To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Γιώργος Μολέσκης: Η ποίηση αποτρέπει τον μαρασμό
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Γιώργος Μολέσκης: Η ποίηση αποτρέπει τον μαρασμό
  16 Μαρτίου 2020, 10:30 πμ  
Όλη η ζωή του διακεκριμένου ποιητή, πεζογράφου και μεταφραστή είναι μια πορεία προς την ποίηση. Από ηλεκτροσυγκολλητής και ελαιοχρωματιστής έφτασε να γίνει διδάκτωρ της ρωσικής φιλολογίας. Κοινός άξονας και τροφοδότης για τον Γιώργο Μολέσκη ήταν πάντοτε η ποίηση, συνυφασμένη με τη σφοδρή επιθυμία του να βαδίσει στον δικό του δρόμο. Με αφορμή τη διάκρισή του με το Βραβείο Γ.Φ. Πιερίδης της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για το 2020, θυμάται όλα όσα καθόρισαν τον βίο του. 
 
- Ποιο ρόλο διαδραμάτισε η ποίηση σ’ αυτό που είσαι σήμερα; Διένυσα μια μεγάλη πορεία προς την ποίηση. Κι είναι η ποίηση που ουσιαστικά με οδήγησε στις σπουδές και στο πανεπιστήμιο. Βλέπεις, εγώ δεν πήγα ποτέ γυμνάσιο. Ούτε μια μέρα. Μετά το δημοτικό άρχισα να εργάζομαι ως ηλεκτροσυγκολλητής. Από τα 14 μου πηγαινοερχόμουν από το χωριό μου τη Λύση στην Αμμόχωστο, όπου δούλευα σε μηχανουργείο.
 
-Το γράψιμο πώς προέκυψε; Ήδη από τρυφερή ηλικία καθώς πάλευα με το ηλεκτρόδιο και τη μάσκα σκεφτόμουν τα πρώτα ποιήματα και τα κατέγραφα το βράδυ στο σπίτι. Αυτή η ροπή μ’ έκανε να θέλω να διαβάσω. Δανειζόμουν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του χωριού κι άρχισα να διαβάζω εντατικά πεζογραφία, ποίηση, ό,τι έβρισκα. Είχα μια δίψα να μάθω. Σε κάποια φάση διαπίστωσα ότι ήθελα να μάθω και αγγλικά, οπότε ξεκίνησα με μια μέθοδο άνευ διδασκάλου και στη συνέχεια μ’ έναν καθηγητή στο χωριό. Στον στρατό υπηρέτησα στην περιοχή της Τηλλυρίας, λίγο μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις. Κατά τη θητεία μου διάβαζα επίσης πολύ, λογοτεχνία και αγγλικά.
 
-Μέχρι πότε άσκησες την ηλεκτροσυγκολλητική; Μόλις τελείωσα τον στρατό άρχισα να δουλεύω στη Λευκωσία κολλώντας σιδερένιες πόρτες. Μέχρι που είδα πώς εργάζονται οι ελαιοχρωματιστές και μου φάνηκε η τέχνη τους πιο ενδιαφέρουσα, λιγότερο κοπιώδης και πιο καλλιτεχνική. Έτσι, έγινα ελαιοχρωματιστής συνεχίζοντας παράλληλα να γράφω και να διαβάζω. Η πρώτη μου συλλογή εκδόθηκε το 1967 σε μια εποχή που εργαζόμουν πια ως ελαιοχρωματιστής.
 
- Το θερμό ενδιαφέρον, όμως, πώς προέκυψε σε μια τόσο νεαρή ηλικία; Η Λύση είχε μια μεγάλη παράδοση λαϊκής και διαλεκτικής ποίησης που κορυφώθηκε με τον Παύλο Λιασίδη. Η ποίηση με συγκινούσε από πολύ μικρό. Θυμάμαι ότι άκουγα στο καφενείο τους ποιητές ν’ απαγγέλλουν.
 
- Έγραφες και ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο; Παρά το ότι μεγάλωσα με τους λαϊκούς ποιητές και την κυπριακή διάλεκτο, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω γιατί, δεν έγραψα ποτέ ποιήματα στη κυπριακή διάλεκτο. Ίσως αυτή η τάση να ξεφύγω, ν’ αλλάξω ζωή, να με οδήγησε σε άλλα μονοπάτια.
 
