δουλέψεις εκεί, να συνεργαστείς να επικοινωνήσεις. Το χάσμα της γλώσσας είναι τεράστιο. 

- Θέλησες να μιλήσεις γι’ αυτά τα δύσκολα, ζωγραφίζοντας; Όχι δεν ήθελα να μιλήσω γι’ αυτά. Είμαι συγκεντρωμένη στο φως όχι στο σκοτάδι. Δεν θέλω να μιλήσω για θλίψη και αγωνία. Αλλά για τη χαρά, τη θετικότητα. Μια χαρά που όταν την κοιτάς και συντονίζεσαι μ’ αυτήν μπορείς να βγάλεις ακόμα περισσότερη.  
 
- Πάντα σε ενδιέφερε να ακούς τον εσωτερικό σου κόσμο; Ναι. Γιατί πάντα με ενδιέφερε η αλήθεια. Η θεία μου, η Άννα Παπαγιάννη, ειδική σε θέματα φωτισμού (Βουλή των Ελλήνων, Καλλιμάρμαρο Στάδιο, Πανεπιστήμιο Αθηνών,  Ζάππειο Μέγαρο κ.τ.λ.), μου έλεγε «θα κοιτάς οπουδήποτε κι αν βρεθείς, ψάχνοντας να βρεις κάτι όμορφο». Το είχαν και οι γονείς μου πολύ αυτό: Να λέμε την αλήθεια, όχι αυτήν που πληγώνει, αλλά αυτήν που έχει αγάπη. Τα έργα μου αυτά που έκανα στα 22 μου χρόνια, είναι πολύ σκοτεινά έργα, ήμουν ζορισμένη, προβληματισμένη, Ένιωθα να βρίσκομαι σε ένα τεράστιο μαύρο πηγάδι, αλλά αυτό όλο μέσα από τη ζωή και τις εμπειρίες το επεξεργάστηκα και πολύ συνειδητά λέω πως είμαι συγκεντρωμένη στο φως, όχι στην ανάγκη να ωραιοποιήσω κάτι. 
 
- Αλήθεια πώς ορίζεις τη δική σου ελευθερία; Είναι μια ψυχική κατάσταση η ελευθερία. Μόνοι μας ελευθερωνόμαστε και μόνοι φυλακιζόμαστε. Η ελευθερία δεν ορίζεται από τον φυσικό χώρο. Έχει να κάνει πολύ με το πώς διαχειρίζεσαι τις επιθυμίες και τα όνειρά σου. Αν τα διαχειρίζεσαι με βουλιμία, σίγουρα δεν θα την έχεις. Άμα το κάνεις με συνέπεια και μέτρο τότε μπορείς να πετύχεις και να την πλησιάσεις.   
 
- Και σε μια δεκαετία; Πώς φαντάζεσαι τη ζωή σου; Σε μια δεκαετία… θέλω να ζω ανάμεσα στο Νυμφαίο, σε ένα νησί του Αιγαίου και σε μια μεγάλη πόλη του κόσμου. 

* «Ακατάμα», εγκαίνια την Παρασκευή 6/12 στην Isnotgallery: Οδός Οδυσσέως 11, Λευκωσία στη Λευκωσία. Ξεναγήσεις της έκθεσης με την εικαστικό το Σάββατο 7/12, μεταξύ 19:00-20:00 και την Τετάρτη 18/12 μεταξύ 13:00-15:00.
  Συνέντευξη: Χριστίνα Σκορδή   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...