Η σύσταση μιας εταιρείας με τη συμμετοχή περισσότερων από ένα πρόσωπα έχει πρωταρχικό σκοπό τη συνένωση οικονομικών δυνάμεων, εμπειριών και επιχειρηματικών ικανοτήτων, για την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού οφέλους στο κάθε πρόσωπο που επενδύει σ’ αυτή. Η εταιρεία σαν νομικό πρόσωπο έχει τη δική της ξεχωριστή οντότητα και αυτοτέλεια, η οποία είναι ανεξάρτητη από εκείνη των προσώπων που συμμετέχουν σ’ αυτή, των μετόχων, συμβούλων και γραμματέα. Τα πρόσωπα που διαχειρίζονται τις υποθέσεις της εταιρείας και ασκούν έλεγχο και εξουσία έχουν υποχρέωση και καθήκον να ενεργούν με καλή πίστη, προς όφελος γενικά του συνόλου της εταιρείας. Δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε πράξεις ή να λαμβάνουν αποφάσεις, έστω και αν αποτελούν την πλειοψηφία, που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν προσωπικά οικονομικά οφέλη σε βάρος των άλλων μελών της εταιρείας και μάλιστα της μειοψηφίας. 

Είναι αυτονόητο ότι σε κάθε εταιρεία οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, αριθμητική ή κεφαλαιουχική, με τη μειοψηφία να υπακούει και να συμμορφώνεται. Όταν όμως η πλειοψηφία ενεργεί κατά τρόπο που παραβιάζει τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της μειοψηφίας, η τελευταία δικαιούται να ζητήσει προστασία από το Δικαστήριο. Ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.113, ρυθμίζει το θέμα στα άρθρα 202 και 211 (στ), όπου ο νομοθέτης δίνει το διαζευκτικό δικαίωμα στη μειοψηφία να ζητήσει από το δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες: (α) να εκδώσει διάταγμα που να αίρει την ασυδοσία της πλειοψηφίας και να ρυθμίσει τη διεξαγωγή των υποθέσεων της εταιρείας στο μέλλον, (β) να διατάσσει την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών από άλλα μέλη ή από την εταιρεία (άρθρο 202) και (γ) να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας στη βάση ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο (άρθρο 211 [στ]).

Η ομαλή λειτουργία μιας εταιρείας προϋποθέτει εφαρμογή των προνοιών του καταστατικού της και δίκαιη μεταχείριση των μελών σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μετόχων, στοιχείο εμπορικής δικαιοσύνης. Όπου όμως μια επιχείρηση που εργάζεται με την αρχή ότι η πλειοψηφία διοικεί, αλλά αυτοί που έχουν την πλειοψηφία των μετοχών με δικαίωμα ψήφου καταχρώνται την εξουσία τους για να προάγουν τα δικά τους συμφέροντα, αποστερούν από τη μειοψηφία των μετόχων 3 βασικές προσδοκίες: (α) μία επικερδή εργασία, (β) ένα σημαντικό ρόλο στη διοίκηση και (γ) ένα αναλογικό μερίδιο στα κέρδη. Οι πιο συνηθισμένες τεχνικές εκδίωξης της μειοψηφίας αποσκοπούν στο να μειώσουν ή εξουδετερώσουν το ενδιαφέρον των μετόχων που έχουν τη μειοψηφία των μετοχών. Τέτοιες τεχνικές περιλαμβάνουν άρνηση να δώσουν μερίσματα, να μοιράσουν κέρδη, σπατάλη των κερδών σε παχυλούς μισθούς και bonuses, απομάκρυνση διευθυντών ή υπαλλήλων της επιχείρησης ή στέρηση της μειοψηφίας των μετόχων από ένα δραστήριο πρόσωπο και εσκεμμένη κατακράτηση πληροφοριών ή παραποίηση των βιβλίων της επιχείρησης. Τεχνικές εκδίωξης χρησιμοποιούνται από μετόχους που έχουν την πλειοψηφία ή τον έλεγχο των μετοχών ώστε να φέρουν σε δύσκολη θέση μέτοχο που ανήκει στη μειοψηφία για δύο λόγους: (α) για να τον αναγκάσουν να πωλήσει τις μετοχές του σε τιμή χαμηλότερη από τι θα ήταν δίκαιο και (β) για να τον αποκλείσουν από του να λάβει δίκαια κέρδη από επενδύσεις. 

Υπό τις περιστάσεις, η θεραπεία εξαγοράς “buy-out” όπως έχει νομολογηθεί είναι η πιο κοινή έξοδος από μια επιχείρηση που βρίσκεται κάτω από στενό έλεγχο για ένα μέτοχο που ανήκει στην καταπιεσμένη μειοψηφία. Είναι βασισμένη στο δίκαιο της επιείκειας και είναι συνεπής με τις θεραπείες που έχουν δημιουργηθεί νομοθετικά. Παρόλα αυτά, μια εξαγορά που έχει διαταχθεί από το δικαστήριο είναι αποτελεσματική μόνο αν η τιμή είναι δίκαιη. Η ιδέα της δικαιοσύνης έχει απασχολήσει τα περισσότερα δικαστήρια τα οποία ερμηνεύουν τον όρο “δίκαιη τιμή” να σημαίνει ότι ένας καταπιεσμένος μέτοχος που ανήκει στη μειοψηφία πρέπει να πάρει την ανάλογη αξία της επιχείρησης στο σύνολο της ως έχει. 

Αναφορικά με την εξαγορά μετοχών, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση του στην Π.Ε. Ε94/2019 ημερ.19.1.2022, αναφερόμενο στις πρόνοιες του άρθρου 202, υπέδειξε ότι αυτό δεν επεκτείνει το δικαίωμα ενός μετόχου μειοψηφίας να ζητά την εξαγορά των μετοχών του από τρίτα πρόσωπα που δεν είναι μέτοχοι της εταιρείας. Επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση ότι ο αιτητής σε αιτήσεις που εδράζονται στο άρθρο 202 έχει υποχρέωση να εξειδικεύει επακριβώς τη θεραπεία που επιζητεί και ότι σε αντίθετη περίπτωση η διαδικασία είναι μεμπτή, περιλαμβανομένου και του διατάγματος εξαγοράς μετόχου μειοψηφίας από μη μέτοχο μιας εταιρείας. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα