To Top
14:00 Τρίτη
21 Νοεμβρίου 2017
Επόμενο
Προηγούμενο
57η Μπιενάλε Βενετίας: Μόνο η τέχνη μπορεί
ΑΡΧΙΚΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΚΡΙΤΙΚΕΣ & ΓΝΩΜΕΣ 57η Μπιενάλε Βενετίας: Μόνο η τέχνη μπορεί
The 57th International Art Exhibition_La Biennale di Venezia
  21 Μαΐου 2017, 3:00 μμ  

Σαμανιστικές τελετές, λιποθυμίες στη σκηνή, ντόμπερμαν σε κλουβί και άλλα ενδιαφέροντα συναπαντήματα και παραδοξοι συσχετισμοί στη φετινή Μπιενάλε Βενετίας, η οποία εγκαινιάστηκε την περασμένη βδομάδα με τίτλο «Ζήτω η Τέχνη Ζήτω».

Σε σύγκριση με τον βαθιά πολιτικό χαρακτήρα και τη νοηματικά απαιτητική προσέγγιση της έκθεσης που επιμελήθηκε o Okwui Enwezor πριν δυο χρόνια, η φετινή κεντρική πρόταση της Μπιενάλε Βενετίας με τίτλο «Viva Arte Viva» από την Christine Macel –επιμελήτρια του Πομπιντού στο Παρίσι– είναι εύληπτη και προσιτή. Χωρισμένη σε εννέα ενότητες –ονομάζονται «παβίλιον»– με θεματικές όπως η χαρά και ο φόβος, η Γη και οι Σαμάνοι, η έκθεση είναι σχεδιασμένη «με καλλιτέχνες, από καλλιτέχνες, για καλλιτέχνες». Να προσθέσουμε «και για το κοινό», καθότι οι ενότητες στα πολλά τετραγωνικά του κεντρικού περιπτέρου στα Giardini (καταρχάς) και του Αρσενάλε (κατά δεύτερον) χρησιμεύουν ως πυξίδες στην πλοήγηση ανάμεσα στα φιλμ και τις εγκαταστάσεις, τη ζωγραφική και τη γλυπτική, τις φωτογραφίες και τα σχέδια, τις περφόρμανς και τις παρεμβάσεις των 120 καλλιτεχνών από 51 χώρες που συμμετέχουν. 

Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος, η οποία ορίζεται επιπλέον από τα ερευνητικά ενδιαφέροντα της επιμελήτριας (η οικολογία, θα έλεγα, είναι από τα βασικά) και από την πρόθεση να επανεκτιμηθεί η πράξη της δημιουργίας στο επίπεδο της χειροτεχνικής κατασκευής. Συνεπώς και η συμπερίληψη καλλιτεχνών με ειδικό ενδιαφέρον στα textiles –όπως ο Κοσοβάρος Petrit Halijaj και η Ισπανίδα Teresa Lanceta– ή εγκαταστάσεων που συντελούνται μέσα από χειρονομίες όπως το ράψιμο και το μπάλωμα, με εξέχουσα την περίπτωση του Lee Mingwei.

Η άλλη όψη του νομίσματος, ωστόσο, έχει να κάνει με το πώς η προσέγγιση της Macel συνδιαλέγεται και θέτει ερωτήματα σχετικά με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής μας. Στο απόγειο της προσφυγικής κρίσης με τις δραματικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης και της ανόδου της ακροδεξιάς, ο τίτλος «Viva Arte Viva» (Ζήτω η Τέχνη Ζήτω) και η διάθεση που υπονοεί (του εορτασμού, της χαράς), προσφέρουν έναν άνευρο φακό για να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα και την ένταση των ημερών μας. Ο κόσμος, βέβαια, δεν αλλάζει εντός των εκθεσιακών χώρων. Απαιτείται μεγαλύτερη δέσμευση απ’ την περιφορά μας σε μουσεία και εκθέσεις.

Διαπίστωση που σχετίζεται άμεσα, θα έλεγα, με την Μπιενάλε του Enwezor πριν δυο χρόνια, όπως και με την πολιτικά ενεργή, εντούτοις υπέρμετρα φιλόδοξη (ως προς τις κοσμογονικές επιδιώξεις της) οπτική της φετινής documenta 14, που ήδη άνοιξε στην Αθήνα. Θα μπορούσε, ωστόσο, η έκθεση της Macel να εισηγούνταν πιο συνειδητά ένα διαφορετικό πλαίσιο κατανόησης της νεφελώδους σχέσης μεταξύ τέχνης και πολιτικής. 

