To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ανασηκώνοντας το χαλί
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Ανασηκώνοντας το χαλί
  20 Ιανουαρίου 2020, 7:17 πμ  
Πόσα χρόνια πρέπει να κάνει υπομονή η αλήθεια ώσπου να έρθει στο φως; Κανείς δεν το ξέρει. Η ίδια η γλώσσα μας, όμως, μας λέει πως προϋπόθεση για να συμβεί κάποτε αυτό είναι να μην ξεχάσουμε. Ή, τουλάχιστον, να μην ξεχάσουμε όλοι. Γιατί τούτο ακριβώς είναι η αλήθεια: η απουσία λήθης.
 
Παίρνω στα χέρια μου το βιβλίο που πυροδότησε το σημερινό μου σημείωμα και η πρώτη μου αντίδραση είναι να χαμογελάσω. Γιατί «νουάρ μυθιστόρημα» δηλώνει η σελίδα του τίτλου, αν και στο εξώφυλλο τα πράγματα κάπως αποκαθίστανται: «πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα». Τελικά, αυτά που η (επίσημη) Ιστορία τείνει αιδημόνως –επικαλούμενη, συνήθως, πατριωτικούς λόγους– να χώνει κάτω από το χαλί, έρχεται η (ενοχλητική) λογοτεχνία, και μάλιστα στην πιο μαζική της εκδοχή, αυτήν του αστυνομικού μυθιστορήματος, να τα αποκαλύψει. Ερευνώντας, μάλιστα, τη διαθεσιμότητα του βιβλίου, βλέπω ότι μεγάλο βιβλιοπωλείο το εντάσσει στα... «Αστυνομικά, θρίλερ, τρόμου».
 
Όμως μπορεί να έχει δίκιο. Γιατί τον απόλυτο τρόμο έζησαν οι Αλγερινοί στο Παρίσι, που διαδήλωναν υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας τους. Ήταν Οκτώβριος του 1961. Ο πόλεμος έβαινε προς το τέλος του, με αδιαμφισβήτητο νικητή το αλγερινό FLN (Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης). Οι διαδηλωτές είχαν βάλει τα φτωχικά «γιορτινά» τους, να δείξουν αξιοπρέπεια, να προσπαθήσουν έτσι να κερδίσουν τον σεβασμό εκείνων που θα έβρισκαν απέναντί τους... Ανάμεσά τους, κυριαρχούσαν οι γυναίκες και οι νέοι, αγόρια και κορίτσια. Αλλά ο «κόσμος», δηλαδή οι απλοί άνθρωποι, τους αντιμετώπισαν σαν εχθρούς. Εκείνο το βράδυ, οι διώκτες δεν χρειάστηκε να μπουν στα καφενεία για να συλλάβουν τους διαδηλωτές, που έτρεχαν να προστατευτούν στο εσωτερικό τους. Οι ίδιοι οι θαμώνες ήταν συχνά εκείνοι που έπιαναν και παρέδιδαν τους «στραβάραπες» στους αστυνομικούς. Που κι αυτοί σαν εχθρούς τους έβλεπαν. Και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθώς τέτοιες εντολές είχαν από τον Αρχηγό τους.
 
Αρχηγός της Αστυνομίας ήταν ο Μωρίς Παπόν, πρόσωπο τότε «σεβαστό», με υψηλές διασυνδέσεις, που αργότερα έγινε μέχρι και υπουργός (επί προεδρίας Ζισκάρ ντ’ Εσταίν). Αλλά προτού προχωρήσω στα γεγονότα, δυο λέξεις ακόμα για τον Παπόν, που χρόνια αργότερα, γέρος πια, καταδικάστηκε ως εγκληματίας πολέμου για τη σύλληψη και αποστολή στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης όλων των Εβραίων του Μπορντώ, ακόμα και των νηπίων. Ωστόσο, αυτός ο πανούργος και αδίστακτος άντρας κατόρθωσε, τελικά, να εμφανιστεί ανάμεσα στους ηγέτες της αντιστασιακής Γαλλίας, στα μπαλκόνια της απελευθέρωσης!
 