- Ήταν διαφορετική η πρόσληψη της ποίησης τότε σε σχέση με σήμερα; Τότε προηγούνταν η προφορικότητα έναντι της αναγνωστικότητας. Ήταν η παράδοση της λαϊκής ποίησης, των δημοτικών τραγουδιών κ.λπ. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός που πήγαινα να κοιμηθώ στην αυλή της γιαγιάς μου που ήταν εντελώς αναλφάβητη, αλλά μου απάγγελε ποιήματα. Θυμάμαι να μου απαγγέλλει τα 100 ποιήματα για τα 100 αστέρια. Έτσι έμαθα κι εγώ τους αστερισμούς κι όχι από το σχολείο. Επίσης, κάτω από τα άστρα μου απάγγελλε απ’ έξω ολόκληρη την «9η Ιουλίου» και τη «Χιώτισσα», σαν να ήταν δημοτικά τραγούδια. Αρκετά χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι τα έργα αυτά ανήκουν στον Βασίλη Μιχαηλίδη.

- Η χειρωνακτική εργασία επηρέασε την κοσμοθεωρία σου και την ποίησή σου; Πιθανότατα επηρέασε τις ιδεολογικές μου κατευθύνσεις, τον τρόπο που αντιμετωπίζω τους ανθρώπους και την ίδια τη ζωή, την οποία γνώρισα από την πιο κουραστική της πλευρά. Δούλεψα σε οικοδομές με λαϊκούς ανθρώπους, Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Μέσα στα ποιήματα δεν μπορούσα να μη συμπεριλάβω με διάφορους τρόπους βιώματα που είχα μέσα από τη δουλειά και την τριβή με τους ανθρώπους του μόχθου.
 
- Οι σπουδές πώς προέκυψαν; Προέκυψε αρχικά η ευκαιρία μιας απογευματινής δουλειάς στο τότε Σοβιετικό Πολιτιστικό Κέντρο, ως φύλακας. Τότε συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να απελευθερώσω το πρωί και να ξεκινήσω το σχολείο. Ήμουν ήδη 25 ετών. Έκανα μια επαφή με το Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας, όπου τελικά με δέχτηκαν στο σύστημα GCE. Έκανα εντατικά μαθήματα και πήρα το απολυτήριο σε δύο χρόνια. Μόλις τελείωσα, πήρα υποτροφία για να σπουδάσω στη Σοβιετική Ένωση. Έκανα τον πρώτο χρόνο στο Κίεβο και το καλοκαίρι έπεσα πάνω στο πραξικόπημα και στον πόλεμο. Στη συνέχεια, πήγα για λίγους μήνες στην Πετρούπολη, αλλά ένιωθα μόνος και ζήτησα να πάω στη Μόσχα. Έτσι, βρέθηκα στο Λομονόσοφ όπου πέρασα τα επόμενα οκτώ χρόνια της ζωής μου μέχρι που ολοκλήρωσα το πτυχίο στη ρωσική λογοτεχνία και το διδακτορικό στη φιλολογία. Στο μεταξύ, την 1η Μαρτίου 1979 παντρεύτηκα τη Νόνα την οποία είχα γνωρίσει στο πανεπιστήμιο.
- Ποια ήταν η ματιά ενός Κύπριου πάνω στη ρωσική φιλολογία και λογοτεχνία; Στο Λομονόσοφ ήμουν ο μόνος μη Σοβιετικός φοιτητής που σπούδαζε ρωσική φιλολογία. Θυμάμαι εκεί στο κοινόβιο όπου ζούσα οι φοιτητές, που ήταν πάντα επίλεκτοι, να μαζεύονται με βότκα και κρασί και να λένε ποιήματα. Υπήρχαν κάποιοι που μπορούσαν να απαγγέλλουν για ώρες από μνήμης ποιήματα Ρώσων ποιητών. Από τον Πούσκιν και τον Λέρμοντοφ, μέχρι τον Αρσένι Ταρκόφσκι. Κάποιοι είχαν αποστηθίσει ολόκληρο τον «Ευγένιο Ονιέγκιν»! Εγώ άκουγα και ζήλευα και κάπως έτσι άρχισα κι εγώ να μαθαίνω. Πολλά τα θυμάμαι ακόμη απ’ έξω μέχρι σήμερα. Του Μπλοκ, του Ταρκόφκι, του Γκουμιλιόφ, της Τσβετάγεβα, της Αχμάτοβα. Τις πρώτες μεταφράσεις ρωσικών ποιημάτων τις έκανα από μνήμης καθώς περπάταγα, με κίνητρο να αποδώσω τον ρυθμό. Με είχε συνεπάρει η υπόθεση της αποστήθισης και κατόπιν της μετάφρασης.
 
