To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Χίλιες και μια νύχτες στο Αρχοντικό Χατζηγεωργάκη
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Χίλιες και μια νύχτες στο Αρχοντικό Χατζηγεωργάκη
Τελευταία Ενημέρωση: 26 Ιανουαρίου 2020, 3:35 μμ
Η ιστορία του γνωστότερου δραγομάνου της Κύπρου, οι «χίλιες και μια νύχτες» στο αρχοντικό του και η ανάγκη να κρατήσουμε ζωντανή την κληρονομιά του, είναι μερικά από τα θέματα που αναλύει η ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Φρόσω Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, η οποία εργάστηκε για την αποκατάσταση του Αρχοντικού Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου ως Λειτουργός, τότε, στον Κλάδο Νεότερου Πολιτισμού του Τμήματος Αρχαιοτήτων.
 
ΙΟΥΛΙΑΝΗ ΜΠΗΚΕ, ΙΟΥΛΙΑ ΒΓΗΚΕ
 
«Η ιστορία κατοίκησης του Αρχοντικού πάει πάρα πολύ παλιά πίσω. Στο ξωπόρτι είναι γραμμένη η χρονολογία 1793, που σημαίνει ότι τότε είχε τελειώσει τις επισκευές και τις ανοικοδομήσεις ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος και θεώρησε καλό να δώσει αυτή τη χρονολογία με το μονόγραμμά του. Ήταν το δικό του αποτύπωμα πάνω στο κτίριο, παρόλο που δραγομάνος υπήρξε πολύ πιο πριν. Η δεύτερη χρονολογία που έχουμε και βρίσκεται πάνω στη μαρμαρόγλυπτη κρήνη, την οποία βλέπεις μόλις ανοίξει το ξωπόρτι, είναι το 1803. Το 1804 είχε γίνει η εξέγερση των μουσουλμάνων για τα θέματα φορολογίας, λεηλάτησαν το αρχοντικό και έκαναν αρκετές ζημιές. Όμως, ο Χατζηγεωργάκης είχε προνοήσει να σώσει πολλά πράγματα πριν φύγει για την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος ξαναγύρισε για κάποιους μήνες (1807-1808) αλλά επέστρεψε και τον Μάρτιο του 1809 τον αποκεφαλίσανε εκεί.
 
Η οικογένειά του γύρισε στην Κύπρο αρχές της δεκαετίας του 1830 και ξαναγόρασε το αρχοντικό παίρνοντας χρήματα από την Αρχιεπισκοπή, η οποία τότε χρωστούσε πολύ μεγάλα ποσά λόγω δανείων από τον Χατζηγεωργάκη. Έτσι, ο νεότερος γιος του (Τσελεπή Γιάγκος) ξαναγόρασε το σπίτι με 13,500 λίρες και εγκαταστάθηκε εκεί με τη σύζυγό του Ιουλιανή (κόρη του προξένου των Άγγλων στη Λάρνακα). Μαζί απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος πέθανε όταν ήταν έξι μηνών. Και απ’ κει και πέρα ξεκινά η περιπέτεια του αρχοντικού, η κατάτμησή του και η κατανομή μεταξύ των κληρονόμων.
 
Δεδομένου ότι ο μοναδικός γιος που έκανε ο Τσελεπή Γιάγκος, πέθανε έξι μηνών, υιοθέτησε την Ουρανία Ζαχαριάδη που ήταν ανιψιά της γυναίκας του, Ιουλιανής. Βέβαια, ο Χατζηγεωργάκης είχε έξι παιδιά. Οι άλλοι δύο γιοι του, όπως και μια απ’ τις τρεις κόρες του, πέθαναν αρκετά νωρίς και δεν πρόλαβαν να κάνουν οικογένεια. Στην Κύπρο, εκτός από τον Τσελεπή Γιάγκο, γύρισαν η Μαριώρα και η Αννίκα. Απ’ τις δύο κόρες του Χατζηγεωργάκη έχουμε πάρα πολλούς απογόνους μέχρι σήμερα. Οι απόγονοι της Μαριώρας κατοικούσαν στα νέα σπίτια. Αυτά που είχε χτίσει ο δραγομάνος στη νότια πλευρά του Αρχοντικού. Ενώ, οι απόγονοι της Αννίκας βρέθηκαν στη δυτική πτέρυγα του αρχοντικού. Η τελευταία ένοικος του σπιτιού ήταν η Ιουλία Πική, η οποία πέθανε το 1979 και άφησε το δικό της μέρος του Αρχοντικού ως κληροδότημα στην Αρχιεπισκοπή, με τον όρο να γίνει Εθνολογικό ή Βυζαντινό Μουσείο».
 
