To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Η αβάσταχτη (έως επικίνδυνη) ελαφρότητα των απογευματινών εκπομπών
ΑΡΧΙΚΗDOWN TOWN ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ • Η αβάσταχτη (έως επικίνδυνη) ελαφρότητα των απογευματινών...
  17 Νοεμβρίου 2019, 12:19 πμ  
Αν κάτσει κάποιος να υποστεί παρακολουθήσει κυπριακή τηλεόραση, ειδικά τις εγχώριες απογευματινές εκπομπές, εύκολα θα παρατηρήσει να σχηματίζεται ένα μοτίβο, για χρόνια τώρα αναλλοίωτο και παγιωμένο σαν -υποτίθεται- πετυχημένη συνταγή: Η (συνήθως) παρουσιάστρια να ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς δείχνει παρά για το τι λέει και η οποία πλαισιώνεται από πανελίστες που κινούνται μεταξύ ημιμάθειας, επιπολαιότητας και ναρκισσισμού. Και θα αφήναμε αυτές τις χαριτωμένες σαπουνόφουσκες πλασματικής ευμάρειας στον λαμπερό αλλά κούφιο μικρόκοσμό τους (και το διαρκώς συρρικνούμενο κοινό τους όπως δείχνει η αμείλικτη Nielsen) αν πέρα από τα χαχαχούχα, τις σαχλαμαρίτσες, τα μπαγιάτικα κουτσομπολιά και τα ντιριντάχτα, δεν ασχολούνταν και με θέματα που κανονικά δεν πρέπει να αγγίζουν ούτε με γάντια αμιάντου.
 
Όπως για παράδειγμα το πρόσφατο ατόπημα του «Έλα να Δεις» όπου η Μαρία Ιωάννου συνομιλούσε με μία ψυχολόγο για τη σεξουαλική ταυτότητα και τα όσα ξεστομίστηκαν σ’ αυτό το τυπικό παράδειγμα κακής, απρόσεκτης και ατεκμηρίωτης συζήτησης γύρισαν τόσο την επιστήμη της ψυχολογίας όσο και την ίδια την τηλεόραση δεκαετίες πίσω. Ανάμεσα στα όσα τέρατα ακούστηκαν μάθαμε πως κάποιος γίνεται gay από κακή ανατροφή, προβληματικό περιβάλλον ή από αντίδραση(!) στους γονείς του, όπως επίσης ότι κάποιος επιλέγει(!) να είναι gay κι ότι μπορεί μάλιστα να το αλλάξει(!) αυτό αρκεί να το θελήσει. Κι όλα αυτά φυσικά χωρίς τεκμηρίωση, ανύπαρκτη βιβλιογραφία και με την παρουσιάστρια πότε να επικροτεί και πότε να επικαλείται τα Θεία από τις φοβερές «διαπιστώσεις» της ψυχολόγου. Ούτε λόγος φυσικά για αντίλογο, μία έστω ψύχραιμη φωνή στο στούντιο ή στο αυτί της οικοδέσποινας που να της πει ότι η καλεσμένη της έχει ξεφύγει και εκτοξεύει ανυπόστατες μπούρδες που μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση, φόβο και στρες σε μερίδα του κοινού. Αστεία πράγματα. Αυτά για την κυπριακή τηλεόραση των φωστήρων και παντογνωστών είναι ψιλά γράμματα. Ασήμαντες λεπτομέρειες.
 


 
Κατανοούμε ότι κάθε απογευματινάδικο/πρωινάδικο που σέβεται τον εαυτό του πρέπει μεταξύ συνταγής σπανακόπιτας και ζωδίων να καταπιάνεται και με κάποιο «κοινωνικό θέμα» (έτσι το ονομάζουν στα μίτινγκ) αφενός για ξεκάρφωμα, μη μας πουν και δευτεράντζες κι αφετέρου γιατί «αυτά ενδιαφέρουν τον κόσμο» (βασικά τις δέκα, δεκαπέντε νοικοκυρές που ξέμειναν να βλέπουν). Τίποτα το μεμπτό εδώ, δεν είναι κακό να βγαίνεις λίγο έξω από την comfort zone σου προκειμένου να αγγίξεις κάποιο δύσκολο κοινωνικό θέμα και να προσπαθήσεις να ξεστραβώσεις λίγο ένα κοινό που δεν φημίζεται ακριβώς και για την προοδευτικότητά του. Ξεκαθαρίζω πως δεν έχω τίποτα με το είδος του απογευματινάδικου. Σαν τηλεθεατής εννοείται πως δεν ανήκω στο target group του και προτιμώ να καθίσω να παρακολουθήσω μπογιά να στεγνώνει παρά να χαραμίσω έστω και πέντε πολύτιμα λεπτά πάνω τους. Σαν δημοσιογράφος και με μια σχετική (και επώδυνη) πείρα στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ αντιλαμβάνομαι ως ένα βαθμό τη χρησιμότητά τους, την ανάγκη ενός πολύ συγκεκριμένου κοινού να ψυχαγωγηθεί και την προθυμία των καναλιών να την καλύψουν με ένα είδος φθηνής, σχετικά εύκολης και δοκιμασμένης εκπομπής η δομή της οποίας παραμένει σχεδόν ίδια τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
 