- Αυτό που λένε ότι ο μεταφραστής είναι ψεύτης, ισχύει; Ισχύει περισσότερο αυτό που έχει πει ένας διακεκριμένος Ρώσος μεταφραστής: στην πεζογραφία ο μεταφραστής είναι δούλος του συγγραφέα, ενώ στην ποίηση είναι ανταγωνιστής του ποιητή. Στη ρωσική ποίηση μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσε η ομοιοκαταληξία και ο ρυθμός. Για να μεταφράσεις Μαγιακόφσκι, που πειραματίστηκε πολύ με τη γλώσσα, πρέπει να επιλέξεις: είναι ζήτημα τι θα αφήσεις και τι θα κρατήσεις. Πρέπει να επικεντρωθείς στον ρυθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια από τα ποιήματα που μετέφρασα τα απάγγειλα στα ελληνικά σε Ρώσους κι εκείνοι τα αναγνώριζαν μόνο και μόνο από τον ρυθμό τους.
 
- Από πού ξεκινά η ποίηση; Πού βρίσκεται η πηγή; Από μια συγκίνηση. Προκύπτει ένα ερέθισμα που σε ωθεί προς το γράψιμο, ξυπνά αυτό που έχεις μέσα σου. Στη ζωή απορροφούμε πράγματα, από τις εμπειρίες μας, τα οποία κατακάθονται και κατά κάποιον τρόπο κοιμούνται. Σε κάποια φάση προκύπτουν τα ερεθίσματα που τα ξυπνούν. Είναι συναισθήματα απέναντι σε ανθρώπους και καταστάσεις, είναι οι ανησυχίες, υπαρξιακές και μεταφυσικές. Είναι πράγματα που θέλουν να βγουν προς τα έξω. Και δεν ησυχάζεις αν δεν βγουν. Βέβαια, έχω συναντήσει ανθρώπους που μιλούν, σκέφτονται, αισθάνονται και λειτουργούν ποιητικά. Όμως για κάποιον λόγο αυτό δεν εξωτερικεύτηκε ποτέ.
 
- Ποιο είναι το στοιχείο που κάνει έναν ποιητή και λογοτέχνη να ξεχωρίζει; Η απήχηση; Η απήχηση είναι ούτως ή άλλως κάτι σχετικό. Είναι σε ποιο βαθμό μπορείς να αποτυπώσεις με λόγο και εικόνα ένα συναίσθημα, μια σκέψη. Ή να το αποδώσεις με τρόπο που να λειτουργεί για σένα και για τον αναγνώστη. Να μπορεί να ξυπνήσει στον αναγνώστη οικεία συναισθήματα και σκέψεις. Να γίνει έτσι μια εσωτερική επικοινωνία με τον ποιητή. Αν αυτό συμβεί, σημαίνει ότι το ποίημα πέτυχε.
 
- Ο καλός χειρισμός της γλώσσας αρκεί; Είναι προϋπόθεση; Δεν είναι προϋπόθεση η καλή γλώσσα. Είναι μόνο ένα προσόν. Μεγαλύτερη σημασία έχει το τι μπορεί να μεταδώσει ένα ποίημα. Αυτό έχει σχέση και με το πόσο ειλικρινής είναι ο ποιητής. Ορισμένες φορές υπεισέρχεται και ο συμβιβασμός. Προκύπτει ένα δίλημμα για το αν θα διατηρήσεις την αυθεντικότητά σου.
 
- Εξακολουθείς να γράφεις στο χέρι; Στην πρώτη μορφή, ναι. Πάντοτε σε άσπρη κόλλα χωρίς γραμμές. Έχω φυλάξει ορισμένα χειρόγραφα, αλλά τα πλείστα είναι τόσο δυσανάγνωστα που τα καταστρέφω. Η πρώτη μορφή είναι όταν έρθει η ποιητική ιδέα και καταγράφεται. Μετά τα μεταφέρω στον υπολογιστή κι αρχίζει μια νέα διαδικασία επεξεργασίας. Παλιότερα, με τη γραφομηχανή, μπορούσαμε να γράψουμε 6 και 7 φορές το ίδιο ποίημα μέχρι να το φέρουμε εκεί που θέλουμε. Εμένα αυτό δεν με βόλευε. Τα πρώτα ποιήματα τα έδινα χειρόγραφα στο τυπογραφείο.
 
