To Top
forbes
Επόμενο
Προηγούμενο
Αυτές είναι οι πολυτιμότερες ομάδες της F1
ΑΡΧΙΚΗΟΙΚΟΝΟΜΙΑFORBES • Αυτές είναι οι πολυτιμότερες ομάδες της F1
  02 Δεκεμβρίου 2019, 10:43 πμ  
Στις αρχές Νοεμβρίου, ο Λιούις Χάμιλτον κατέλαβε τη δεύτερη θέση στο Όστιν, στο γκραν πρι της Αμερικής, τερματίζοντας μόλις λίγα δευτερόλεπτα πίσω από ομόσταυλό του Βάλτερι Μπότας.

Η δεύτερη θέση ωστόσο έδωσε αρκετούς βαθμούς στον Χάμιλτον για να εξασφαλίσει το έκτο του πρωτάθλημα στη Formula One (F1), και πλέον θέλει μόνο έναν τίτλο ακόμη προκειμένου να ισοφαρίσει το ρεκόρ του Μίκαελ Σουμάχερ. Πρόκειται για ένα απίστευτο κατόρθωμα, με τον 34χρονο Βρετανό να λογίζεται πλέον ως ένας από τους καλύτερους πιλότους όλων των εποχών. Ωστόσο, η κυριαρχία του Χάμιλτον -έχει κατακτήσει πέντε πρωταθλήματα τα τελευταία έξι χρόνια- υποκρύπτει και έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για το μέλλον της F1: την υπερβολική επιρροή των ανεξέλεγκτων δαπανών.  

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Χάμιλτον οφείλεται στο γεγονός ότι η ομάδα του, η Mercedes, είναι διατεθειμένη να ξοδέψει περισσότερα χρήματα από τους ανταγωνιστές της: Η γερμανική φίρμα δαπανά περίπου 430 εκατ. δολάρια ετησίως, υπερδιπλάσια από αυτά που μπορούν να διαθέσουν οι περισσότερες ομάδες της F1 σε μία σεζόν. Έτσι, η Mercedes παραμένει άπιαστη στην πίστα, κερδίζοντας με ευκολία τα έξι τελευταία πρωταθλήματα (η ομάδα έχει κερδίσει όλους τους τίτλους, εκτός από έναν, και απομένουν μόλις τρεις αγώνες ακόμη).

Οι μικρότερες ομάδες του αθλήματος είναι αναγκασμένες να αγωνίζονται για ότι απομένει, ενώ την ίδια ώρα παλεύουν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους: εξάλλου, η ιστορία της F1 είναι γεμάτη με "πτώματα" ομάδων που δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις οικονομικές πιέσεις.  Το τεράστιο αυτό οικονομικό χάσμα δεν αποτελεί καινούριο νέο στον χώρο των αγώνων ταχύτητας, όπως επίσης δεν αποτελεί νέο ότι το χάσμα αυτό διαστρεβλώνει τον ανταγωνισμό στο πιο ακριβό άθλημα του κόσμου. Ωστόσο, το θέμα του κόστους έχει επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς η Liberty Media, η εταιρεία που διαχειρίζεται τα εμπορικά δικαιώματα της F1, ετοιμάζεται να εφαρμόσει μέτρα περιορισμού του κόστους, τα οποία αναμένονταν εδώ και πολύ καιρό, καθώς και μια σειρά άλλων σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Απώτερος στόχος της είναι η ανανέωση του αθλήματος ώστε να προσφέρει συναρπαστικό αγωνιστικό θέαμα αλλά και να εξασφαλίζει την οικονομική βιωσιμότητα των ομάδων.   

Οι αλλαγές αυτές βέβαια θα άρουν μερικά πλεονεκτήματα που έχουν σήμερα οι κορυφαίες ομάδες του χώρου. Δεδομένου λοιπόν ότι η F1 δεν έχει ακόμα λάβει μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις από τις ομάδες της -η τρέχουσα σύνθεση είναι εξασφαλισμένη μόνο μέχρι την επόμενη σεζόν- ο χρόνος μετρά ήδη αντίστροφα καθώς προσπαθεί να διασφαλίσει την παραμονή των μεγαλύτερων ομάδων του αθλήματος και για την επόμενη δεκαετία.    

