To Top
01:53 Τετάρτη
24 Ιανουαρίου 2018
Επόμενο
Προηγούμενο
Παντελής Βούλγαρης: Κάνω ταινίες γιατί συγκινούμαι από τις ιστορίες
ΑΡΧΙΚΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Παντελής Βούλγαρης: Κάνω ταινίες γιατί συγκινούμαι από τις...
Τελευταία Ενημέρωση: 06 Δεκεμβρίου 2017, 12:09 μμ

Τον συνάντησα μια μέρα μετά την πρεμιέρα της νέας του ταινίας, «Το τελευταίο σημείωμα». Ποιο είναι το ωραιότερο που είδαν τα μάτια σας, τον ρώτησα. Ένα πρόσωπο ή ένα τοπίο; «Τα τοπία δεν μου λένε τίποτα. Αν δεν υπάρχουν άνθρωποι, δεν μου λένε τίποτα απολύτως, όσο ωραία κι αν είναι», μου απάντησε.

Θέλατε πάντα να γίνετε σκηνοθέτης; Γιατί δεν γίνατε, ας πούμε, ηθοποιός; Ναι, πάντα ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Άλλωστε ντρεπόμουν να γίνω ηθοποιός. Μπορεί και να ήθελα, αλλά  ήμουν ντροπαλός. Θα έπρεπε να ήμουν μπροστά και εμένα το μπροστά με ζόριζε. Ήταν και το επίθετο Βούλγαρης που δεν μου άρεσε, γιατί τα χρόνια εκείνα που μεγάλωνα εγώ, έκανε σε όλους μια περίεργη «σύνδεση» με τη Βουλγαρία... Ακόμα και στο στρατό μου έλεγαν «Βούλγαρης;  Έχεις καμιά σχέση με τη Βουλγαρία;»... 

Δεν είχατε, όμως... Καμία. Η ρίζα μας φτάνει στη Μικρά Ασία και στην  Ήπειρο. Έχω βρει παρακλάδια στην Κέρκυρα... Επίσης, στη Ρώμη, υπάρχει ένας διάσημος κοσμηματοπώλης, ο Bvlgari, ο οποίος έχει καταγωγή από την Ήπειρο. Μια φορά που περνούσα έξω από το μαγαζί, σκέφτηκα να μπω μέσα και όπως στις ελληνικές ταινίες να ανοίξω την αγκάλη μου και να φωνάξω, «ξάδελφε»... Απ’ το σχολείο, λοιπόν, ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Και μάλιστα ονειρευόμουν να κάνω ταινίες στο εξωτερικό, στην Αμερική ας πούμε. Γι’ αυτό και το είχα αλλάξει το όνομά μου. Και οι συμμαθητές μου με φωνάζανε «Μπατ Μπούγκλερ»...

Οι γονείς σας δεν είχαν ενδοιασμούς; Στις ελληνικές ταινίες ο σκηνοθέτης παρουσιαζόταν... κάπως. Ήταν συνήθως γκέι, ένας υστερικός που πηγαινοερχόταν πάνω – κάτω αλαφιασμένος, φοβητσιάρης συνάμα, λίγο αφελής, μ’ ένα μπερέ στο κεφάλι... Και ήταν πάντα, για να συμπληρώσω, με ένα μπλε πουλόβερ κι άσπρο γιακαδάκι απ’ έξω...   

Ακριβώς. Δεν είχαν, λοιπόν, ενδοιασμούς οι γονείς σας; Βοήθησε το γεγονός ότι ο πατέρας μου δεν ήταν ας πούμε γιατρός ή δικηγόρος που θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά για να ακολουθήσουν το δρόμο τους και να μη χάσουν την πελατεία. Εμένα ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος. Ο οποίος, όμως, είχε ένα ταλέντο πολύ μεγάλο. Ήταν από τους καλύτερους ψάλτες της Αθήνας. Πήγαινα μαζί του, ξέρω να ψέλνω, έπαιξα και σε ταινίες κάνοντας τον παπά, επειδή πάντα είχα γένια και, μικρός, πριν γίνω σκηνοθέτης, σκεφτόμουν  να γίνω δεσπότης. Η φωνή του πατέρα μου ήταν, νομίζω, το πρώτο μου καλλιτεχνικό μάθημα. Που με έμαθε τι σημαίνει  ισορροπία, ρυθμός, αίσθημα... 