- Η ίδια η διαδικασία επεξεργασίας της ποίησης έχει αλλάξει στην εποχή μας. Αυτό δεν επηρεάζει και την ουσία της; Είναι γεγονός ότι βλέπεις το αποτέλεσμα πιο εύκολα, πιο άμεσα. Κι αυτό μπορεί να σε παρασύρει. Μπορεί να το δημοσιοποιήσεις πρόωρα, πριν να είναι έτοιμο. Χρειάζεται προσοχή. Να το γράψεις, να το φυλάξεις μερικούς μήνες στο «κελάρι» να μεστώσει, να το ξαναδείς και να διαπιστώσεις αν εξακολουθεί να σου μιλάει. Αυτή η ευκολία μεταδίδεται και στην έκδοση. Οι εκδότες παίρνουν πια σχεδόν έτοιμα τα βιβλία. Πιθανόν αυτό να παίζει ρόλο και στην αύξηση των ποιητών που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους.
 
- Με όλους αυτούς τους περισπασμούς, επηρεάζεται αρνητικά ή θετικά ο τρόπος που ο άνθρωπος επικοινωνεί σήμερα με την ποίηση; Επηρεάζεται ο τρόπος που γράφεις ένα ποίημα κι ο τρόπος που ακούγεται. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ποίηση δεν είναι μόνο για να διαβάζεται αλλά και για να απαγγέλλεται. Μ’ ενδιαφέρει πολύ το πώς ακούγεται ένα ποίημα. Ο πρώτος ακροατής και δοκιμαστής των ποιημάτων μου είναι τώρα ο σκύλος μου ο Μίσα. Του τα απαγγέλλω κι αυτός με κοιτάζει στα μάτια. Έπειτα τα δίνω στη Νόνα και τα παιδιά μου, που είναι οι πρώτοι μου αναγνώστες.
 
- Ποια είναι η ισχύς της παρέμβασης που έχει η ποίηση στην καθημερινότητά μας; Σήμερα με το διαδίκτυο είναι μεγαλύτερη. Υπάρχει μεγαλύτερη προσβασιμότητα και μεγαλύτερη ενασχόληση με την ποίηση.
 
- Ε, τότε γιατί αγριεύει ο κόσμος; Δεν θα έπρεπε η ποίηση κάπως να μας μαλακώνει; Το αν η ποίηση μπορεί να επηρεάσει τον κόσμο είναι κάτι δύσκολο να το πεις. Ποτέ δεν ήταν έτσι. Αν σε έναν δεξιό αρέσει ο Ρίτσος, δεν θα γίνει αριστερός για τον λόγο αυτό. Μάλιστα, συχνά έχω την εντύπωση ότι η ποίηση που έχει μια ιδεολογική τοποθέτηση περισσότερο λειτουργεί ως συνθηματικό μεταξύ ομοϊδεατών παρά επηρεάζει τους αντιφρονούντες.

- Μιλάμε όμως συνεχώς για την ποίηση. Δεν πιστεύω να θεωρείς τα πεζά σου «αποπαίδια»... Τα πάντα είναι ποίηση. Τα πεζά είναι κι αυτά κοντά στην ποίηση. Βασίζονται σε εμπειρίες και σε μια ανάγκη να πω τα πράγματα κάπως πιο περιγραφικά. Μέσα τους όμως ενυπάρχει το στοιχείο μιας καταγωγής από την ποιητική σύλληψη των πραγμάτων.
 
- Ένιωσες ποτέ κάποιο αίσθημα ματαιότητας; Ότι το χνάρι σου δεν επαρκεί; Όχι. Γιατί όταν γράφεις –τουλάχιστον όταν γράφω εγώ- το πρώτο πράγμα που σε απασχολεί είναι να εκφράσεις τον εαυτό σου, αυτό που νιώθεις. Είναι μια ακατανίκητη εσωτερική ανάγκη, ένα είδος λύτρωσης. Είναι μια παρόρμηση να το πεις, να το διατυπώσεις, να το βάλεις εκεί και κατά κάποιο τρόπο να πάρει μια υπόσταση. Όλες μας οι πράξεις, ό,τι κάνουμε αφορά και τους άλλους. Είναι μια διαρκής επικοινωνία με τον κόσμο. Όποια στάση πάρουμε απέναντι στα γεγονότα επηρεάζει και τον κόσμο. Άλλο αυτό κι άλλο να νιώθουμε ότι γράφοντας θ’ αλλάξουμε τον κόσμο.
 
- Δεν ένιωσες ποτέ αυτό το συναίσθημα; Δεν ήταν ποτέ μέσα στα κίνητρά σου να αλλάξεις τον κόσμο; Ίσως εκεί γύρω στο 1969 όταν μαζί με δύο φίλους δημιουργήσαμε στη Λευκωσία την Μπουάτ Κύκλοι, την πρώτη μετά την Απόφαση του αείμνηστου Χριστόφορου Σάββα. Λειτουργούσε δύο φορές την εβδομάδα κι εκεί μαζεύονταν άνθρωποι που έγραφαν τραγούδια και ποιήματα και διοργανώναμε μουσικοποιητικές βραδιές. Ήμασταν και νέοι, νιώθαμε ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο. Μια πολιτική πράξη με αντίκτυπο.
 
