To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ρίμα Ούτραμ: Ο θείος μου Γεώργιος Πολ. Γεωργίου
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Ρίμα Ούτραμ: Ο θείος μου Γεώργιος Πολ. Γεωργίου
Τελευταία Ενημέρωση: 09 Μαρτίου 2020, 7:26 μμ
Θυμάται το στούντιό του στο Παλάτσο της Αμμοχώστου, το ταξίδι στο Παρίσι όπου τον συνόδευσε για να προωθήσει τα έργα του, και μια μοναδική εμπειρία στη Βενετία, στο Παλάτσο της Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ. Η ανιψιά του συνθέτει το πορτρέτο ενός από τους πιο σημαντικούς Κύπριους δημιουργούς.
   
Συναντήσαμε τη Ρίμα Ούτραμ, ανιψιά του εμβληματικού καλλιτέχνη, πρόσφατα, όταν ήρθε στη Λευκωσία από το Λονδίνο, όπου μένει με τον γνωστό αρχιτέκτονα σύζυγό της Τζον Ούτραμ. Είχε έρθει με τις κόρες και την εγγονή της για την έκθεση στο Λήδρα Πάλας των 67 από τα 219 έργα που επιστράφηκαν από τα κατεχόμενα, ανάμεσα στα οποία και 41 έργα του θείου της. Μου εξηγεί ότι στο εργαστήρι του θείου της στο Βαρώσι υπήρχαν συνολικά 297 έργα, έτσι λείπουν άλλα 256. Στη συνάντησή μας μού χάρισε ένα βιβλίο με τίτλο «Οδός Ερμού 136 και ο ζωγράφος Γεώργιος Πολ. Γεωργίου», το οποίο έγραψε η ίδια με παρότρυνση της Νίκης Μαραγκού. Μέσα στις 356 σελίδες του αποτυπώνονται πολύτιμες μνήμες και βιώματα από το Βαρώσι, με επίκεντρο τη ζωή και το έργο του κοσμοπολίτη καλλιτέχνη. 
   
Η ξαναγέννηση της Κύπρου 1960.
Αυτοπροσωπογραφία και η Παλιά Πόλη 1945.
Ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου στη Σαλαμίνα, 1953. Φωτό Reno Wideson. 



«Ο παππούς μου Πολύβιος Γεωργίου ήταν παντρεμένος με τη Μαριολίτσα Κλεόπα, η οποία καταγόταν από την Κεφαλονιά. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, τον Γεώργιο, τη μητέρα μου Κατίνα και την Ελέγκω. Ήταν πλούσια οικογένεια, οι αδελφοί ήταν αντιπρόσωποι όλων των πλοίων στην Αμμόχωστο. Ο Πολύβιος μαζί με τον αδερφό του Λουκά είχε ένα εργοστάσιο παραγωγής κλωστής, το μόνο στην περιοχή. Εισήγαγαν βαμβάκι από τη Συρία και έφτιαχναν κλωστές προς εξαγωγή, διότι οι Άγγλοι δεν επέτρεπαν τότε την παραγωγή υφασμάτων στις αποικίες τους. Ο παππούς μου βοήθησε να γίνει το Νοσοκομείο της Αμμοχώστου και, μαζί με πολλούς άλλους μεγάλους εμπόρους από τη Λευκωσία, ίδρυσαν την Τράπεζα Κύπρου. 

Ο θείος μου Γεώργιος Πολυβίου Γεωργίου γεννήθηκε το 1901 στην Αμμόχωστο. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν μόλις 17 ετών. Έναν χρόνο αργότερα η οικογένεια τον έστειλε για σπουδές στο Λονδίνο, με την προοπτική να γίνει δικηγόρος και να αναλάβει τις επιχειρήσεις του πατέρα του. Εκεί έμεινε στο σπίτι μιας πολύ καλλιεργημένης κυρίας, η οποία πήγαινε στα μεγάλα αριστοκρατικά πάρτι, στην όπερα, στο μπαλέτο. Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις έπαιρνε μαζί της και τον θείο μου, ο οποίος απέκτησε έτσι μια σημαντική πνευματική καλλιέργεια. Το μπαλέτο ήταν πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής του και το ενσωμάτωσε στα έργα του. 

