Λευκωσία: Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα έχει μεγάλο ρόλο να διαδραματίσει μετά την επίτευξη λύσης του Κυπριακού, προκειμένου να εφαρμοστεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε ολόκληρο το νησί, δήλωσε ο Πρεσβευτής της Σουηδίας στην Κύπρο Ινγκεμαρ Λίνταλ, προσθέτοντας πως και οι δυο πλευρές στο νησί είναι ανοικτές σε μια «κατάλληλη εμπλοκή της ΕΕ» στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού και η ΕΕ πρέπει να προσπαθήσει να βοηθήσει με την εμπειρογνωμοσύνη της, κάτι που έχει ήδη πράξει σε κάποιο βαθμό.
Σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ, ο κ. Λίνταλ, του οποίου η χώρα ανέλαβε την 1η Ιουλίου την προεδρία της ΕΕ για το δεύτερο εξάμηνο του 2009, ανέφερε πως η διαδικασία για επίλυση του Κυπριακού είναι κυπριακή και στο πλαίσιο των καλών υπηρεσιών του ΓΓ του ΟΗΕ, ενώ ερωτηθείς εάν θα πρέπει να υπάρξουν εγγυήσεις και από την ΕΕ στο πλαίσιο μιας λύσης, είπε πως το γεγονός πως η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ αποτελεί από μόνο του εγγύηση.
Αναφορικά με την άρνηση της Τουρκίας να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο της Αγκυρας και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο κ. Λίνταλ σημείωσε πως «αυτό αποτελεί πρόβλημα» και πρόσθεσε: “όπως έχει πει ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνεχώς υπενθυμίζουμε στην τουρκική Κυβέρνηση ότι πρέπει να εφαρμόσουν το Πρωτόκολλο και να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις της ΕΕ».
Για το θέμα του ανοίγματος και άλλων κεφαλαίων στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, κατά τη διάρκεια της Σουηδικής Προεδρίας, ο Σουηδός Πρεσβευτής ανέφερε πως υπάρχουν τρία κεφάλαια που θα μπορούσαν να ανοίξουν, συγκεκριμένα αυτά της Κοινωνικής Πολιτικής, του Περιβάλλοντος και του Ανταγωνισμού.
«Ελπίζουμε να μπορέσουμε να ανοίξουμε δυο κεφάλαια κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου», ανέφερε και πρόσθεσε πως γι’ αυτό η Τουρκία έπρεπε να ετοιμάσει συγκεκριμένες νομοθεσίες. «Θα προσπαθήσουμε να ανοίξουμε μέχρι και τρία εάν είναι δυνατόν. Αλλά εξαρτάται. Μπορεί να είναι μόνο ένα. Θα δούμε», ανέφερε.
Σε σχέση με το θέμα της θητείας της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, είπε πως τα ΗΕ θα είναι ασφαλώς ένας εγγυητής στη λύση με την έννοια ότι θα υπάρξει η ΟΥΝΦΙΚΥΠ 2, όπως προβλεπόταν στο σχέδιο Ανάν, ότι δηλαδή ο ρόλος της ΟΥΝΦΙΚΥΠ μετά τη λύση θα είναι να διασφαλίσει την εφαρμογή της, που σημαίνει πως ο ρόλος της δεν θα περιορίζεται μόνο στη διαχωριστική γραμμή αλλά σε ολόκληρο το νησί.
Οσο αφορά το μέλλον της ΟΥΝΦΙΚΥΠ σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών, ο κ. Λίνταλ είπε πως εναπόκειται στο Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ να αποφασίσει για αυτό. «Ασφαλώς η ΟΥΝΦΙΚΥΠ δεν μπορεί να μείνει στην Κύπρο για πάντα. Τα ειρηνευτικά στρατεύματα των ΗΕ χρειάζονται σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Αλλά εναπόκειται στο ΣΑ να αποφασίσει σε μια τέτοια περίπτωση τι είδους παρουσία θα έχουν εδώ στο μέλλον».
