Αντί προς τσικνίζοντας προτιμότερο -λόγω ημερών- το προς τσικνισμένους, τσουνιασμένους και λοιπούς …αφορμολοημένους που άμα βρεθούν μπροστά στην πρακτική εφαρμογή της λύσης τους, διαπιστώνοντας την απογύμνωση του (αυτo)εμπαιγμού, εκνευρίζονται και χάνουν την ψυχραιμία τους -«οι πέτρες όλες που έριχναν, απάνω μας όλες πέφτουν».
Εν πάση περιπτώσει, μην κινήσαμε γι' αλλού και στους μονοδρόμους των αδιεξόδων τους βρεθούμε, επιστρέφουμε στους τσικνίζοντας της Τσικνοπέμπτης μας -Τσικνοπέφτη στην Κυπριακή.
Λόγω -και- της οικονομικής χρεοκοπίας, άλλη η κατεύθυνση και του:
Από 'φαεν, έφα'ν!
Η αναφορά δεν περιορίζεται στην αποφυγή της κρεατοφαγίας -άλλων εποχών- για ένα δίμηνο πριν το Πάσχα, αλλά στη συνειδητοποίηση ότι παρήλθε η εποχή των παχιών αγελάδων, έστω και αν εντόνως κυριαρχεί η οσμή της τσίκνας.
Ακριβώς αυτή η τσίκνα που αντικατέστησε την κνίσαν μάς παραπέμπει -ξανά- στους παμπόνηρους -προχριστιανικούς, άρα και …προπασχαλινούς- παππούδες μας, με την ανάλογη υστεροβουλία των ιερατείων:
- Ανάγκη εκατόμβης για να… τιμηθούν οι θεοί. Να θυσιαστούν εκατόν βόδια υπέρ αυτών.
Λοιπόν, ευφραίνονταν… λαρτομουστατζιάζοντας οι άνθρωποι, έστελλαν στους θεούς την κνίσαν και το καπνομάνι, και…
Παρήλθαν οι αιώνες, εκνευρίζονται από… ειδωλολατρικά έθιμα οι τωρινοί ιεράρχες, αλλά η προσαρμογή προσαρμογή: Αφορμή για να ευφραίνονται τα πλήθη, και εντάχθηκε -και- η Τσικνοπέφτη στην προ-πασχαλινή περίοδο της νηστείας και προσευχής.
(Στη Νέα Κύπρο της συνομοσπονδίας, θα γιορτάζουμε τις διάφορες… Τσικνοπέφτες, ή θα «πρέπει» πρώτα να συμφωνεί «η "Βουλή" του συν-συνιστώντος συνομόσπονδου "κράτους"»;)