O Γεώργιος Πολ. Γεωργίου στο στούντιο του στην Αμμόχωστο. Φωτό Reno Wideson.



Αφού έμαθε αγγλικά, αποφάσισε πως η νομική δεν ήταν γι’ αυτόν. Σύχναζε στις καλές καφετέριες του Λονδίνου, όπου κάποια στιγμή άκουσε στο διπλανό τραπέζι να συζητούν για τέχνη. Εντέλει μπήκε σ’ αυτή την παρέα φιλότεχνων, οι οποίοι τον ενθάρρυναν να επισκεφθεί τα σημαντικά μουσεία του Λονδίνου. Οι επισκέψεις αυτές και οι περιδιαβάσεις στο Λονδίνο ήταν ένα μεγάλο μάθημα γι’ αυτόν. Οι φίλοι του τον ενθάρρυναν να αρχίσει να ζωγραφίζει. Αυτός έλεγε ‘‘όχι, δεν είμαι ζωγράφος, δεν ζωγραφίζω’’, όμως σιγά-σιγά μπήκε στο μυαλό του η ιδέα. Πέρασε έτσι μια περίοδο 13 χρόνων στην Αγγλία όπου κατέγραφε στο μυαλό του ό,τι έβλεπε γύρω του. Είχε πολύ δυνατή οπτική μνήμη, έβλεπε κάτι και μετά το ζωγράφιζε. Η οικογένεια στο μεταξύ πουλούσε οικόπεδα στην Αμμόχωστο για να σπουδάσει ο γιος τους νομικά, χωρίς να γνωρίζουν ότι τελικά δεν σπούδαζε. Όταν το εργοστάσιο κλωστής στην Αμμόχωστο κάηκε και η επιχείρηση με τα πλοία έκλεισε, μειώθηκε το εισόδημα της οικογένειας. 

Το 1935 ο θείος μου γύρισε στο Βαρώσι με το πτυχίο νομικής που κατάφερε τελικά να πάρει και μπήκε στην επιχείρηση που ήταν κάποτε του πατέρα του, την οποία ανέλαβαν οι Ορφανίδης και Μουράτ. Του είπαν ότι μπορούσε να δουλέψει μαζί τους ως δικηγόρος. Όμως αυτός το μόνο πράγμα που αγαπούσε ήταν η θάλασσα και τα πλοία. Από πολύ μικρός ήξερε πως κατασκευάζονταν τα πλοία. Κάθισε σ’ αυτό το γραφείο, αντικρίζοντας το λιμάνι, και τους είπε ‘‘δεν είναι για ‘μένα αυτό το μέρος’’. Έτσι έφυγε και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Αγαπούσε πολύ τα λιμάνια. Όταν πήγε στην Ολλανδία για να παρουσιάσει τη δουλειά του, ζωγράφισε το λιμάνι του Ρότερνταμ. Ζωγράφισε επίσης και το λιμάνι του Λονδίνου. Στην Ολλανδία, η βασίλισσα αγόρασε ένα έργο του. 

Στο μεταξύ γνώρισε και ερωτεύτηκε την Τρούντι, μια πολύ όμορφη Γερμανίδα μπαλαρίνα, που ήρθε στην Κύπρο με ένα μπαλέτο από την Αυστρία. Όλοι έλεγαν ότι ήταν του καμπαρέ, όμως δεν ήταν. Όταν άρχισε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Άγγλοι θέλησαν να τη φυλακίσουν επειδή ήταν Γερμανίδα. Ο Γιώργος τότε τους είπε ‘‘θέλω να πληρώσω γι’ αυτή τη γυναίκα και να μην μπει στη φυλακή’’. Η γιαγιά μου στο μεταξύ δεν δεχόταν να παντρευτεί την Τρούντι και να μπει στο σπίτι της οικογένειας. Έτσι, ο Γιώργος τής βρήκε ένα μικρό σπιτάκι για να μένει. 

