Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

«Η λύση εξαρτάται από τους ίδιους τους Κύπριους, ενώ και οι εγγυήτριες δυνάμεις έχουν να διαδραματίσουν τον ρόλο τους», ήταν η δήλωση του ΓΓ του ΟΗΕ έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Δεν εκπλήττει, ασφαλώς, η απουσία ευθείας αναφοράς στην Τουρκία. Όσο και εάν δεν μας ευχαριστεί, η προσέγγιση της ουδέτερης διαμεσολάβησης εκ μέρους του ΓΓ είναι αναμενόμενη.

Ούτε και θα έπρεπε να εναποθέτουμε υπέρμετρες προσδοκίες στο ρόλο του Διεθνούς Οργανισμού – που δεν ήταν ποτέ ένας αποτελεσματικός μηχανισμός απόδοσης και επιβολής δικαιοσύνης – ή στο διεθνές δίκαιο, που έχει σοβαρούς περιορισμούς ιδιαίτερα εάν δεν αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα και το ισοζύγιο δυνάμεων.

Και ενώ μπορούν να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι που ωθούν τα Ηνωμένα Έθνη και άλλους, να αναφέρονται με τρόπο ήπιο και έμμεσο στην Τουρκία, ολιγότερο κατανοητές είναι προσεγγίσεις που υιοθετούνται από αρκετούς στη δική μας πλευρά, και που άθελα επίσης παραλείπουν να αποδώσουν την καθοριστική σημασία στην Τουρκία.

Διαχρονικά κάποιοι ανησυχούν και καταγγέλλουν την επικείμενη αποδοχή απαράδεκτων ρυθμίσεων από τη δική μας πλευρά, ενώ άλλοι διαβλέπουν ιστορικές ευκαιρίες να χάνονται λόγο δικής μας άρνησης. Και στις δύο περιπτώσεις προεξοφλείτε η θετική στάση της Τουρκίας, κυρίως σε σχέση με την προοπτική μιας λύσης ομοσπονδίας. Αυτό είναι σφάλμα.

Από τον Αύγουστο του 1974, η Τουρκία επέβαλε ένα στρατηγικής σημασίας fait accompli βασισμένο στη διχοτόμηση. Η διχοτόμηση και η παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στην κατεχόμενη περιοχή είναι αυτή που εξυπηρετεί πλήρως τους υπολογισμούς ασφάλειας και τα ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως αυτή τα αντιλαμβάνεται. Γι’ αυτό και από πολύ νωρίς ξεκίνησε μια οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια εδραίωσης της διχοτόμησης.

Σε σχέση με τις διεθνείς παραινέσεις και πρωτοβουλίες για επίλυση του Κυπριακού, η επιδίωξη της τουρκικής πολιτικής ήταν ξεκάθαρη: να εμπλέκεται κατά καιρούς σε διαπραγματεύσεις και να ροκανίζει τον χρόνο – εκμεταλλευόμενη συχνά την ατολμία και τα διαπραγματευτικά σφάλματα της ελληνικής κυπριακής πλευράς –   προκειμένου να παγιωθεί η κατάσταση και να δημιουργηθεί ένα μη ανατρέψιμο status quo.

Δυστυχώς λοιπόν, η λύση δεν εξαρτάται από τους Κυπρίους και η προοπτική μιας συνολικής και άμεσα εφαρμοστέας λύσης παραμένει μακριά. Άρα καθόλου δεν εξυπηρετεί ο διαχωρισμός σε ενδοτικούς και απορριπτικούς.

Πολύ πιο ωφέλιμη είναι η χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής η οποία θα κινείται σε δύο άξονες. Πρώτος και σημαντικός είναι η ανάσχεση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Και αυτό περνά μέσα από την πολιτική, οικονομική και αμυντική ισχυροποίηση του ελληνισμού, την δημιουργία διπλωματικών ερεισμάτων και  την ανάδειξη του ρόλου που τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος μπορούν να διαδραματίσουν ως πυλώνες σταθερότητας και ασφάλειας για την Ευρώπη και τη Δύση. Μόνο εάν η Τουρκία διαπιστώσει ότι Ελλάδα και Κύπρος στέκουν δυνατά στα πόδια τους, θα προκύψει πιθανώς ετοιμότητα της για σοβαρή διαπραγμάτευση.  

Δεύτερος άξονας θα μπορούσε να ήταν η βήμα-προς-βήμα διαπραγμάτευση. Από τη στιγμή που η προοπτική μιας συνολικής λύσης είναι απόμακρη, η μόνη διέξοδος έναντι της διαιώνισης του αδιεξόδου ίσως να είναι μια σειρά από σημαντικές επιμέρους συμφωνίες που θα αποφέρουν αμοιβαίο όφελος και θα βελτιώνουν την υφιστάμενη κατάσταση, χωρίς εγκατάλειψη των πάγιων θέσεων μας και με ανοικτή την προοπτική μιας συνολικής συμφωνίας.

Εάν μας διδάσκει κάτι η ιστορία του Κυπριακού είναι πως ούτε η συστηματική άρνηση, αλλά ούτε και η υπέρμετρη ετοιμότητα συμβιβασμού μπορούν να φέρουν αποτελέσματα. Απαιτούνται προσεκτικές και μεθοδικές κινήσεις στη σκακιέρα που θα μεταβάλουν τα δεδομένα, θα επηρεάσουν την τουρκική πολιτική και θα διασφαλίσουν την ασφάλεια και προοπτική του κυπριακού ελληνισμού.