-Τι θυμάσαι πιο έντονα από εκείνη την εποχή; Θυμάμαι όταν είχε έρθει ο Γιάννης Μαρκόπουλος από το Λονδίνο όπου ζούσε, ως προσκεκλημένος του ζεύγους Μιλλιέξ, για να παραλάβει τα φυγαδευμένα χειρόγραφα του φυλακισμένου από τη δικτατορία Μίκη Θεοδωράκη. Κάθισε στο πιάνο που είχαμε στην αίθουσα, άνοιξε τη χειρόγραφη παρτιτούρα κι άρχισε να παίζει για πρώτη φορά το «Σφαγείο» από τα «Τραγούδια του Ανδρέα» που έγραψε ο συνθέτης για τον Ανδρέα Λεντάκη. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Θυμάμαι επίσης όταν ήρθε ο Γιάννης Γαΐτης στην μπουάτ κι αντί να μας μιλήσει άπλωσε τα τελάρα κι άρχισε να ζωγραφίζει. Θυμάμαι και τον Μάριο Τόκα, έφηβο ακόμη, να μας τραγουδάει.


- Με ποια αισθήματα βλέπεις σήμερα τις εξελίξεις στο Κυπριακό, έχοντας ζήσει από πρώτο χέρι όλη την εξέλιξη του προβλήματος; Ποιες εξελίξεις; Αυτή είναι η τραγωδία μας: η στασιμότητα. Δεν μπορώ για παράδειγμα να κατανοήσω πού αποσκοπεί το κλείσιμο των οδοφραγμάτων και ειδικότερα εκείνο μέσω του οποίου επικοινωνούν πιο άμεσα οι άνθρωποι, τη στιγμή που το άλλο παραδίπλα είναι ανοιχτό. Η κατάσταση όσο πάει γίνεται πιο πολύπλοκη, η λύση απομακρύνεται. Κι αυτό ισχύει από την επόμενη κιόλας μέρας της εισβολής. «Φοβούμαι τον χρόνο που καθιερώνει αξεκαθάριστες ετυμολογίες και διαμφισβητούμενα» όπως λέω σ’ ένα ποίημα.
 
- Φοβάσαι τον χρόνο; Τον φοβάμαι όσον αφορά την Κύπρο και το μέλλον της. Είναι αμείλικτος. Όσον αφορά τον εαυτό μου, γιατί να τον φοβηθώ; Βρισκόμαστε όλοι σε μια πορεία όπου όλα είναι προαποφασισμένα. Ο μακαρίτης ο ποιητής Παύλος Μεράνος κάποτε μου έλεγε: «ήρθαμε σ’ αυτή τη ζωή, θα υποστούμε τις συνέπειες».
 
- Τώρα βγαίνει πιο αβίαστα η ποίηση; Δεν θα το έλεγα. Μάλλον πιο αβίαστα βγαίνει στην αρχή, που είσαι πιο αυθόρμητος. Η διαδικασία με τον χρόνο μπαίνει σε μεγαλύτερο βάθος. Κάτι διαγράφεις, κάτι κρατάς. Είναι δημιουργική δουλειά το να σβήνεις. Μπορεί να γράψεις 100 ποιήματα και να κρατήσεις τα 20. Τα υπόλοιπα λειτουργούν ως μαγιά, μένουν κάποια ψήγματα που θα τροφοδοτήσουν άλλα ποιήματα.
 
- Είσαι ενεργός στον χώρο της ποίησης για περισσότερα από 50 χρόνια. Από εδώ και πέρα ποιο είναι το ζητούμενο; Δεν το σκέφτομαι. Γράφω τόσα χρόνια, έχει γίνει τρόπος ζωής και έκφρασης και με βοηθά να υπάρχω. Είναι συνδεδεμένο πια με την ύπαρξή μου. Όλα όσα βλέπω να συμβαίνουν, όσα διαβάζω, τα ερεθίσματα που φιλτράρω, κάποια στιγμή βγαίνουν με γραπτή μορφή. Αυτό είναι και κάτι που σε κρατά σε εγρήγορση, σε αναζωογονεί, κρατά τη σκέψη και τα συναισθήματα ξύπνια. Δεν σε αφήνει να πέσεις σε μαρασμό. Στην ποίηση δίνεις και παίρνεις.

Φιλελεύθερα, 15/3/20

  Συνέντευξη: Γιώργος Σαββινίδης      Μιχάλης Κυπριανού   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...