Η πρόσκληση για την έκθεση του Κύπριου καλλιτέχνη στην γκαλερί Bernheim στο Παρίσι. 


Η πιο γόνιμη δημιουργική του περίοδος ήταν μεταξύ 1938 και 1963. Το 1943, την περίοδο του Πολέμου, ανέβαινε στα τείχη και ζωγράφιζε τα πολεμικά πλοία που έβλεπε. Τότε δεν υπήρχαν υλικά ζωγραφικής στην Κύπρο, αλλά του έδωσε το Βρετανικό Συμβούλιο επειδή ήθελαν, όπως του είπαν, ‘‘να γίνεις ζωγράφος του πολέμου’’. Έκανε έτσι μια σειρά έργων για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Τα ‘‘Πειρατικά του Αιγαίου’’, την ‘‘Επιβίβαση στο Ελ Αλαμέιν’’, που έμεινε στο Βαρώσι, και την ‘‘Παράδοση του Ιταλικού στόλου’’. Εκείνον τον καιρό ήρθε μυστικά στην Κύπρο ο Τσώρτσιλ για να δει τι γινόταν στο Ελ Αλαμέιν. Ένας Ολλανδός έδωσε ‘‘Τα πειρατικά του Αιγαίου’’ στον Τσώρτσιλ, έναν πίνακα που σήμερα εκτίθεται στο μουσείο του Chartwell, στο Κεντ. Επίσης ‘‘Η Παράδοση του Ιταλικού Στόλου’’ είναι σήμερα στο Imperial War Museum του Λονδίνου. 

Θυμάμαι που, όταν ήμουν 15 χρονών, ο θείος μου ήρθε στην Αγγλία, όπου ήμουν οικότροφος στο Boarding School και μου είπε: ‘‘Ρίμα, θα σε πάρω στην Κύπρο το καλοκαίρι για διακοπές και μετά θέλω να έρθεις μαζί μου στο Παρίσι για να δείξουμε τα έργα μου’’. Έτσι, φορτώσαμε τα έργα στο τρένο και πήγαμε στην Bernheim Gallery που του σύστησαν κάποιοι φίλοι. Ήταν η καλύτερη γκαλερί στο Παρίσι. Τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος να δείξει τη δουλειά του. Εκεί γοητεύτηκαν από τους πίνακες που είδαν και συμφώνησαν να οργανώσουν την έκθεσή του. Στόχος του δεν ήταν τα χρήματα, αλλά τον ενδιέφερε να εκθέσει σε σημαντικούς χώρους στην Ευρώπη και να προβάλει την Κύπρο. 

Μετά το Παρίσι, συνεχίσαμε με το τρένο με προορισμό τη Βενετία, μια πόλη όπου επίσης είχε πολλούς φίλους. Ο θείος μου με πήγε μια μέρα στο Παλάτσο Leoni, στο σπίτι της Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ, μεγάλης συλλέκτριας μοντέρνας τέχνης. Η Πέγκυ είχε παντρευτεί τον ζωγράφο και γλύπτη Μαξ Ερνστ και στον χώρο υπήρχαν δικά του έργα. Κάποια στιγμή η Πέγκυ με οδήγησε στο υπνοδωμάτιό της, όπου θυμάμαι τα μικρά έργα στους τοίχους που, όπως μου εξήγησε, ήταν της μικρής της κόρης. Μου έδειξε την εντυπωσιακή συλλογή της με σκουλαρίκια, ανάμεσα στα οποία και κάποια από την αρχαία Αίγυπτο, την Ελλάδα και τη Ρώμη. Θυμάμαι που η Πέγκυ και ο θείος μου απολάμβαναν να κουβεντιάζουν πίνοντας το ποτό τους.

Σκίτσο του Αριστείδη Φοινιέως ανιψιού του Γεώργιου Πολ. Γεωργίου.