 
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
 
«Το Αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου είναι το σημαντικότερο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής του τελευταίου αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας, που διασώθηκε στην παλιά Λευκωσία, και διαθέτει τον μοναδικό σε ολόκληρη την Κύπρο χώρο υποδοχής, με ξυλόγλυπτο, ζωγραφικό και χρυσοποίκιλτο διάκοσμο. Λόγω της εξαιρετικής σημασίας του, τόσο της αρχιτεκτονικής όσο και της ιστορικής, κηρύχθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων ως αρχαίο μνημείο από το 1935. Από τη δεκαετία του ’40 είχαν γίνει διάφορες επισκευές τις οποίες χρειαζόταν το κτίριο, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 80 άρχισε η συστηματική αποκατάσταση. Εγώ είχα αναλάβει την έρευνα για την ιστορία του αρχοντικού, μέσα από μαρτυρίες, και φυσικά η διαμόρφωση του χώρου έγινε σε συνεργασία με τους αρχιτέκτονες, τους συντηρητές και άλλους ειδικούς του Τμήματος Αρχαιοτήτων.
Η ιστορία του Χατζηγεωργάκη αντιπροσωπεύεται κυρίως στον χώρο που ονομάζεται «πάνω σάλα». Στο κατάστιχο της περιουσίας του, το οποίο βρέθηκε σε οικογένεια των απογόνων, μιλούσε γι’ αυτή την «πάνω σάλα», όπως και για άλλα δωμάτια που υπήρχαν στο αρχοντικό. Την περιέγραφε με χαμηλούς καναπέδες, καλύμματα από τσόχα, μαξιλάρες από βελούδο και χρώματα με έντονες αντιθέσεις. Δεν έχω βρει άλλο αρχοντικό για το οποίο να έχουμε γραπτή μαρτυρία του τότε κατόχου ότι ήταν έτσι επιπλωμένο. Φυσικά είχε γίνει πολλή συζήτηση τότε -δεν είχαν περάσει και πολλά χρόνια μετά το 1974- για το κατά πόσο θα κρατούσαμε τον χαρακτήρα της πάνω σάλας με τα έντονα χρώματα, όπως ήταν επί τουρκοκρατίας. Θυμάμαι που είχα ρωτήσει και τον αρχιεπιστάτη. Του λέω “εσύ μάστρε τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση μας”; “Μα ίντα που σκέφτεσαι κυρά Φρόσω; Αφού παραγγέλλει σου ο δραγομάνος ο ίδιος ίνταλως εν να το κάμεις. Μόνο τα μέτρα εν σου έδωκεν. Ε, τούτα να σου τα φκάλω εγώ”. Για μένα αυτό ήταν το κοινό αίσθημα.
 
Για την αποκατάσταση του Αρχοντικού και για τη μελέτη των χρωμάτων συνεργαστήκαμε με τη Royal Danish Academy of Fine Arts, Carslberg Foundation της Κοπεγχάγης. Ξεκίνησαν οι Δανοί με ένα μικρό κομματάκι και συνέχισαν οι συντηρητές του Τμήματος Αρχαιοτήτων την αποκάλυψη εκατοστό-εκατοστό όλων των τοίχων, για να φανεί σήμερα ο χώρος με τον ζωγραφικό διάκοσμο όπως ήταν τότε. Είχαμε αποφασίσει λογικά να σεβαστούμε την ιστορία του σπιτιού, τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, ως το σημείο που είχε χτιστεί ένας διαχωριστικός τοίχος ο οποίος έκοβε την καμάρα στον όροφο. Υπήρχε πόρτα και μια πρόχειρη σκάλα που είχαν βάλει και οδηγούσε στην αυλή, περνούσε δίπλα από την κρήνη και προχωρούσε στο βάθος. Όμως, το Τμήμα Αρχαιοτήτων όφειλε να αφαιρέσει αυτή την πολύ νεότερη προσθήκη, διότι αλλοίωνε εντελώς τον χαρακτήρα του αρχοντικού. Με την αφαίρεση του διαχωριστικού τοίχου ενοποιήθηκε το Αρχοντικό και μπόρεσε να παρουσιαστεί ως ενιαίο σύνολο, με σεβασμό στην 200 ετών ιστορία του.
 