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που στη F1 επικρατούσε το χάος. Η χρηματοπιστωτική αστάθεια ανάγκασε τη διοργανώτρια αρχή να αναβάλλει επανειλημμένα τις προσπάθειές της να εισαγάγει τη F1 στο χρηματιστήριο της Σιγκαπούρης, ενώ μια σειρά δυνητικών αγοραστών εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους να εμπλακούν αφού ανακάλυψαν ότι πίσω από τη διοργάνωση κρυβόταν ένας "ιστός" holding εταιρειών, τον οποίο είχε υφάνει το πρώην αφεντικό της F1, Μπέρνι Έκλεστοουν. Η διοργάνωση έχασε το 12% της αξίας της -περισσότερο από 1 δισ. δολάρια- σε λιγότερο από πέντε χρόνια.  Ωστόσο, σημείο-σταθμός για τη F1 αποτέλεσε ο Ιανουάριος του 2017, όταν η εταιρεία Liberty Media του δισεκατομμυριούχου Τζον Μαλόουν τελικά ενεπλάκη για να αγοράσει τα εμπορικά δικαιώματα της διοργάνωσης έναντι 8 δισ. δολαρίων. Η F1 από τότε φαίνεται ότι έχει μπει σε καλό δρόμο. Πέρυσι, η διοργάνωση είχε έσοδα 1,83 δισ. δολαρίων, αυξημένα κατά 2,5% σε ετήσια βάση. Η μετοχή παρακολούθησης της F1, FWONK, έχει κεφαλαιοποίηση 10 δισ. δολαρίων και διαπραγματεύεται κοντά στα ιστορικά υψηλά της (η τιμή της μετοχής έχει σημειώσει άλμα 48% από τότε που πέρασε στη Liberty). Αύξηση καταγράφει επίσης η τηλεθέαση στην Αμερική -κατά 22% την τρέχουσα σεζόν- όπως και η παρακολούθηση των αγώνων σε παγκόσμιο επίπεδο.  

Όμως η F1 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη ένα επιτυχημένο turnaround story. Σχεδόν το σύνολο της αύξησης εσόδων του 2018 προήλθε από δευτερεύουσες δραστηριότητες: τη Formula 2, τις τηλεοπτικές παραγωγές και τις υπηρεσίες ταξιδίου. Εν τω μεταξύ, τα έσοδα από χορηγίες μειώθηκαν, ενώ έχει μειωθεί καιη τηλεθέαση σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς οι μεταδόσεις των αγώνων στρέφονται από τα ελεύθερα τηλεοπτικά κανάλια σε καλωδιακά δίκτυα.   

Κι αυτά την ώρα που επίκειται η εφαρμογή μιας σειράς αλλαγών που έχουν στόχο να εξισορροπήσουν τους όρους ανταγωνισμού. Αρχής γενομένης από το 2021, εισάγονται μονοθέσια νέου σχεδιασμού με στόχο την ενίσχυση του θεάματος, ενώ ορίζεται και ανώτατο όριο προϋπολογισμού για τις ομάδες, ο οποίος δεν θα ξεπερνά τα 175 εκατ. δολάρια ανά σεζόν, αν και στο ποσό αυτό δεν θα περιλαμβάνονται το κόστος του κινητήρα και οι μισθοί των οδηγών, καθώς και κάποια ακόμη έξοδα.  Είναι μια ριζική αλλά αναγκαία προσαρμογή. Παρότι οι περισσότερες ομάδες είναι διατεθειμένες να χάσουν κάποια χρήματα -εξάλλου πρόκειται κυρίως για ένα παιχνίδι μάρκετινγκ και γοήτρου- το κόστος συμμετοχής στη F1 ήταν μη βιώσιμο για τις μεσαίου μεγέθους ομάδες. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ομάδες όπως η Lotus, η Force India και η Manor Racing είτε να χρεοκοπούν ή είτε να πωλούνται για ψίχουλα.   