Τα απογευματινάδικα στην Κύπρο βρίσκονται τα τελευταία χρόνια μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, φαντάσματα του παλιού καλού τους εαυτού (εάν υπήρξε ποτέ) που κυνηγούν τηλεθεατές με το ντουφέκι. «Όλα Καλά» και «Έλα να Δεις» παλεύουν για τη συρρικνωμένη πίτα των 1.30 μ.μ., ενώ ακόμα και το πάλαι ποτέ κραταιό «Με Αγάπη Χριστιάνα» γνωρίζει κεσάτια το τελευταίο διάστημα. Την ίδια στιγμή, προτάσεις που βασίζονται περισσότερο στο κωμικό στοιχείο, το παιχνίδι και το stand up comedy (όπως το «Καλό Μεσημεράκι» του Μουτσινά και το «Happy Hour» του Γιόρτσιου) δείχνουν να τα πηγαίνουν καλύτερα - αν και έχουν κι αυτά τα σκαμπανεβάσματά τους. Κι όσο τα νούμερα θα πέφτουν, τόσο θα αναζητούνται νέα τεχνάσματα ώστε να παραμείνουν relevant για περισσότερο διάστημα, ήδη διακρίνεται μια στροφή σε περισσότερο κοινωνικά, ανθρωποκεντρικά θέματα, χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν και οι ανάλογες γνώσεις και δυνατότητες.
 


Πάντως ακόμα και με τα ελαττώματα, τις αδυναμίες και τα εκάστοτε ατοπήματα που μπορεί να υποπίπτουν, τα κυπριακά απογευματινάδικα δεν φτάνουν το χάλι των αντίστοιχων ελληνικών και δη, του χειρότερου όλων: το «Μεσημέρι» του Λιάγκα. Η εκπομπή του Σκάι, που εδώ βλέπουμε τα πρωινά από το Σίγμα, βρέθηκε στο στόχαστρο κοινού, κριτικής αλλά και του ελλαδικού ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου όταν ο παρουσιαστής και η ομάδα του χλεύαζαν με τον χυδαιότερο τρόπο την είδηση της σεξουαλικής παρενόχλησης μιας φοιτήτριας μέσα στη βιβλιοθήκη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θ. Το «Μεσημέρι» και ο συγκεκριμένος παρουσιαστής ούτως ή άλλως απευθύνονται στα ταπεινότερα ένστικτα των τηλεθεατών τους, όμως φαίνεται πως ακόμα και ο τηλεοπτικός πάτος έχει όρια. Η εκπομπή έχει προκαλέσει ήδη τριγμούς στο εσωτερικό του καναλιού καθώς η κατακραυγή είναι καθολική, ενώ δεν αποκλείονται τσουχτερές κυρώσεις και πρόστιμα από το ΕΣΡ (βλ. σελ. 28).
 
Στο πάνελ της εκπομπής συμμετέχει, αν δεν το προσέξατε μέχρι τώρα και η Κύπρια Κάλια Ελευθερίου, τοπική στάρλετ του Instagram και για λίγα φεγγάρια πανελίστρια τόσο της Ευριπίδου όσο και της Αριστοτέλους, η οποία ακούγεται να χασκογελάει -να φύρνεται όπως λέμε στην κυπριακή- καθ’ όλη τη διάρκεια του εξευτελισμού μιας γυναίκας θύματος σεξουαλικής επίθεσης. Και θα προσπερνούσαμε την ούτως ή άλλως διακριτική σε βαθμό αορατότητας παρουσία της στο «Μεσημέρι» εάν δεν είχε προηγηθεί μία συνέντευξη της φερέλπιδος τηλεπερσόνας όπου δήλωσε το αμίμητο «στην Κύπρο για να κάνεις καριέρα στην τηλεόραση πρέπει να τα έχεις με ποδοσφαιριστή ή να προέρχεσαι από καλλιστεία». Η Κάλια όχι απλά φωτογράφιζε αλλά μόνο με τηλεβόα δεν το φώναξε ότι εννοεί την Κωνσταντίνα Ευριπίδου και τη Χριστιάνα Αριστοτέλους, με τις οποίες η βραχύβια συνεργασία της ως πανελίστρια στις εκπομπές τους έληξε πρόωρα και όχι κάτω από τις καλύτερες συνθήκες.

 
Κατανοώ, ως ένα βαθμό, τον νεανικό ενθουσιασμό και αυθορμητισμό της ανερχόμενης Κάλιας που φαντάζομαι πως πηγάζουν από το γεγονός ότι κάνει τηλεόραση στην Ελλάδα ενώ έχει απορριφθεί (πολλάκις) από την κυπριακή, όμως όφειλε να τσεκάρει λίγο τα γεγονότα πριν προβεί σε μεγαλόστομες δηλώσεις. Για αρχή, τόσο η Ευριπίδου όσο και η Αριστοτέλους είχαν ήδη χτίσει τις τηλεοπτικές τους καριέρες (και αντίστοιχες fan bases) πολύ πριν γνωρίσουν τους άντρες τους και να θεωρεί κάποιος ότι έφτασαν εκεί που έφτασαν επειδή παντρεύτηκαν ποδοσφαιριστές είναι εκτός από αναληθές και άδικο, πέρα για πέρα σεξιστικό - και διπλά λυπηρό όταν το σχόλιο προέρχεται από γυναίκα. Το σημαντικότερο όμως; Αν σκοπεύεις να την πεις αφ’ υψηλού στις πρώην εργοδότριές σου από την περίοπτη θέση κάποιας που κάνει καριέρα στην Ελλάδα, φροντίζεις πρώτα να βρίσκεσαι όντως σε υψηλότερη από εκείνες θέση και όχι να τσαλαβουτάς στα δύσοσμα νερά ενός τηλεοπτικού βόθρου που πλέον μισούν όλοι.
 
Λέγεται «έχω συναίσθηση του πού βρίσκομαι και τι κάνω». Δοκιμάστε το καμιά φορά. Βοηθά.

 
Περιοδικό TV Mania, τεύχος 1303.
  Μαρίνος Νομικός   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...