Τούτου λεχθέντος, η έκθεση προσφέρει ενδιαφέροντα συναπαντήματα –όπως με την επιτοίχια συμμετοχική εγκατάσταση του Franz Erhard Walther (νικητής του Χρυσού Λέοντα) ή με τους αφαιρετικούς πίνακες του McArthur Binion, που κατανοούνται ως η “γεωγραφία και ανθρωπολογία της βιογραφίας του”. Ενεργοποιεί επίσης χώρους για προβληματισμό. Παράδειγμα η εγκατάσταση του Olafur Eliasson, αλλά και τα παβίλιον με θέμα τη Γη και τον Σαμανισμό, όπου θίγονται ζητήματα που ελάχιστα συζητιούνται –όπως οι αποικιοκρατικές προεκτάσεις των σαφάρι στην Αφρική στο έργο της Marie Voigner και οι θεραπευτικές ιδιότητες των σαμανιστικών πρακτικών στους «πλανητικούς χορούς» της Anna Halprin.

Σημαντική επίσης η απόφαση της Macel να εντάξει στην έκθεση ιστορικούς καλλιτέχνες, μέχρι πρόσφατα στο περιθώριο της κυρίαρχης αφήγησης, όπως είναι η Maria Lai, ο John Latham ή η Sheila Hicks. Βέβαια, μια τέτοια προσέγγιση βρίσκει ανταπόκριση στη «δίψα» που επικρατεί γενικότερα στον χώρο, όχι για «νέο αίμα» ή για καλλιτέχνες από την περιφέρεια, όπως συνέβαινε μέχρι πρόσφατα, αλλά για ελάχιστα γνωστούς δημιουργούς, μεγάλους σε ηλικία, με μακρά πορεία, που θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τα κριτήρια της «μεγάλης ανακάλυψης». Η Geta Brãtescu είναι μια τέτοια περίπτωση. Ευρέως γνωστή στη χώρα της, σχετικά αφανής σε διεθνές επίπεδο εκπροσωπεί φέτος τη Ρουμανία, με την ισχυρή στήριξη της γκαλερί των Hauser and Wirth. 

Ως γνωστό, η κεντρική έκθεση της Μπιενάλε περιστοιχίζεται από τις εθνικές συμμετοχές, που φιλοξενούνται στα παβίλιον της κάθε χώρας, εντός και εκτός της περιοχής των Giardini. Ενδεικτικά, τις ΗΠΑ εκπροσωπεί φέτος ο Mark Bradford με ζωγραφική στο μεταίχμιο μεταξύ πολιτικού και προσωπικού· τη Βρετανία η Phyllida Barlow με γλυπτά τερατώδη σε μέγεθος, φτιαγμένα από λινάτσα και ευτελή υλικά· τη Γαλλία ο Xavier Veilhan, ο οποίος μετέτρεψε το γαλλικό παβίλιον σε στούντιο ηχογράφησης λίγα μέτρα πιο πέρα από τον Geoffrey Farmer, ο οποίος εκπροσωπώντας τον Καναδά διέλυσε το παβίλιον, για να φτιάξει συντριβάνι στα ερείπιά του. Πράγματι, η ατμόσφαιρα στα παβίλιον είναι πιο συντονισμένη με τα σημεία των καιρών. Ο Γιώργος Δρίβας –η φετινή πρόταση της Ελλάδας– χειρίζεται την ιδέα του ξένου σε μια καλή φιλμική εγκατάσταση. Το ίδιο και η Tracey Moffat, αλλά σε μια πανάκριβη παραγωγή που συμβιβάζει κατά πολύ την αίσθηση του κατεπείγοντος που πραγματεύεται.