Αυτό ήταν και η μόνη καλλιτεχνική «πηγή» στην οικογένειά σας; Ναι, η μόνη. Ξέρετε, όταν μπήκα στην εφηβεία και γοητεύτηκα από την αριστερά, και με ρωτούσαν τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου, δεν έλεγα ότι είναι ψάλτης. Και στο «Προξενιό της Άννας», στα πρώτα πλάνα, όταν η Άννα επιστρέφει στο σπίτι από την κυριακάτικη λειτουργία, ακούγεται ένας ψάλτης. Είναι η φωνή του πατέρα μου από μια μαγνητοταινία που είχαμε στο σπίτι. Στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, είχα την τύχη να γνωρίσω τον Γιάννη Τσαρούχη. Και μου λέει, ωραία η ταινία σου, παιδί μου, αλλά θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Στην αρχή ακούγεται κάποιος που ψέλνει, ποιος είναι αυτός; Ο πατέρας μου, κύριε Τσαρούχη. Και πού ψέλνει ο πατέρας σου; Στον Άγιο Ελευθέριο, Πεδίο του Άρεως. Είμαι θαυμαστής του πατέρα σου, παιδί μου. Πάω και τον ακούω, μου λέει. Και τρελάθηκα. Κι από τότε δεν παρέλειπα να λέω ότι ο πατέρας μου ήταν ψάλτης. 

Με τι εικόνες, αλήθεια, μεγαλώσατε;  Ή, μάλλον, ποια είναι η πιο έντονη εικόνα που ανακαλεί η μνήμη σας όταν ανατρέχει στα παιδικά χρόνια; Είναι πολλές... Μου έρχεται αυθόρμητα αυτό: Ο πατέρας μου δούλευε δημόσιος υπάλληλος, στο Πολυτεχνείο. Ήταν άρρωστος και πήγα να του πάρω το μισθό και ο διευθυντής εκεί μίλησε προσβλητικά για τον πατέρα μου. Και ανέβηκα μετά στο τρόλεϊ και ήμουν αναψοκοκκινισμένος, έτοιμος να κλάψω... Και μια άλλη, όταν μας έβαλε μαζί με τον αδελφό μου, μέσα σε καρότσι για να μας μεταφέρει σε μια αδειανή από κόσμο Αθήνα,  μέσα από οδοφράγματα, στρατιώτες και αντάρτες...  Δεν επιστρέφω στο παρελθόν, ξέρετε. Είναι ένα περίεργο πράγμα που οι γονείς μου, τους οποίους αγαπούσα πολύ, δεν έρχονται συχνά στα όνειρά μου και στις σκέψεις μου...

Πώς ήταν; Ήταν αυστηροί γονείς; Ναι, ήταν αυστηροί γονείς.

Σαν αφηγητές;  Ήταν καλοί; Σας μετέφεραν ωραίες ιστορίες; Πολύ. Και οι δύο. Και επειδή μέναμε στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόμο με τις έξι αδελφές της μητέρας μου, κάθε Κυριακή γινόταν αυτό που περιγράφω στο «Προξενιό της Άννας». Από εκεί το ξεσήκωσα. Τραπεζώματα, ιστορίες, όλο το σόι μαζεμένο... Ο δε πατέρας μου, έλεγε κάθε Κυριακή τα ίδια ανέκδοτα, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο λες και ήταν καινούργια κάθε φορά. Και η γυναίκα μου, επίσης, αφηγείται καταπληκτικά επειδή γράφει και καταπληκτικά, αλλά δεν ξέρει να λέει ανέκδοτα. Γιατί τα ανέκδοτα έχουν ρυθμό, έχουν παύσεις και λίγα λόγια. Δεν είναι εύκολο να πεις ένα ανέκδοτο. Η Ιωάννα με τον ιδιαίτερο τρόπο που γράφει, τα αναπτύσσει, τα κάνει ιστορίες. Ενώ είναι εικόνες... 