Οι οικονομικές πιέσεις που υφίστανται οι ομάδες έχουν ενταθεί εξάλλου και λόγω της αύξησης του κόστους συμμετοχής στη διοργάνωση που έχει μειώσει τα χρηματικά έπαθλα που λαμβάνουν - συνολικά πέρυσι τα χρηματικά έπαθλα ανήλθε σε 913 εκατ. δολάρια, ποσό μειωμένο κατά σχεδόν 6% από τα 966 εκατ. δολάρια του 2016. Ένας ακόμη παράγοντας που έχει αυξήσει τις πιέσεις προς τις ομάδες είναι και το Brexit, λόγω της επίπτωσής του στις ισοτιμίες νομισμάτων, κάτι που έχει ψαλιδίσει τα διαθέσιμα κεφάλαια των ομάδων, καθώς η πλειοψηφία τους ξοδεύει σε βρετανικές λίρες, ενώ εγγράφει έσοδα σε δολάρια ΗΠΑ ή / και ευρώ.  

Η μεγαλύτερη πρόκληση πάντως για τη F1 είναι να πείσει τις κορυφαίες ομάδες του αθλήματος -Ferrari, Mercedes, Red Bull- να βάλουν "φρένο" στα ποσά που ξοδεύουν και να δώσουν στους υπόλοιπους συμμετέχοντες την ευκαιρία να καλύψουν τη απόσταση που τους χωρίζει από αυτές. Οι τρεις τους όμως δεν φαίνονται διατεθειμένες να χάσουν τα πλεονεκτήματά τους, και με τις δεσμεύσεις συμμετοχής τους στο πρωτάθλημα να λήγουν μετά την επόμενη σεζόν, επιχειρούν να ασκήσουν πιέσεις στη Liberty.  Η Mercedes δεν έχει κάνει τίποτα για να διαψεύσει τις φήμες ότι προτιμά να πουλήσει τη δραστηριότητά της παρά να υπογράψει.

Η Red Bull φαίνεται ότι διαρκώς βρίσκεται στα πρόθυρα να αποχωρήσει, κάτι που έκανε και πρόσφατα. Η Ferrari, από την άλλη, έχει επιδείξει απρόσμενη συνεργασία έως τώρα, παρ' όλο που η ομάδα έχει εκφράσει τις ανησυχίες της σχετικά με το νέο πλαίσιο κανονισμών. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί αντιδρούν, αφού το υφιστάμενο καθεστώς, που δεν τις δεσμεύει ως προς το ύψος των χρημάτων που θα δαπανήσουν, τους έχει επιτρέψει να "χτίσουν" μερικά από τα πιο πολύτιμα brands στον επαγγελματικό αθλητισμό.    

Τρανταχτό παράδειγμα η πρόσφατη κυριαρχία της Mercedes. Τα Silver Arrows της γερμανικής φίρμας βρέθηκαν στην κορυφή της κατάταξης το 2014 μετά από μια τεράστια οικονομική επένδυση. Η ομάδα δαπάνησε συνολικά 380 εκατ. δολάρια εκείνη τη χρονιά, ποσό αυξημένο κατά 26% σε σύγκριση με το 2013 και κατά 59% σε σχέση με το 2012. Και παρότι οι μεγάλες αυτές δαπάνες ανάγκασαν την ομάδα να εμφανίσει απώλειες 150 εκατ. δολαρίων εκείνο το πρώτο έτος του πρωταθλήματος, η διαρκή κυριαρχία της απέφερε τελικά αποτέλεσμα. Πέρυσι, η Mercedes ανακοίνωσε λειτουργικά κέρδη ύψους 22 εκατ. δολαρίων, κι αυτό παρότι οι δαπάνες της ξεπέρασαν κατά 100 εκατ. δολάρια τις δαπάνες των άλλων ομάδων, με εξαίρεση της Ferrari. Σήμερα η αξία της Mercedes ανέρχεται σε 1,15 δισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 46% από την τελευταία αποτίμηση των ομάδων της F1 από το Forbes, πριν από δύο χρόνια.  