Ήταν άνθρωπος με πολύ χιούμορ o θείος μου. Επίσης ήταν μεγαλόκαρδος. Αλλά μπορούσε εύκολα να θυμώνει και να φωνάζει για κάτι που τον ενοχλούσε. Ή μπορούσε να κλείνεται στον εαυτό του. Δεν ήταν άνθρωπος που καθόταν ήσυχα. Είχε έντονη προσωπικότητα και του άρεσε η καλή ζωή. Όταν η βρετανική κυβέρνηση ανέθεσε στον φωτογράφο Reno Wideson να γυρίσει όλο το νησί και να βγάλει φωτογραφίες, πρότεινε στον Γιώργο να τον συνοδεύσει με το αυτοκίνητό του: ‘‘Έλα μαζί μου και μπορεί να βρεις κάτι να σου αρέσει να ζωγραφίσεις’’, του είπε. Γύριζαν μαζί τα χωριά και τα πανηγύρια. Σ’ ένα από αυτά τα ταξίδια τους, στο χωριό Τρεμετουσιά, καθισμένος στο καφενείο με το μπράντι του, παρακολουθούσε τον κόσμο που έμπαινε στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Αυτή τη σκηνή, με την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, ζωγράφισε ο θείος μου πολλές φορές. Το έργο αυτό σε ένα μεγάλο ξύλινο καμβά είναι μέσα σε αυτά που μας επέστρεψαν πρόσφατα από τα κατεχόμενα. Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, ο σύζυγός μου ο Τζον μου έλεγε ‘‘μην φοβάσαι, όλα αυτά τα μεγάλα έργα θα σου τα επιστρέψουν’’. Και έτσι έγινε, μας επέστρεψαν τα πιο μεγάλα και τα καλύτερα.

 Όταν ήταν έτοιμος να ζωγραφίσει, φορούσε τις πυτζάμες, το κασκόλ του από κασμίρ τον χειμώνα, και πήγαινε στο στούντιό του στο σπίτι. Κανείς δεν επιτρεπόταν να μπει μέσα, εκτός από μένα και τον αδερφό μου. Καμιά φορά μου έλεγε, ‘‘αυτές όλες τις μπογιές που έφερα σε παρακαλώ βάλε τις στη σειρά’’. Άλλες φορές έμενε κάποιες μέρες στο στούντιό του στο Παλάτσο στην εντός των τειχών πόλη. Σ’ αυτό το Παλάτσο που ανήκε στην οικογένειά έζησε για λίγο καιρό η Αικατερίνη Κορνάρο προτού φύγει για την Βενετία. Ήταν νοικιασμένο στους Άγγλους από το 1928 και χρησιμοποιείτο ως φυλακή για γυναίκες. Ο θείος μου το ζήτησε από τους Άγγλους, και όταν αυτοί του το έδωσαν πίσω, διαμόρφωσε εκεί το στούντιό του. Το 1963 με τις φασαρίες, έβγαλε τα έργα από εκεί και τα πήγε στην οδό Ερμού, στον αριθμό 136, όπου διαμόρφωσε το εργαστήρι του. 

Το Νορβηγικό πλοίο «Βόσπορος».


Επισκέπτονταν το στούντιό του πολλοί ξένοι και αγόραζαν έργα διανοούμενοι και καθηγητές. Ο Γιώργος μου έλεγε, ‘‘θέλω να δείξω την ψυχή της Κύπρου στο εξωτερικό, γιατί οι ξένοι δεν ξέρουν το πνεύμα των ανθρώπων και την καλοσύνη τους’’. 
Μια πολύ ξεχωριστή σειρά έργων του θείου μου με γυμνά παρουσιάστηκε στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Δεν ήταν εύκολο εκείνα τα χρόνια να βρίσκει μοντέλο, και έτσι βασικό του μοντέλο ήταν η σύζυγός του Τρούντι. Επίσης η Άστριντ, η Γερμανίδα γυναίκα του ξαδέλφου του Ευαγγέλου Λουίζου, είχε ποζάρει στο στούντιό του. Ήταν φοιτήτρια ζωγραφικής και της άρεσε να μιλά με τον Γιώργο. Ο σύζυγός της όμως δεν το καταλάβαινε και μάλλωσε με τον θείο μου για το ότι του πόζαρε γυμνή. 