Θυμάστε ποια ήταν η πρώτη ταινία που είδατε; Οι πρώτες εικόνες που είδα ήταν όταν δοκίμαζε την μηχανή προβολής ο καλοκαιρινός κινηματογράφος, της γειτονιάς μας. Ηλέκτρα τον λέγανε.  Ήταν τρία στενά απ’ το σπίτι μας, κάτω στην Πατησίων, σε κεντρικό δρόμο. Είχε τέτοια ησυχία τότε η γειτονιά μας που ακουγόταν το σπικάζ στα αγγλικά, δοκιμάζανε, θυμάμαι, ένα ντοκιμαντέρ για το πώς φτιάχνεται το αλάτι και τρέχαμε όλα τα παιδάκια για να δούμε εικόνες. Μετά ήταν δυο ταινίες, νομίζω ο «Μεθύστακας» και το «Πικρό Ρύζι». Μια ιταλική ταινία με την Σιλβάνα Μαγκάνο, όπου είχε μια ερωτική σκηνή σε ένα αχυρώνα, την βάζει κάτω αυτός και της κάνει έρωτα, και θυμάμαι που στην επιστροφή ρωτούσα τον πατέρα μου να μου πει τι του είχε κάνει και την δάγκωνε αυτός ο τύπος... 

Πείτε μου κάτι άλλο. Είστε ένα παιδί που γεννήθηκε στην κατοχή, ζήσατε εμφύλιο, χούντα, ήσασταν στο Πολυτεχνείο, κάνατε οκτώ μήνες στη Γυάρο... Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει πόλεμο, διαφέρουν από τους υπόλοιπους; Ναι, αυτό το βίωμα τους κάνει διαφορετικούς. 

Αφήνουν σημάδια ανεξίτηλα τέτοια βιώματα; Βέβαια. 

Για πάντα; Ναι, για πάντα. Με την έννοια ότι αυτά τα σημάδια δεν  είναι ντε και καλά πάντα και όλα αρνητικά. Γιατί μέσα απ’ όλη αυτή την τριβή, από αυτή την εμπειρία, η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει πολλαπλές αντιδράσεις. Φιλίας, ελπίδας, αλληλοβοήθειας, συντροφιάς, παρέες μεγάλες που συζητούσαν... Αν σκεφτείτε ότι η τηλεόραση ήρθε όταν εγώ ήμουν 27 χρονών, καταλαβαίνετε. Δεν είχαμε και πολλές άλλες επιλογές, παρά να συναναστραφούμε...

Στον Φίνο πώς μπήκατε; Όταν ο πατέρας μου με πήγε στη Σχολή Σταυράκου, εκεί, στο μάθημα του σεναρίου, έγραψα την πρώτη μικρού μήκους ταινία μου, τον Κλέφτη, το σενάριο της οποίας άρεσε πολύ στον Ντίνο Δημόπουλο, τον καθηγητή μας που ήταν εν ενεργεία σκηνοθέτης και το έκανε και μάθημα μια - δυο φορές... Ήταν η πρώτη φορά που πίστεψα ότι μπορώ να καταφέρω κάτι, πήρα κουράγιο.  Και επειδή τα μαθήματα ήταν θεωρητικά, δεν είχαμε κάμερες και φιλμ, δηλαδή φανταζόμασταν το πώς θα γυρίζαμε τις ταινίες, τον παρακάλεσα ένα πρωί να πάω να παρακολουθήσω γύρισμα στη Φίνος. Πήγα, εντάχθηκα στο συνεργείο κι αυτό ήταν η αρχή...

