To Top
23:31 Σάββατο
14 Δεκεμβρίου 2019
Επόμενο
Προηγούμενο
Ανατροπές στην υπόθεση ξυλοδαρμού επενδυτών Μαρίνας Αγ. Νάπας
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ • Ανατροπές στην υπόθεση ξυλοδαρμού επενδυτών Μαρίνας Αγ. Νάπας
Τελευταία Ενημέρωση: 03 Δεκεμβρίου 2019, 10:54 μμ
Ζωντάνεψε ξανά με ανατροπές, η υπόθεση ξυλοδαρμού των επενδυτών της Μαρίνας Αγίας Νάπας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφού τόσο οι τέσσερις καταδικασθέντες όσο και Αστυνομία, οδήγησε ξανά την υπόθεση στο Εφετείο με τους μεν να αμφισβητούν τις επιβληθείσες ποινές αλλά και την Αστυνομία να κρίνει την χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε έναν εξ αυτών χαμηλή ενώ σε άλλη περίπτωση, ζητήθηκε επανεκδίκαση της υπόθεσης σε μέρος του κατηγορητηρίου υπό άλλο Δικαστή. 
 
Τα γεγονότα της υπόθεσης
 
Υπενθυμίζεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2016, γύρω στις 4.30 τα ξημερώματα 30 άτομα της εταιρείας επενδυτών της Μαρίνας Αγίας Νάπας, μεταξύ αυτών και τα διευθυντικά στελέχη, μετέβησαν σε κλαμπ της Αγίας Νάπας για να διασκεδάσουν.
 
Οι τόνοι ανέβηκαν όταν οι επενδυτές αγνοούσαν τις επανειλημμένες παρατηρήσεις των φρουρών ασφαλείας του μαγαζιού για να κατέβουν από τα τραπέζια και τους καναπέδες όπου ανέβηκαν για να χορέψουν.  
   
Από τη συμπλοκή που σημειώθηκε μεταξύ των επενδυτών και των φρουρών ασφαλείας του νυχτερινού μαγαζιού, διακομίσθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου 10 πρόσωπα που οι επί καθήκοντι ιατροί αφού τους εξέτασαν διέγνωσαν ότι έφεραν μικροτραυματισμούς και μώλωπες και εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος τους. Στους τραυματίες παρασχέθηκαν οι Πρώτες Βοήθειες και απολύθηκαν.
 
Ενώπιον του Εφετείου
 
Κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδικάστηκαν τέσσερα πρόσωπα, ένας εξ αυτών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών με τριετή αναστολή και σε άλλους τρείς επιβλήθηκε χρηματική ποινή €2.000.
 
Ασκώντας το δικαίωμα της έφεσης, οι τρείς, στράφηκαν εναντίον της πρωτόδικης απόφασης υπό το βάρος των γεγονότων αλλά και των μαρτυριών με τα οποία κρίθηκαν ένοχοι. Την ίδια ώρα η Αστυνομία ασκεί έφεση εναντίον τριών, κρίνοντας τις ποινές που επιβλήθηκαν πρωτόδικα ως έκδηλα ανεπαρκείς.

Αναφορικά με την πρώτη έφεση, το πρόσωπο που καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή, με τις κατηγορίες επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης αλλά και κατοχή επιθετικού αντικειμένου με σκοπό την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως σε ότι αφορά την εκτόξευση επιβλαβούς αερίου, διότι δεν εντοπίστηκαν και δεν παραλήφθηκαν οποιαδήποτε αντικείμενα ή το περιεχόμενο τους προς εξέτασή.

Μάλιστα το γεγονός από μόνο του ότι ο τότε κατηγορούμενος είχε «ψεκάσει» προηγουμένως τον παραπονούμενο και ότι βρισκόταν κοντά σε αυτόν αμέσως πριν δεχθεί το κτύπημα που καλύπτει η κατηγορία, δεν επιτρέπει εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, καθοριστικών ως προς το μέτρο που απαιτείται, της απόδειξης δηλαδή της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
 

Στην απόφαση του, τονίζει το Ανώτατο Δικαστήριο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υποχρέωση να εξετάσει την όλη πτυχή της υπόθεσης υπό το φως αυτού του δεδομένου και να ενεργήσει καταγράφοντας με λεπτομέρεια τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που ενδεχομένως να υπήρχαν και στη συνέχεια, υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα της απόδειξης στη βάση περιστατικής μαρτυρίας, να κρίνει εάν η μαρτυρία αυτή είχε τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτικότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο σε συμπέρασμα ενοχής. Στη βάση των πιο πάνω ο εφεσίων απαλλάσσεται της επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης.

