To Top
09:46 Δευτέρα
16 Δεκεμβρίου 2019
Επόμενο
Προηγούμενο
Διζωνική ομοσπονδία και κοινή γνώμη
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Διζωνική ομοσπονδία και κοινή γνώμη
  17 Νοεμβρίου 2019, 9:40 πμ  
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα που προέκυψαν από την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα (ΕΚΕ) 2017 - 2019,  το Ενιαίο Κράτος είναι η μορφή λύσης στο Κυπριακό που επιλέγει το 57,2% των συμμετεχόντων. Αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό αποδοχής σε σχέση με τις άλλες μορφές λύσεις που τους παρατέθηκαν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΕ, στην ενότητα «Κυπριακό Πρόβλημα», το Ενιαίο Κράτος συγκεντρώνει 57,2% υπέρ, 27,4% εναντίον και 15,4% ούτε υπέρ, ούτε εναντίον, αλλά θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό εάν αυτό ήταν απαραίτητο. Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ), η οποία είναι η λύση την οποία επισήμως διαπραγματεύονται οι κυβερνήσεις από το 1977, συγκεντρώνει 27% υπέρ, 35% κατά και 38,1% ουδέτερη στάση. Η λύση Δύο Κρατών συγκεντρώνει 13,9% υπέρ, 72,4% κατά και 13,7% ουδέτερη στάση. Όσον αφορά στη διατήρηση της σημερινής κατάστασης, η οποία για τους πλείστους συμμετέχοντες φαίνεται να σημαίνει διχοτόμηση, συγκέντρωσε 50,8% εναντίον, 18% υπέρ και 31,2% ουδέτερη στάση.

Με αυτά τα δεδομένα είναι πρόδηλο το συμπέρασμα ότι μετά από 42 χρόνια διαπραγματεύσεων στη βάση της ΔΔΟ, οι πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες διαπραγματεύθηκαν για δεκαετίες αυτή τη μορφή λύσης, δεν μπόρεσαν να πείσουν ότι πρόκειται για αξιόπιστη, δίκαιη και βιώσιμη λύση, έστω και αν αυτή προβαλλόταν ως οδυνηρός συμβιβασμός. 

Ακόμη πιο πρόδηλο είναι το γεγονός ότι ουδείς πλέον αμφιβάλλει σήμερα ότι το Κυπριακό απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η ελληνική πλευρά τους διαμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαία και σταθερά προς τις τουρκικές θέσεις.

Οι διεθνείς πιέσεις που δέχεται η τουρκική πλευρά είναι οριοθετημένες, γεγονός που της επιτρέπει να θέτει μαξιμαλιστικές απαιτήσεις χωρίς σοβαρό κόστος. Η ελληνική πλευρά στα 45 χρόνια που έχουν περάσει από την εισβολή, έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια υποχωρήσεων. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε αδιέξοδο με την πλάτη στον τοίχο. Θα πρέπει να δείξει τη μέγιστη ευελιξία, προκειμένου να μη δώσει προσχήματα στον διεθνή παράγοντα για να επαναλάβει την πρακτική του 2004 που της κατελόγησε την ευθύνη για την απόρριψη του σχεδίου λύσης του ΟΗΕ. Στην κατάσταση που έχει περιέλθει σταδιακώς η ελληνική πλευρά, είναι πλέον διάχυτος ο φόβος ότι ένα νέο δημοψήφισμα, εάν απορριφθεί δημοκρατικά από τον λαό, θα ανατρέψει στρατηγικούς στόχους που αφορούν οποιουσδήποτε άλλους εκτός από τους Έλληνες, οι οποίοι θα κληθούν εκ νέου να πληρώσουν το κόστος της «απόρριψης της λύσης». Από την άλλη δεν μπορεί να κάνει βήμα πίσω, γιατί εάν καθ’ οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίσει στο ψευδοκράτος δικαίωμα κυριαρχίας, όπως έμμεσα επιδιώκει η τουρκική πλευρά στις συνομιλίες, το Κυπριακό θα πάψει να έχει νόημα ως πρόβλημα. Από τη στιγμή που θα αποκτήσει δικαίωμα κυριαρχίας, κανείς δεν θα μπορεί πλέον να πιέσει τους Τούρκους σ’ ένα πλαίσιο πολιτικής συνύπαρξης με τους Έλληνες.

Τον στρατηγικό αυτό εγκλωβισμό, στον οποίο έχει περιέλθει η ελληνική πλευρά, γνωρίζει πολύ καλά ο διεθνής παράγοντας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται και η διαλεκτική της αρνητικότητας που ανέπτυξαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν οι ξένοι διαμεσολαβητές. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μία υποκειμενική πραγματικότητα έχοντας την απαίτηση από την ελληνική πλευρά να βλέπει το πρόβλημα και συνεπώς τη λύση του μέσα από τη δική τους οπτική. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν παραστάσεις λύσεως μέσω της διαλεκτικής της αρνητικότητας, κραδαίνοντας από μια την απειλή της τελευταίας ευκαιρίας και από την άλλη την απειλή της νομιμοποίησης της διχοτόμησης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η τελεολογία που κατασκευάζεται και προσφέρεται ως διέξοδος είναι τραγική. Στην ουσία ποια επιλογή προδιαγράφεται για την ελληνική πλευρά; Αποδεχθείτε όσο το ταχύτερον μία ολιγότερο επώδυνη λύση. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών και αυτό οφείλεται στα αδιέξοδα στρατηγικής, άρα οι προσπάθειές τους, τελεολογικώς, θα πρέπει να κατευθύνονται σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν οι ξένοι διαπραγματευτές. Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας σε επίπεδο μιας πολιτικής ανάλυσης είναι δυσάρεστο γεγονός, το να γίνεται όμως πρακτική της πολιτικής ηγεσίας είναι συνάμα τραγικό.

Μετά το 1974, η στρατηγική Αθηνών και Λευκωσίας έχει εναποθέσει τις ελπίδες επίλυσης του προβλήματος, σχεδόν αποκλειστικά, στην ψευδαίσθηση πως τόσο ο εμπλεκόμενος αμερικανοβρετανικός παράγοντας όσο και ο ΟΗΕ θα ερμηνεύσουν το Διεθνές Δίκαιο όχι με κριτήριο τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες, αλλά στη λογική αντικειμενικών αρχών «διεθνούς νομιμότητας». Με αυτό τον τρόπο, αντί το Διεθνές Δίκαιο να ενισχύει την ελληνική πλευρά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για τον ρόλο του στις διακρατικές σχέσεις προκάλεσε σταδιακώς την αποδυνάμωσή της, την εγκατάλειψη πιο αποτελεσματικών προσεγγίσεων και τη σταδιακή επικράτηση των πολιτικών θέσεων της Τουρκίας.

Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος, στη βάση της ΔΔΟ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης με κάποιες «συνοριακές διευθετήσεις» και με κάποιες «πολιτειακές ρυθμίσεις». Παραλληλως, η αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές πως η υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων, εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη και να τρέφεται ενδομύχως από τη διαλεκτική της αρνητικότητας.
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...