ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗσυνάντησή του με τον Άντρο Κυπριανού, ο Νίκος Αναστασιάδης είπε μια ατάκα που τιμά δεόντως την παράδοση της παραπολιτικής μας ερπετολογίας: «Τον παρακάλεσα να διακρίνει ότι δεν υπήρξα χαμαιλέων ποτέ, συνεπώς καλό είναι αυτό το τροπάριο των μεταλλάξεων να το αφήσουμε στην πάντα». Μετά τον ξηπετσισμένο κουρκουτά λοιπόν που γνώρισε μεγάλες δόξες στα πολιτικά πρωτοσέλιδα, σειρά έχει τώρα ο χαμολιός. Το δικαίωμα δηλαδή ενός σύγχρονου πολιτικού να μη μένει δέσμιος παλαιών αποφάσεων αλλά να αξιολογεί διαρκώς τα δεδομένα και να επανατοποθετείται. Δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με αυτή την άποψη ως γενική αρχή. Η ζωή άλλωστε είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη, οπότε η επιμονή σε χρεοκοπημένες πολιτικές θα έμοιαζε με δογματισμό. Πλην όμως, στην περίπτωση του Νίκου Αναστασιάδη η συζήτηση δεν είναι θεωρητική και δεν αφορά θέσεις που ανάγονται σε παρελθούσες δεκαετίες. Το διακύβευμα είναι η στάση που κράτησε στο δημοψήφισμα του 2004. Κι αυτό γιατί ο Αναστασιάδης υπήρξε ο κατ’ εξοχήν υπέρμαχος του «ναι». Εξ ου και απέκτησε, μετά απ’ αυτή την περιπέτεια, φανατικούς εσωκομματικούς εχθρούς αλλά και φίλους πέραν του συναγερμικού χώρου. Όλοι, πάντως, ακόμη κι αυτοί που τον κατηγόρησαν ευθέως για ενδοτισμό, του αναγνώριζαν ότι είχε τα κότσια να υπερασπιστεί την άποψή του έναντι οιουδήποτε πολιτικού κόστους. Η συζήτηση λοιπόν τώρα γίνεται γιατί αυτές οι ξεκάθαρες, τετράγωνες απόψεις ξαφνικά δείχνουν να στρογγυλοποιούνται. Χωρίς όμως να δικαιολογούνται από ένα εξίσου θαραλλέο πολιτικό σκεπτικό. Αν ο ηγέτης του ΔΗΣΥέβγαινε δημόσια και έλεγε mea culpa για τη στάση του το 2004, η οποιαδήποτε στροφή στις πολιτικές του θέσεις δεν θα χαρακτηριζόταν ως χαμαιλεοντισμός αλλά ως θεμιτή αλλαγή άποψης. Δεν έκανε όμως τίποτε από όλα αυτά. Αυτό που πρακτικά συνέβη, από τότε που εκδήλωσε την επιθυμία να διεκδικήσει την προεδρία της Δημοκρατίας, ήταν μια σειρά από ενέργειες που δημιούργησαν αμφιβολίες για το πολιτικό του αποτύπωμα. Από τους κομματικούς εναγκαλισμούς με εκπροσώπους της «απορριπτικής σχολής» όπως ο Χρήστος Κληρίδης, μέχρι τις πρώτου επιπέδου δημόσιες σχέσεις με γραφικούς τύπους όπως ο Κουλίας. Το θέμα λοιπόν είναι αν ο Νίκος Αναστασιάδης πείθει ή καλύτερα ποιους ακριβώς επιδιώκει να πείσει πια. Το ότι δικαιούται να διεκδικήσει την προεδρία είναι αστείο και να το συζητά κανείς. Το ότι επίσης έχει τα προσόντα να το κάνει είναι ηλίου φαεινότερο. Τι ακριβώς όμως πρεσβεύει; Και για ποιον ακριβώς πολιτικό μιλάμε; Τον Αναστασιάδη του 2004 που συγκρούστηκε με τον σκληρό πυρήνα του κόμματός του, ή αυτόν που παρευρέθη στο μνημόσυνο του Γρίβα πρόσφατα προσδοκώντας προφανώς στις ψήφους των εθνικοφρόνων σωματείων; Ίσως πρέπει να κάνει ο ίδιος μια στάση σε αυτό τον αγώνα δρόμου που ξεκίνησε με τέρμα το 2013 και να δώσει έντιμες και καθαρές εξηγήσεις στο λαό. Μόνο έτσι θα έχει ελπίδες εκλογής. Αν ο Αναστασιάδης δηλαδή μοιάσει επιτέλους με Αναστασιάδη. Υ.Γ. Ο τελευταίος φυσικά που δικαιούται να κατηγορεί τον συναγερμικό ηγέτη για μεταλλάξεις είναι το ΑΚΕΛ. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Δημήτρης Χριστόφιας «κοιμήθηκε με το “ναι” και ξύπνησε με το “όχι”», μια απόφαση που καταγράφηκε ως η πλέον ανακόλουθη στάση πολιτικού άνδρα στη σύγχρονη Ιστορία μας.