Αναφερόμενος στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και το ρόλο της ΕΕ στις προσπάθειες για επίλυση του προβλήματος, ο κ. Λίνταλ εξέφρασε την ελπίδα ο Ειδικός Σύμβουλος του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό Αλεξάντερ Ντάουνερ «θα είναι σύντομα πίσω στο νησί και θα είναι εδώ πιο πολύ τώρα που οι συνομιλίες εισέρχονται σε μια πιο εντατική περίοδο κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου» και πρόσθεσε: «Από τη μια η Κύπρος είναι ασφαλώς μέλος της ΕΕ και η ΕΕ έχει ενδιαφέρον για μια λύση και όπως ο (Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) κ. Μπαρόζο ξεκαθάρισε όλοι υποστηρίζουμε και ελπίζουμε για μια λύση. Από την άλλη η τουρκική πλευρά βλέπει την ΕΕ ως μεροληπτική, καθώς η Κύπρος είναι μέλος της και έτσι αναμένουν μόνο αυτό που ονομάζουν τεχνική βοήθεια. Αλλά υπάρχει το ζήτημα του τι είναι πολιτικό και τι τεχνικό».
Υπενθύμισε πως ένας νομικός εμπειρογνώμονας της ΕΕ έχει ήδη σταλεί στην Κύπρο στο πλαίσιο της συζήτησης θεμάτων κατά τις συνομιλίες για το Κυπριακό που αφορούν στην ΕΕ, προσθέτοντας πως τα εμπλεκόμενα μέρη χρειάζονται πληροφόρηση για το θέμα των παρεκκλίσεων από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
«Και έπειτα ασφαλώς, εάν υπάρξει λύση, κάτι το οποίο ειλικρινά ελπίζουμε, η ΕΕ θα παίξει μεγάλο ρόλο στην εφαρμογή της λύσης προκειμένου να καταστήσει το κεκτημένο εφαρμόσιμο σε ολόκληρο το νησί. Ετσι, θα υπάρχει ένας μεγάλος ρόλος μετά τη λύση που θα είναι σημαντικός», ανέφερε και υπενθύμισε πως ο Σουηδός ΥΠΕΞ Καρλ Μπιλντ έχει επισημάνει το ρόλο της ΕΕ στο να περιγράψει τα οφέλη από μια λύση, από μία ομόσπονδη Κύπρο μέσα στην ΕΕ.
Ερωτηθείς εάν θα πρέπει να υπάρξουν εγγυήσεις από πλευράς της ΕΕ σε μια διευθέτηση, ο κ. Λινταλ επεσήμανε πως το γεγονός ότι η Κύπρος είναι μέλος της ΕΕ αποτελεί εγγύηση και σημείωσε πως όπως έχει πει και ο κ. Μπαρόζο είναι εδώ που η αλληλεγγύη στην ΕΕ τίθεται σε εφαρμογή, που υπάρχει μια ασφαλής προσαρμογή ώστε ο κόσμος να μην ανησυχεί για τη νέα κατάσταση στην ομόσπονδη Δημοκρατία.
«Είναι λίγο δύσκολο να δει κανείς ακριβώς τι είδους προβλήματα μπορεί να προκύψουν, είτε τεχνικά, είτε οικονομικά, είτε πολιτικά. Είμαι βέβαιος ότι η ΕΕ θα το δει αυτό με όλους τους τρόπους και τέτοια προβλήματα θα τύχουν χειρισμού», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αυτό αφορά και οικονομική στήριξη.
Σε ερώτηση κατά πόσο είναι δυνατό να υπάρξουν μόνιμες παρεκκλίσεις σε μια διευθέτηση στο Κυπριακό, ο Σουηδός διπλωμάτης ανέφερε: «Δεν εναπόκειται σε εμένα να έχω απόψεις γι’ αυτό. Αυτό αφορά στους διαπραγματευτές».