Διάβασα ότι ήσασταν το παιδί που μετέφερε την πολυθρόνα για να καθίσει η Βουγιουκλάκη... Έτσι. Άρχισα κάνοντας το παιδί για όλες τις δουλειές. Μεταφέραμε τα έπιπλα εκεί που έπρεπε να είναι η κάμερα.  Και επειδή είναι δύσκολη δουλειά, μπορεί να σε βρίσουν κάποια στιγμή, μπορεί να φας και καμιά σφαλιάρα, το έχω σαν παράδειγμα τώρα που είμαι εγώ σκηνοθέτης και έρχονται νέα παιδιά στο συνεργείο και μέσα σε δέκα μέρες καταλαβαίνω αν θα μείνουν ή αν θα φύγουν... Κάθισα τέσσερα χρόνια στη Φίνος, πέρασα απ’ όλα τα στάδια. Και εκεί έμαθα τη διαδικασία του γυρίσματος, την ιεραρχία, την πειθαρχία που απαιτείται...

Λένε ότι η Τέχνη επουλώνει πληγές,  μαθαίνει ιστορία, ερμηνεύει, διασκεδάζει... Η δική σας τέχνη, οι δικές σας ταινίες, πού αποσκοπούν; Ποιο είναι το ζητούμενο; Η συγκίνηση. Να σας απαντήσω με ένα  παράδειγμα. Τώρα τα παιδιά, φεύγουν από την Ελλάδα εξαιτίας της κρίσης. Και τα περισσότερα θα μείνουν έξω, γιατί θα παντρευτούν, θα κάνουν παιδιά... Υπάρχει μια ιστορία εντελώς αντίστροφη. Μιλάμε για το 1821 όπου ο Υψηλάντης αποφασίζει να απελευθερώσει την Ελλάδα. Όλα αυτά τα χρόνια, οι πλούσιες οικογένειες των Ελλήνων στην Κριμαία, στη Γενεύη, στην Οδησσό, έμποροι μεγάλοι, ζουν και μεγαλώνουν τις οικογένειές τους στο εξωτερικό και τα παιδιά τους σπουδάζουν στα κορυφαία πανεπιστήμια της εποχής. Και με το που φτάνει η πληροφορία ότι ο Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα, οι καθηγητές τους, πολλοί απ’ αυτούς  Έλληνες, όπως ο Γεννάδιος, μπαίνουν στις αίθουσες και τους λένε, «τι κάθεστε εδώ πέρα, η πατρίδα σας ξεκινά την επανάσταση». Και φεύγουν τα παιδιά, 360 τόσα παιδιά, τα περισσότερα πέρασαν με τα πόδια τα αυστριακά σύνορα, φτάσανε στη Ρουμανία, βρήκαν κάτι αποθήκες με στρατιωτικά ρούχα, ντυθήκαν με στολές, ονόμασαν την ομάδα τους Ιερό Λόχο και σκοτώθηκαν όλοι στην πρώτη μάχη που έγινε με τους Τούρκους. Δεν μπορεί να μη με συγκινεί μια τέτοια ιστορία. Όπως δεν μπορεί να μη με συγκινεί το γεγονός ότι η καρδιά του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο οποίος δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Ελλάδα, βρίσκεται σε ένα εκκλησάκι στην Πλάκα. Το είχε ζητήσει ο ίδιος πριν πεθάνει. Δεν πήγε αυτός στην Ελλάδα, αλλά πήγε η καρδιά του. Καθετί που μαθαίνω μπορεί να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον, να αρχίσω να διαβάζω, να ερευνώ, να μαθαίνω. Κι αυτό που μαθαίνω μπορεί να καταλήξει σε ταινία, μπορεί και όχι. Συνεπώς, θέλω να σας πω, ότι κάνω ταινίες επειδή εγώ συγκινούμαι από τις ιστορίες αυτές. Και ήθελα πάντα να πιστεύω ότι αυτό που συγκινεί εμένα, θα συγκινούσε και τον κόσμο...

Οι ταινίες σας έχουν να κάνουν, κυρίως, με το παρελθόν και την ιστορία. Πέτρινα Χρόνια, Νύφες, Ψυχή Βαθιά, Μικρά Αγγλία, Τελευταίο Σημείωμα... Εσείς την κυνηγάτε ή η ιστορία κυνηγά εσάς; Και τα δύο. Αλλά όταν κάνω αυτές τις ταινίες, ας τις πούμε, εποχής, εγώ δεν αισθάνομαι ότι κάνω ταινίες εποχής. Γιατί εμένα με ενδιαφέρει ο ανθρώπινος παράγοντας και όχι η διαδρομή μιας ιστορίας. Οι αντιδράσεις των ανθρώπων με ενδιαφέρουν. Στον πόνο, στην αγάπη, στην ελπίδα, στη σύγκρουση... Μ’ αυτά καταπιάνομαι. 

