Πόσο λογικό είναι να σηκώνεις χέρι; Να υποτιμάς; Να βρίζεις, να προσβάλλεις; Να βιάζεις; Σε πολλές κοινωνίες απόλυτα. Είναι η ένδειξη δύναμης, η επιβολή του ισχυρού απέναντι στον αδύναμο. Κι ας είναι την ίδια ώρα μία απ' τις βασικότερες, τις πιο ουσιώδεις καταπατήσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Για τους περισσότερους είναι μια άποψη που χαράχτηκε βαθιά μέσα στα χρόνια στην κουλτούρα, τη νοοτροπία, την κοινωνία τους. Οποιασδήποτε κοινωνίας αρκετά «εκσυγχρονισμένης» ώστε να μη λιθοβολεί, ούτε να ρίχνει και να παραμορφώνει το γυναικείο πρόσωπο με οξύ, και -την ίδια ώρα- αδιάφορης, σκληρής και καθόλου ευαισθητοποιημένης σε θέματα βίας. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που ούτε καταβάλλει προσπάθειες να αποδυναμώσει το φαινόμενο αλλά ούτε και να στηρίξει τα θύματα μέσα από πρωτόκολλα και νομοθεσίες. Αποδεικνύονται, απλά και ξανά, οι ελλείψεις που μας προσβάλλουν ως κοινωνία.  Κανείς, πέρα από τις ίδιες τις γυναικείες φωνές -και όχι όλες-, δεν έχει στηρίξει στην ουσία τον αγώνα κατά της βίας των γυναικών. Δεν δικαιολογώ διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζουν και χειρίζονται οι αρμόδιοι το θέμα. Σαν να συμβαίνει μόνο κάπου αλλού και όχι μέσα στα σπίτια μας, στα λιγότερο φωτισμένα δρομάκια, στα σχολεία, στα chat του Facebook, στα εφηβικά πάρτι και στους χώρους εργασίας. Οι αριθμοί, εξάλλου, μιλούν από μόνοι τους: Μία στις πέντε γυναίκες στην Κύπρο θα υποστεί βιασμό, ξυλοδαρμό, σωματική απειλή, σεξουαλική παρενόχληση, εκμετάλλευση, οικονομική βία, stalking ή άλλης μορφής βία.
 
Οι γυναίκες, το 51% του πληθυσμού δηλαδή, κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να βιώσουν μια επώδυνη και τραυματική εμπειρία ή ακόμη και μια χρόνια συμπεριφορά κακοποίησης, επειδή δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα. Το εργαλείο υπάρχει. Είναι η «Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης» που έχει υιοθετηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και η διαβούλευση για την κύρωσή της έχει ξεκινήσει τη Δευτέρα στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, της οποίας προεδρεύει η Στέλλα Κυριακίδου.   Η Σύμβαση θεωρείται το πιο ισχυρό νομικό εργαλείο που έχουν σήμερα τα κράτη για να αντιμετωπίσουν, να προλάβουν και να τιμωρήσουν κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών.  Αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι που λαμβάνουν αποφάσεις να δείξουν ότι πραγματικά ενδιαφέρονται να δώσουν λύση.