Αρχές του 1960 είχε αρχίσει να μπαίνει το μαύρο στα έργα του… Στο μεταξύ, η γυναίκα του η Τρούντι αρρώστησε με καρκίνο και πήγε στην Αυστρία για θεραπεία, όπου οι γιατροί της είπαν ότι δεν είχε πολύ χρόνο να ζήσει. Όταν πέθανε, ο θείος μου από τη στεναχώρια του έπαθε κατάθλιψη και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Όλα τα πράγματα που αγαπούσε ένιωθε ότι τον εγκατέλειπαν. Μου έλεγε, ‘‘οι Κύπριοι με εγκατέλειψαν, η γυναίκα μου με εγκαταλείπει, εγώ είμαι ένα τίποτα τώρα…’’ Από το 1964 και μετά σταμάτησε να ζωγραφίζει. Τον πήραμε σε μια ειδική κλινική στο βόρειο Λονδίνο. Μετά από έξι μήνες καλυτέρεψε κάπως, όμως ποτέ δεν έγινε όπως πριν. Όταν γύρισε στο Βαρώσι, δεν ήθελε να πάει στο στούντιό του, ούτε στο σπίτι και τον πήγαν στο διαμέρισμα της μητέρας μου κοντά στη θάλασσα. Εκεί πέθανε στις 2 Αυγούστου του 1972. 

Η Ρίμα Ούτραμ ανιψιά του καλλιτέχνη. Φωτό: Παναγιώτης Μηνά


=Το 1973 ήταν η τελευταία φορά που πήγαμε στην Αμμόχωστο με τα παιδιά μου και τον σύζυγό μου. Όταν πέθανε ο θείος μου για να πληρώσουμε τους φόρους κληρονομιάς φτιάξαμε έναν κατάλογο στον οποίο καταγράψαμε όλα τα έργα του. Τον Σεπτέμβριο του 2019 ο Γιάννης Τουμαζής μας ειδοποίησε να έρθουμε στην Κύπρο για να δούμε τα έργα του θείου μου που επιστράφηκαν από τα κατεχόμενα. Πήγαμε με τον αδερφό μου, κληρονόμο του θείου μου, Αριστόδημο Φοινιέα σε μια μεγάλη αποθήκη, στο παλιό αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Καθώς άνοιγαν τα έργα ένα-ένα, εγώ έκλαιγα συνέχεια από συγκίνηση. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Τουρκοκύπριους που διέσωσαν αυτά τα σπουδαία έργα και τα επέστρεψαν. Επίσης θέλω να ευχαριστήσω τον Γιάννη Τουμαζή και τη Δικοινοτική Επιτροπή Πολιτισμού για τη δουλειά που έκαναν.

Το 1974 θέλαμε να ξανανοίξουμε το σπίτι στην Ερμού 136 για να το μετατρέψουμε σε Ινστιτούτο όπως ήθελε ο θείος μου. Ετοιμαζόμασταν να έρθουμε στην Κύπρο για να εγκατασταθούμε. Βγάλαμε τα παιδιά από το σχολείο, ο σύζυγός μου άφησε τη δουλειά του, και την ημέρα που θα ταξιδεύαμε έγινε η τουρκική εισβολή. Με ρωτάτε τι θα κάνουμε τώρα τα έργα που επιστράφηκαν. O αδερφός μου Άρης, μόνιμος κάτοικος Κύπρου θα τα παραλάβει και θα τα δώσει σε κάποια μουσεία στη Λευκωσία για να προβληθεί η δύναμη των Κυπρίων, όπως ήθελε και ο ίδιος ο θείος μου».

* Η έκθεση «ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» - Η επιστροφή 219 Έργων Τέχνης από την Τουρκοκυπριακή στην Ελληνοκυπριακή Κοινότητα» στην Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης ΣΠΕΛ θα γίνει μεταξύ 14 Μαρτίου – 30 Απριλίου 2020. 


maria.panayiotou@phileleftheros.com

 
Φιλελεύθερα, 8/3/2020.
  Μαρία Παναγιώτου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...