Και ο λόγος που χρησιμοποιείτε νέους, άφθαρτους ηθοποιούς, είναι για να μην είναι ταυτισμένοι με κάτι άλλο και συνάμα να είναι πιο εύπλαστοι; Ναι, κι αυτό είναι άδικο, το ξέρω, γιατί οι άνθρωποι που κάνουν τηλεόραση ή διαφήμιση το κάνουν για να επιβιώσουν. Απ’ την άλλη, επειδή φτιάχνω έναν κόσμο από την αρχή, θέλω αυτό που ονειρεύομαι να είναι πολύ συγκεκριμένο. Και κάθε φορά βλέπω νέους ηθοποιούς. Και μ’ αρέσει αυτό, γιατί εγώ μαθαίνω από το κάστινγκ. Βλέπω το πολύ 15 άτομα την ημέρα, για ένα εικοσάλεπτο τον καθένα. Δεν αφήνουν βιογραφικό και φεύγουν. Θέλω να έχω το χρόνο να κουβεντιάσω μαζί τους, να εκμαιεύσω πράγματα που δεν συμπεριλαμβάνονται στο βιογραφικό τους, από αυτά παίρνω ιδέες, προσθέτω στις σκηνές, συν το γεγονός ότι ακούω ιστορίες που μπορεί να είναι καλύτερες από την ταινία που εγώ ετοιμάζω... Στις «Νύφες», για παράδειγμα, είχε έρθει μια κυρία -παρόλο που ενδιαφερόμουν για κορίτσια μέχρι 22 χρονών- την οποία δεν μπορούσα να διώξω και να μην τη δω. Αυτή η κυρία είχε ένα πολύ ωραίο κότσο στα μαλλιά, ο οποίος με έβαλε σε διαδικασία να σκέφτομαι αν θα μπορούσα να αλλάξω το σενάριο και να προσθέσω μια θεία στην ταινία. Όταν την ρώτησα τι κάνει στη ζωή της, μου είπε ότι ήταν συνταξιούχος αλλά η ζωή μου άλλαξε τα δυο τελευταία χρόνια, κύριε Βούλγαρη, μου είπε. Γιατί, ρώτησα. Γιατί σε αυτοκινητικό δυστύχημα, έχασα τον άντρα μου και το παιδί μου. Και ξέρετε τι κάνω τα βράδια; Λέω, τι κάνετε; Έχω βρει ένα μπουζουξίδικο κοντά στο σπίτι μου και πάω και πιάνω το τελευταίο τραπέζι, κάθομαι, παίρνω ένα ποτό και ακούω τα τραγούδια... Και εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτό που άκουγα ήταν πιο σημαντικό από την ιστορία που πήγαινα να κάνω εγώ. Αυτά, τώρα, είναι η προίκα του δημιουργού. Είτε τα αξιοποιήσει είτε όχι, αυτά είναι που τον φτιάχνουν, που δημιουργούν την ανάγκη να θελήσεις να κάνεις μια ιδιαίτερη αφήγηση...

Ο Χατζιδάκις έλεγε «πρέπει να δραπετεύεις από την επιτυχία». Εσείς με ποιο τρόπο δραπετεύετε; Εμένα μου το είπε διαφορετικά ο Χατζιδάκις, ο οποίος ήταν στην κριτική επιτροπή που είδε το 1972 το «Προξενιό της Άννας». Την επιτυχία σου, μου είχε πει, θα την κάνεις δια των αρνήσεων. Γιατί τώρα που έκανες το «Προξενιό της Άννας», θα σου ζητήσουν να κάνεις κι άλλη την ίδια. 