Σε μεγάλο χώρο παρουσιάζονται εκθέματα που έχουν σχέση με τον καθημερινό βίο της εποχής (18ο-19ο αιώνα), σε άλλα δωμάτια φωτογραφίες, στοιχεία της ιστορίας του Χατζηγεωργάκη, το γενεαλογικό δέντρο, το τραγούδι του Χατζηγεωργάκη, έγγραφα από την Αρχιεπισκοπή που αφορούσαν χρέη και δάνεια, φωτογραφίες με δωρεές και κοινωφελή έργα του δραγομάνου, ενώ στο γνωστό ως «Τίμιο Ξύλο» δωμάτιο -το οποίο χρησιμοποιούσαν ως χώρο προσευχής- τοποθετήθηκαν εικονίσματα και οικογενειακά κειμήλια που είχε αφήσει η Ιουλία Πική. 
Ο λόγος που επέλεξε το Τμήμα Αρχαιοτήτων να το ονομάσει Εθνολογικό Μουσείο και όχι Βυζαντινό, ήταν για να συνάδει με τον κοσμικό χαρακτήρα του Αρχοντικού. Είναι ένα σπάνιο δείγμα αρχιτεκτονικής, από τα ελάχιστα που έχουμε να συνδέουν την Κύπρο με τον ευρύτερο χώρο και το κάνει ακόμα πιο μοναδικό ο χώρος με τον ζωγραφικό διάκοσμο».
 
 
ΟΙ ΔΩΡΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

«Το Τμήμα Αρχαιοτήτων είχε διαθέσει πολλά λεφτά για την αρχιτεκτονική αποκατάσταση, ενώ για τη μουσειακή διαμόρφωση υπήρχαν ελάχιστα χρήματα. Δεν θα μπορούσε να γίνει η διαμόρφωση του διακοσμημένου χώρου υποδοχής αν δεν βρισκόταν ένας δωρητής, που θέλησε να παραμείνει ανώνυμος. Τυχαία γνωριστήκαμε σε ένα δείπνο που είχε οργανώσει το Πολιτιστικό της Λαϊκής Τράπεζας προς τιμή του λαογράφου Κίτσου Μακρή κι όταν με άκουσε να λέω “έναν καλό οντά έχουμε και δεν θα βρεθεί κάποιος να δαπανήσει για να επιπλωθεί;”, μου απάντησε “εμείς μπορούμε”. Φυσικά υπήρξαν και επώνυμοι δωρητές, γι’ αυτό και μπόρεσε να γίνει η αποκατάσταση. Πήγα μέχρι τη Στράκκα, στην έπαυλη της κας Λεβέντη για να μου δώσει παλιές γλάστρες, γιατί δεν θέλαμε καινούρια πράγματα.
 
Οικογένεια εδώ στην Αγλαντζιά είχε δύο οθωμανικές σφραγίδες. Τους ρώτησα, “θα μπορούσατε για το Αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη να δώσετε τη μία;”. Μου απάντησαν, “είναι της προ προγιαγιάς, η οποία είχε αφήσει μια για το κάθε παιδί. Αλλά, αφού είναι για το Αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη να σας δώσουμε και τις δύο”. Ο κόσμος έδειξε εξαιρετική διάθεση και έτσι παρουσιάστηκε με πολύ πληροφοριακό υλικό η ιστορία του Aρχοντικού, η ιστορία του Χατζηγεωργάκη και η ιστορία αποκατάστασης του Αρχοντικού από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.
 