Είπε πως ο ρόλος των εμπειρογνωμόνων είναι να περιγράψουν τα συστήματα παρεκκλίσεων που υπάρχουν σε άλλες περιπτώσεις, επειδή κάποιες χώρες έχουν ορισμένες και άλλες όχι, άλλες χώρες έχουν περιορισμένες παρεκκλίσεις, άλλες περιορισμένες μικρής διάρκειας και άλλες περιορισμένες μεγάλης διάρκειας.
Κληθείς να πει εάν η αξιολόγηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας θα πρέπει να διασυνδεθεί με τη διαδικασία για επίλυση του Κυπριακού, ο κ. Λινταλ ανέφερε πως «δεν υπάρχει άμεση διασύνδεση».
Πρόσθεσε πως το φθινόπωρο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δώσει την έκθεση αξιολόγησης για την Τουρκία που θα πάει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο θα προβεί σε πολιτική αξιολόγηση το Δεκέμβριο. «Και ο ρόλος της Σουηδίας ως προεδρεύουσας το Δεκέμβριο είναι να βρει έναν κοινό παρονομαστή στη θέση των χωρών μελών», ανέφερε.
Αναφερόμενος στις προτεραιότητες της Σουηδικής Προεδρίας, ο κ. Λίνταλ είπε πως οι δυο κύριες προτεραιότητες είναι η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και των κλιματικών αλλαγών. Για το θέμα ανέφερε πως η ΕΕ θα πρέπει να προετοιμαστεί για τη διάσκεψη των ΗΕ που θα γίνει στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο.
Σε ό,τι αφορά στην οικονομική κρίση, επεσήμανε πως «θα πρέπει να δούμε πώς μπορούμε μακροπρόθεσμα να διασφαλίσουμε το σύστημα από παρόμοιες κρίσεις στο μέλλον και επίσης να έχουμε μια στρατηγική εξόδου από μια κατάσταση στην οποία υπάρχουν τώρα μεγάλα ελλείμματα σε πολλές χώρες, προκειμένου να τονώσουμε την οικονομία».
Είπε ακόμη πως το θέμα της οικονομίας και το θέμα του κλίματος διασυνδέονται και πως «θα πρέπει στο μέλλον να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε πιο οικο-αειφόρες οικονομίες».
Σε σχέση με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ο κ. Λίνταλ είπε πως πρέπει να αναμένεται το δημοψήφισμα στην Ιρλανδία στις αρχές Οκτωβρίου και πως όταν είναι γνωστό το αποτέλεσμα «θα προσπαθήσουμε να ενεργήσουμε πολύ γρήγορα, με την ελπίδα να την εφαρμόσουμε, ώστε τα πάντα να είναι στη θέση τους μέχρι στο τέλος του χρόνου».
Ο κ. Λίνταλ είπε επίσης πως η Σουηδία, όπως και η Κύπρος, υποστηρίζει την επανεκλογή του κ. Μπαρόζο στην Προεδρία της Κομισιόν και ο Σουηδός Πρωθυπουργός επιθυμεί πολύ όπως ο κ. Μπρόζο λάβει σύντομα την υποστήριξη και του Ευρωκοινοβουλίου που θα συνέλθει τον Ιούλιο «γιατί σε μια τέτοια ρευστή κατάσταση αποτελεί σημείο σταθερότητας να γνωρίζουμε ότι θα συνεχίσουμε με έναν πεπειραμένο Πρόεδρο της Κομισιόν».
Ερωτηθείς σε σχέση με τη διεύρυνση, ο Σουηδός Πρεσβευτής είπε πως η χώρα του είναι ανοικτή στη διεύρυνση. «Θεωρούμε πως η Ευρώπη δεν θα πρέπει να είναι ένα κλειστό κάστρο και μια προοπτική ένταξης είναι πολύ σημαντική για πολλές γειτονικές χώρες για τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τους και δημιουργεί επίσης ένα πιο ασφαλές περιβάλλον για την ΕΕ το να έχουν (οι χώρες αυτές) ενδιαφέρον για ένταξη».