Η Ferrari αποτελεί επίσης ένα μεγαθήριο, καθώς είναι η πολυτιμότερη ομάδα αγώνων ταχύτητας στον κόσμο, με αξία σήμερα ύψους 1,35 δισ. δολαρίων. Παρά το γεγονός ότι οι υψηλές δαπάνες της Ferrari έχουν ως αποτέλεσμα να εμφανίζει λειτουργικές ζημίες -εκτιμούμε ότι η Ferrari είχε ζημίες 12 εκατ. δολαρίων με έσοδα ύψους 426 εκατ. δολαρίων το 2018- συνεχίζει να κατέχει τα σκήπτρα, ξεπερνώντας σε αξία ακόμα και τη Mercedes, λόγω της μακρόχρονης επιτυχίας της. Αν και αυτά τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχθούν εφήμερα -αρκεί κανείς να θυμηθεί τη McLaren, η οποία συμμετείχε στο πρωτάθλημα και ήταν ανάμεσα στις κορυφαίες ομάδες σε όρους εσόδων, ώσπου κάποια πρόσφατα προβλήματα την οδήγησαν σε πτώση- πρέπει να σημειωθεί ότι η παρουσία της Ferrari στη F1 είναι τόσο παλιά όσο και το άθλημα, ενώ έχει να τερματίσει εκτός πρώτης τετράδας από το 1981. Η F1 μάλιστα έχει χορηγήσει στην ιταλική ομάδα τη δυνατότητα άσκησης βέτο, ενώ της καταβάλλει και ένα ετήσιο μπόνους μόνο και μόνο για το στάτους που φέρνει στη διοργάνωση.  

Καμία άλλη ομάδα της F! δεν έχει καν πλησιάσει τους δύο αυτούς ηγέτες, ωστόσο είναι πολλά τα παραδείγματα ομάδων που έχουν "χτιστεί" χάρη στις υπέρμετρες δαπάνες. Η Red Bull, η οποία έχει βρεθεί μόλις μία φορά εκτός της πρώτης τριάδας της κατάταξης από το 2008, αξίζει 640 εκατ. δολάρια. Η ομάδα εμφανίζει ονομαστικά κέρδη, αλλά μόνο και μόνο γιατί 92 εκατ. δολάρια ή το 28% των εσόδων της προέρχεται από τη "χορηγία" της Red Bull GmbH, που είναι η μητρική εταιρεία της. Η McLaren, παρά τα πρόσφατα προβλήματα, αξίζει 620 εκατ. δολάρια, καθώς για περισσότερες από πέντε δεκαετίες επενδύει στους αγώνες ταχύτητας, ενώ και η Renault έχει πατήσει "γκάζι" -με την αξία της των 430 εκατ. δολαρίων να έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια- κάτι που οφείλεται στο γεγονός ότι οι Γάλλοι ιδιοκτήτες της αύξησαν τις δαπάνες κατά 35% από τότε που ανέλαβαν την ομάδα, πριν από τη σεζόν του 2016.  

Όμως, με τη θέσπιση ενός ανώτατου ορίου δαπανών στον ορίζοντα, η συνεχιζόμενη αύξηση της αξίας των ομάδων της F1 σύντομα θα επαφίεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα της Liberty να διατηρήσει το επίπεδο του ανταγωνισμού σε υψηλά επίπεδα, καθώς παράλληλα αναμορφώνει τους όρους του πρωταθλήματος με στόχο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των ομάδων. Εάν η F1 καταφέρει να αντεπεξέλθει σε αυτές τις τελευταίες προκλήσεις, θα έχει την ευκαιρία να ανακτήσει ένα μεγάλο μέρος της χαμένης λάμψης του αθλήματος. Για του λόγου το αληθές, αρκετοί δυνητικοί επενδυτές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις - και εάν πιστέψει κανείς τον CEO της διοργάνωσης, ήδη πολλοί υποψήφιοι νέοι ιδιοκτήτες σκέφτονται να εισέλθουν στον χώρο μέχρι το 2021.


Του Chris Smith  
ΠΗΓΗ: Forbes

Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...