Η συμμετοχή, πάντως, με τις μεγαλύτερες ουρές και τις περισσότερες αναρτήσεις στα social media ήταν αυτή της Γερμανίας με την Anne Imhof, η οποία βραβεύτηκε με τον Χρυσό Λέοντα. Μετατρέποντας το γερμανικό περίπτερο –κτισμένο επί Ναζί– σε ένα κλινικό λαμπορατόριο από γυαλί με φύλακες δυο ντόμπερμαν, η Imhof συνέθεσε μια μαραθώνια περφόρμανς τεσσάρων ωρών υπό τον τίτλο «Faust », με βασικό μέσο τον ήχο και τα σώματα μιας ομάδας νεαρών περφόρμερ που στέκουν, ποζάρουν, κοιτάνε με επίμονο βλέμμα και βγάζουν ανατριχιαστικές κραυγές. Η φορτισμένη ατμόσφαιρα που προκύπτει δημιουργεί την αίσθηση πως από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπάσει κάτι ακραία βίαιο και πρωτόγνωρα τρομακτικό. Προς το παρόν –διότι κάθε μέρα η περφόρμανς είναι διαφορετική– αυτό που στοιχειώνει τον χώρο είναι η απειλή, και για ορισμένους η πρόταση της Imhof δεν είναι παρά μια παραλλαγή της φετινής διαφήμισης της Adidas. Αυτή όμως είναι η Μπιενάλε Βενετίας, ιδιαίτερα τις μέρες των εγκαινίων, όπου έργα εξυμνούνται την ίδια στιγμή που ακυρώνονται.

Το περίπτερο της Κύπρου φέτος μεταφέρθηκε λίγα βήματα από το Αρσενάλε στο ισόγειο ενός κτιρίου με εσωτερικό κήπο, ωραίο φυσικό φως και παράθυρο που ανοίγει ακριβώς μέσα στο κανάλι. Σε αυτόν τον χώρο, ο οποίος ανακαινίστηκε με την καθοδήγηση και τον σχεδιασμό του Μιχάλη Αναστασιάδη, ο Πόλυς Πελσίκας, ο καλλιτέχνης που μας εκπροσωπεί, παρουσιάζει μια σειρά από πίνακες που πραγματεύονται τη ζωγραφική εμπειρία, το χρώμα, την υφή και την ιδέα της αναπαράστασης, αντλώντας επιρροές από διαφορετικές γεωγραφίες και χρονικές περιόδους. Από το στούντιό του στη Λευκωσία, στους τοίχους τώρα ενός χώρου που λειτουργεί έως και σαν σκηνικό για τη δουλειά του, αυτό που έγινε πιο ξεκάθαρο είναι πως ο συγκεκριμένος κύκλος έργων του Πεσλίκα, πιο πειραματικός, πιο χαλαρός, λειτουργεί μέσα από ενδείξεις και υπαινιγμούς παρά με μεγαλόστομες δηλώσεις.

Επίσης, δεν προσδοκά να μιμηθεί κάτι που δεν είναι. Το θέμα είναι η ζωγραφική και το ενδεχόμενο ένας πίνακας να συγκρατήσει στην επιφάνειά του μια εντύπωση ή ακόμα και μια εμπειρία. Έχοντας επίγνωση του πλαισίου όπου παρουσιάζεται η δουλειά –Μπιενάλε Βενετίας, υπερπαραγωγές, μεγαλόπνοα έργα– δεν μπορεί παρά να εκτιμήσει κανείς την ειλικρίνειά της, όπως και την άποψη του επιμελητή Jan Verwoert πως η προσέγγιση του Πεσλίκα δημιουργεί τις συνθήκες για επιπλέον συνεργασίες και παρεμβάσεις. Αυτές πήραν τη μορφή ενός σουαρέ αναγνώσεων τις μέρες των εγκαινίων και της πιο «μόνιμης» παρουσίας τριών εντύπων, όπου μπορεί κανείς να διαβάσει τη συνέντευξη του Verwoert με τον δικό μας ιστορικό καλλιτέχνη Βαλεντίνο Χαραλάμπους, το διήγημα «Emergency Kids» της Mirene Arsanios, συγγραφέα από τον Λίβανο, και την ποίηση των Νεωτερισμών Τουμάζου. Η ομάδα ανέλαβε και το πάρτι του περιπτέρου με περφόρμανς (από τον Patrick Cole), μόδα, djs, αλλά και την Πολυξένη Σάββα να τραγουδά Βίσση με τον Verwoert στα πλήκτρα και την Krista Papista να λιποθυμά στη σκηνή.

Συνειρμικά, με τη δραματική αποχώρηση της περφόρμερ θυμήθηκα τον πίνακα του Πεσλίκα «Umm Kalhthum Faints on Stage», στην είσοδο του περιπτέρου. Τυχαίο γεγονός ή σκηνοθετημένο, δεν έχει σημασία. Αυτή είναι η Μπιενάλε Βενετίας (και ο χώρος της τέχνης γενικότερα). Σού δίνεται η δυνατότητα για παράδοξους συσχετισμούς. 

  Έλενα Πάρπα   
Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.