Τι είναι τότε για σας επιτυχία; Πώς την έχετε βιώσει; Πριν από έξι μήνες, ήμουν στη Μόσχα. Προσγειωνόμαστε στο αεροδρόμιο, μπαίνουμε στο πούλμαν και εκεί κάθεται ένας ιερέας. Είστε ο κύριος Βούλγαρης, με ρωτά. Θέλω να σας ευχαριστήσω γιατί με βοηθήσατε στη ζωή. Με τα «Πέτρινα Χρόνια» και την «Ψυχή Βαθιά». Ο πατέρας μου, μου είπε, ήταν σταλινικός. Και δεν μου έδινε χαρτζιλίκι, τα έδινε στο κόμμα. Και όταν είδα τις ταινίες σας κατάλαβα ότι αυτό που πίστευε ο πατέρας μου, ήταν κάτι σαν θρησκεία. Μια άλλη φορά, μια γυναίκα στη Σάμο που σταμάτησα να ρωτήσω κάτι και με αναγνώρισε, πήγε και πήρε μια ντουζίνα πιάτα μέσα από το σπίτι της και ήρθε και τα έσπασε μπροστά μου επειδή αγαπούσε πολύ τις ταινίες μου. Τέτοια περιστατικά είναι η επιτυχία....

Με την Ιωάννα Καρυστιάνη είστε σαράντα χρόνια μαζί. Τι κρατά δυο ανθρώπους μαζί τόσα χρόνια, τι είναι αυτό που κάνει μια σχέση να αντέχει; Να σας πω. Αποκλείεται, για παράδειγμα, να κάτσουμε να φάμε και να μην έχουμε κάτι να πούμε. Αυτό. Εμείς οι δύο, όπου η ζωή και η δουλειά είναι ένα, έχουμε φτιάξει μια καθημερινότητα η οποία κάθε μέρα έχει μία προίκα.

Πείτε μου κάτι για το τέλος. Το ωραιότερο που είδαν τα μάτια σας είναι τοπίο ή πρόσωπο; Πρόσωπο. Ασφαλώς πρόσωπο.  Δεν μου λένε τίποτα τα τοπία. Αν δεν υπάρχουν άνθρωποι, δεν μου λένε απολύτως τίποτα. Όσο ωραία και να είναι. Όταν, για παράδειγμα, ήταν άρρωστη η μάνα μου και έμενα το βράδυ να τη φυλάω στο νοσοκομείο και στεκόμουν στο παράθυρο να κάνω τσιγάρο καθώς χάραζε και έβλεπα τα όμορφα χρώματα της ανατολής, αν δεν ήταν εκεί κι ένας τύπος από τη Λαμία, να κουβεντιάζουμε και να συζητάμε, δεν θα μου έλεγε τίποτα ως εικόνα, ως τοπίο.

Παρόλα αυτά, αν η ζωή σας ήταν τοπίο, πώς θα μου την περιγράφατε; Αν ήταν τοπίο, θα ήταν πολύ πρωί σε μια επαρχιακή πόλη. Στην Πάτρα, στην Καστοριά... Όχι σε νησί. Μ’ αρέσουν οι πόλεις που να έχουν μαγαζιά... Όταν τελείωσα το γυμνάσιο και άρχισα να σκέφτομαι να γίνω σκηνοθέτης, επειδή εγώ δεν είχα δωμάτιο και κρεβατοκάμαρα, έφευγα το πρωί, έπαιρνα το λεωφορείο και στις οκτώ η ώρα ήμουν στο κέντρο της Αθήνας, έπαιρνα ένα άλλο και πήγαινα στο Πέραμα. Εκεί που έφτιαχναν τα καράβια. Είχε ένα καφενεδάκι και πήγαινα εκεί και  έγραφα τα σενάρια μου. Ή τα έγραφα στην Πλατεία Ομονοίας, που υπήρχαν κάτι καφενεία μεγάλα και το πρωί δεν είχαν πολύ κόσμο... Αυτά μου αρέσουν... Κάπως έτσι θα ήταν η ζωή μου αν ήταν τοπίο. Πολύ πρωί σε μια επαρχιακή πόλη...

  Συνέντευξη: Θανάσης Φωτίου      Ανδρέας Σιμόπουλος / FOSPHOTOS   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.