Κάτι το οποίο ζήτησα προσωπικά από τον τότε αρχιεπίσκοπο και μου έκανε τη χάρη, ήταν ένα κιλίμι που θέλαμε να αγοράσουμε για την πάνω σάλα. Υπήρχε ένα χειροποίητο σε ένα αρχοντικό στη Λάρνακα, το οποίο όμως ήταν ακριβό. Κόστιζε 2.000 λίρες. Απευθύνθηκα στον τότε αρχιεπίσκοπο, ο οποίος έστειλε ανθρώπους να το δουν και το αγόρασε. Θυμάμαι όταν ήρθε στα εγκαίνια και είδε το κιλίμι που ήταν τυλιγμένο γιατί δεν μπορούσε να απλωθεί όλο, είχε πει: “Μεν το πατάτε, εν γιόρκι μας”. Τα εγκαίνια του Αρχοντικού τον Μάιο του 1987 ήταν ένα πανηγύρι για την παλιά Λευκωσία. Είχε γίνει κοσμοσυρροή τότε».
 
 
ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ-ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ

«Από το 1987 που στήθηκε και συμπληρώθηκε η αποκατάσταση και άνοιξε ως το Κονάκι του Χατζηγεωργάκη και ως μουσείο, και την επόμενη χρονιά όλη αυτή η εργασία επιβραβεύτηκε από τη Europa Nostra, ΠΕΡΑΣΑΝ σχεδόν δύο γενιές. Χρειάζεται πάλι με σεβασμό (διότι αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει) προς το μνημείο, προς την ιστορία του δραγομάνου (που είναι μία αμφιλεγόμενη εμβληματική προσωπικότητα), προς την ιστορία του ίδιου του Αρχοντικού, να γίνει αναβάθμιση του εσωτερικού χώρου. Και φυσικά εκείνο που θεωρώ πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να μη χωριστεί πάλι το Αρχοντικό. Ενοποιήθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων για να λειτουργήσει ως ενιαίο. Να μην κοπεί πάλι με το σκεπτικό «αυτό ανήκει αλλού, το άλλο ανήκει αλλού». Πιστεύω ότι θα ήταν έγκλημα να ξαναχτιστεί διαχωριστικός τοίχος.
 
Ασχολήθηκα πάρα πολλά χρόνια ως Λειτουργός του Τμήματος Αρχαιοτήτων, με την ιστορία του Αρχοντικού και με το κατάστιχο περιουσίας του Χατζηγεωργάκη. Αναζήτησα όλους του απογόνους και στην Κύπρο και στην Ελλάδα για πληροφορίες και σωζόμενα κειμήλια. Ο Χατζηγεωργάκης ήταν συνδεδεμένος με μια πολύ ταραχώδη εποχή της ιστορίας της Κύπρου. Ήταν ο πλουσιότερος δραγομάνος. Ήταν ένα άτομο με φοβερή εξουσία. Τα υπάρχοντά του δείχνουν σχέσεις της Κύπρου με τον ευρύτατο κόσμο. Δεν βρήκα άλλον στην Κύπρο που να είχε πέντε πλοία, τα οποία κινούνταν στο εμπόριο ακόμα και τα χρόνια που ο ίδιος έλειπε στην Κωνσταντινούπολη. Η ιστορία του Χατζηγεωργάκη είναι μια ιστορία για χίλιες και μια νύχτες. Επομένως, έχει σημασία να κρατηθούν όλα όσα διασώζουν την ιστορία αυτή.
 
Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει η καλή θέληση και η διάθεση συνεργασίας εκ μέρους της Αρχιεπισκοπής και εκ μέρους του Τμήματος Αρχαιοτήτων, προκειμένου να γίνει ό,τι είναι καλύτερο για το μνημείο. Μόνο η συνεργασία θα μπορέσει να φέρει το ποθητό αποτέλεσμα, που είναι η διατήρηση του Αρχοντικού, του χαρακτήρα του και η αναβάθμισή του, όσον αφορά τον εσωτερικό χώρο και τον εμπλουτισμό των εκθεμάτων».
 
     

 

 
Περιοδικό "Down Town", τεύχος 684.

  Βασιλική Ζήνωνος      Παναγιώτης Μηνά   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...