Αναφορικά με τις σχέσεις της ΕΕ με τρίτες χώρες όπως τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, ο Σουηδός Πρεσβευτής είπε πως αυτό είναι ακόμα ένα σημαντικό θέμα για την Προεδρία.
«Είναι για αυτό που η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι τόσο σημαντικό, γιατί θα ενισχύσει την ΕΕ ως ένα διεθνή παράγοντα. Θα έχουμε περισσότερη βαρύτητα στις σχέσεις μας με άλλα μέρη του κόσμου», ανέφερε και πρόσθεσε πως όπως σε κάθε Προεδρία υπάρχουν και τώρα προγραμματισμένες Σύνοδοι Κορυφής της ΕΕ με τρίτες χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Ινδία.
Χαρακτήρισε επίσης πολύ σημαντικές τις πολιτικές γειτονίας της ΕΕ ενώ σε σχέση με τη Μέση Ανατολή είπε πως και εκεί η ΕΕ προσπαθεί πάντα να παίξει ένα ρόλο, σε συνεργασία με τους άλλους εμπλεκόμενους παράγοντες όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και τα ΗΕ, αφού γειτνιάζει με την περιοχή αυτή. Ανέφερε πως η Μέση Ανατολή είναι μια πολύ σημαντική περιοχή όταν πρόκειται για την επίτευξη ειρήνης στην περιοχή και προκειμένου η Ενωση για τη Μεσόγειο να λειτουργήσει ομαλά. «Για αυτό και η Κύπρος είναι σημαντική λόγω των καλών σχέσεών της με διάφορους παράγοντες στη Μέση Ανατολή», ανέφερε.
Σε ό,τι αφορά τις διμερείς διαφορές μεταξύ από τη μια χωρών που είναι μέλη της ΕΕ και χωρών που επιθυμούν να γίνουν μέλη όπως πχ μεταξύ Ελλάδας-ΠΓΔΜ και Σλοβενίας-Κροατίας, ο κ. Λίνταλ είπε πως «συνήθως η ΕΕ ελπίζει ότι τα μέρη θα λύσουν ή μπορούν να λύσουν τα διμερή τους προβλήματα από μόνα τους».
Υπενθύμισε εξάλλου τη δήλωση του κ. Μπαρόζο πως ο συμβιβασμός στην ΕΕ «είναι η λέξη κλειδί για τη δουλειά μας καθημερινά. «Και νομίζω πως όταν πρόκειται για τα Βαλκάνια πρέπει να υιοθετήσουν αυτή την ευρωπαϊκή αξία του συμβιβασμού», ανέφερε.
Ερωτηθείς εάν η Σουηδία είναι έτοιμη να προσφέρει την εμπειρογνωμοσύνη της όσον αφορά στην προεδρία της ΕΕ στην Κύπρο, ο Σουηδός Πρεσβευτής είπε πως ήδη αυτό έχει αρχίσει να γίνεται και πως μια αντιπροσωπεία του κυπριακού Υπουργείου Οικονομικών επισκέφθηκε τη Σουηδία όπως και ο επικεφαλής του Γραφείου για την Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ το 2012 Ανδρέας Μολέσκης.
Ο κ. Λίνταλ αναφέρθηκε τέλος στις καλές και μακροχρόνιες σχέσεις της χώρας του με την Κύπρο, στην οποία όπως είπε ζουν μόνιμα δυο χιλιάδες Σουηδοί και την οποία επισκέπτονται κάθε χρόνο ως τουρίστες 100 χιλιάδες άτομα από τη Σουηδία.
Υπενθύμισε τις αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στην Κύπρο από Σουηδούς στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και πως 30 χιλιάδες Σουηδοί υπηρέτησαν ως κυανόκρανοι στο νησί από το 1964 μέχρι το 1993.Καταλήγοντας, είπε ακόμη πως οι δυο χώρες εργάζονται αυτή τη στιγμή στο θέμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας «όπου υπάρχει κοινό ενδιαφέρον για ανάπτυξη συνεργασίας στην έρευνα και επίσης για πρακτική εφαρμογή».