Αναφορικά με δεύτερη έφεση την οποία άσκησε καταδικασθείς σε σχέση με την κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν μπορεί να εντοπιστεί στην πρωτόδικη απόφαση η αιτιολογία η οποία έδωσε σε σχέση με την καταδίκη του. Βάσει επαρκών μαρτυριών που λήφθηκαν υπόψη πρωτόδικα, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Έφεση, κρίνοντας ότι ο εφεσείων ορθώς κρίθηκε ποινικά υπεύθυνος για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης.

Σε τρίτη έφεση που εξετάστηκε για την εν λόγω υπόθεση που ενέπλεκε τον διευθυντή του νυχτερινού κέντρου, ο ίδιος μέσω της έφεσης διατύπωσε το παράπονο ότι κρίθηκε ένοχος χωρίς να εντοπίζονται ευρήματα στην πρωτόδικη απόφαση και χωρίς ανάλυση της μαρτυρίας που στοιχειοθετεί καταδίκη.

Κατ΄ ουσίαν, ο εφεσίων επικαλείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα το οποίο το εν λόγω πρόσωπο, ως διευθυντής του νυχτερινού κέντρου «... στάθηκε με σταυρωμένα χέρια και δεν αντέδρασε ...» και ουσιαστικά με την πράξη αυτή ουσιαστικά ενθάρρυνε τους κατηγορούμενους στη διάπραξη των αδικημάτων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η απραξία που επέδειξε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο διευθυντής του εν λόγω νυχτερινού κέντρου, οδηγούσε στην ενθάρρυνση της διάπραξης των αδικημάτων από πλευράς των υπόλοιπων κατηγορουμένων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε την προσέγγιση εσφαλμένη απαλλάσσοντας τον εφεσείοντα από την κατηγορία που αντιμετώπιζε.

 Η τελευταία ποινική έφεση ασκήθηκε από πλευράς Αστυνομίας και στρέφεται κατά της επάρκειας της χρηματικής ποινής ύψους €2.000 εναντίον μέλους του προσωπικού ασφαλείας του νυχτερινού κέντρου όπου σημειώθηκαν τα επεισόδια.

Σημειώνεται ότι στη βάση μαρτυρίας που τέθηκε  ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ο συγκεκριμένος σωματοφύλακας ο οποίος ενεπλάκη στα επεισόδια, άρπαξε έναν εκ των παραπονούμενων, τον έριξε στο έδαφος «.. κτυπώντας τον και κλωτσώντας τον σε όλο του το σώμα καθώς τον έσερνε στο πάτωμα.». Ο παραπονούμενος, λόγω της επίθεσης, υπέστη μώλωπες και κόψιμο πίσω από τον λωβό του δεξιού αυτιού.

Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο, υπογραμμίζει ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την έκνομη συμπεριφορά του σωματοφύλακα είναι ιδιαίτερα σοβαρά, όταν μάλιστα επιτέθηκε εναντίον προσώπου, μεσήλικα, με βάναυσο τρόπο, επιφέροντάς του κτυπήματα και κλωτσώντας το εν λόγω πρόσωπο κατ΄ επανάληψη και παρά το γεγονός ότι το θύμα δεν είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει ανάλογα και να αμυνθεί. Αποτέλεσμα των ενεργειών του σωματοφύλακα ήταν οι τραυματισμοί του θύματος, ευτυχώς ελαφριάς μορφής, αλλά και η ταπείνωση και ο εξευτελισμός της ανθρώπινης φύσης του.
 
Προσθέτει ακόμη ότι η χρηματική ποινή που επιβλήθηκε είναι έκδηλα ανεπαρκής και δεν αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος ενώ παράλληλα δεν έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, σημειώνοντας ότι δεν έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Μάλιστα σημειώνει ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η στέρηση της ελευθερίας.

Με βάση όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την εν λόγω έφεσης, στον σωματοφύλακα πέραν της χρηματικής ποινής των €2.000 θα έπρεπε να επιβληθεί συνδυασμός ποινής φυλάκισης τριών μηνών αλλά και της χρηματικής ποινής. Ωστόσο, όπως σημειώνει στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε την αναστολή της ποινής δεδομένου κυρίως του χρονικού διαστήματος των τριών ετών που παρήλθαν από τη διάπραξη των αδικημάτων.

Συνοπτικά, αναφορικά με τις εφέσεις που άσκησε η Αστυνομία εναντίον του προσώπου που είχε καταδικαστεί πρωτόδικα  σε ποινή φυλάκισης με τριετή αναστολή, επιτυγχάνεται η επανεκδίκαση της υπό άλλο Δικαστή σε μέρος του κατηγορητηρίου.
 
Πηγή: philenews
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...