Ας ξαναγυρίσουμε στο Παρίσι το σούρουπο της 17ης Οκτωβρίου 1961. Ο 30χρονος, τότε, Ριχάρδος Σωμερίτης, Έλληνας δημοσιογράφος που ζει και εργάζεται στο Παρίσι, γίνεται άθελά του αυτόπτης μάρτυρας μικρού μόνο μέρους των αστυνομικών βιαιοτήτων. Αλλά κανείς δεν μπορεί να φανταστεί την έκταση της σφαγής. Την επομένη, η διαδήλωση των Αλγερινών αναφέρεται σαν απόπειρα πρόκλησης ταραχών και... εξαίρεται από τον Τύπο η αποτελεσματικότητα της καταστολής. Μόνο πολύ αργότερα κάποιοι θα μιλήσουν για δύο ή τρεις νεκρούς, κι ας κυκλοφορούν στα δημοσιογραφικά γραφεία φήμες για δέκα, για πενήντα, μετά για εκατοντάδες νεκρούς και για πτώματα που ξεβράζονται στις όχθες του Σηκουάνα. Τελικά, εκείνο το βράδυ είχε πέσει βαθύ σκοτάδι στην «Πόλη του Φωτός». Ένα σκοτάδι που, ως προς αυτά τα γεγονότα, θα κρατούσε για δεκαετίες...
 
Το βιβλίο γράφτηκε το 1983, είκοσι δύο χρόνια μετά τη σφαγή. Χρειάστηκαν άλλα είκοσι για να αρχίσει στη Γαλλία μια γενικότερη συζήτηση για τις φοβερές και μαύρες σελίδες του πολέμου στην Αλγερία. Τι σημασία έχει η αμνήστευση όλων των γεγονότων που έχουν σχέση με εκείνον τον πόλεμο; Οι περισσότεροι κατανοούν πλέον ότι οι αμνηστεύσεις και οι παραγραφές δεν δικαιώνουν ποτέ κανένα έγκλημα. Δεν αφορούν την Ιστορία.
 
Το 1999, τη χρονιά που η Εισαγγελία του Παρισιού αναγνώρισε και επίσημα τη διάπραξη του εγκλήματος, το γαλλικό Υπουργείο Παιδείας περιέλαβε το συγκεκριμένο βιβλίο στα λογοτεχνικά έργα που θα αποτελούσαν εκείνη τη χρονιά αντικείμενο μελέτης, ανάλυσης και κριτικής από τους τελειοφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δίπλα στα έργα των μεγάλων Γάλλων κλασικών. Η έκδοση αυτή συνοδευόταν από ειδικό φάκελο με πληροφορίες για τον συγγραφέα, αλλά και για τα γεγονότα του πολέμου στην Αλγερία, τα προβλήματα και τις συνέπειές του.

Μην επιχειρήσετε να φανταστείτε το ελληνικό ανάλογο. Φοβάμαι ότι δεν θα το δούμε ποτέ. Άλλωστε δέκα μόλις λέξεις από τον Πρόλογο του μεταφραστή μού προκάλεσαν επώδυνους συνειρμούς: «Λεπτομέρεια: τα σχετικά κρατικά αρχεία για τη σφαγή παραμένουν απόρρητα». Γιατί απόρρητα παραμένουν, εδώ και 72 χρόνια, τα αρχεία και μιας άλλης σφαγής. Αυτής των έγκλειστων στη Μακρόνησο Ελλήνων στρατιωτών, που είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον Εμφύλιο. Ιδού η περιγραφή των γεγονότων από έναν αυτόπτη μάρτυρα: «Μυδράλια, που είχαν στηθεί το βράδυ πέριξ του χώρου, σάρωναν με τις σφαίρες τους τα κορμιά. Το χώμα στο γήπεδο δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. Σχημάτιζε λάσπη. Κόκκινη λάσπη. Ήταν μια σφαγή [...]. Οι φαντάροι έγιναν ένα κουβάρι και έψελναν τον Εθνικό ύμνο. Έτσι πέθαιναν». Ο καπετάνιος του καϊκιού που έκανε τη διαδρομή Λαύριο - Μακρονήσι, θα πει χρόνια αργότερα: «Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. [...] Ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. [...] Εκεί, στο Σαν Τζιόρτζιο, περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας».
 
Ποτέ δεν μάθαμε πόσοι ήταν, πουθενά δεν γράφτηκαν τα ονόματά τους... Τα αρχεία για τη σφαγή παραμένουν μέχρι σήμερα απόρρητα...
 
ΥΓ: Λιγοστές είναι οι δικές μου λέξεις στο παραπάνω κείμενο, καθώς έχει αρδευθεί πλουσιοπάροχα από τον εξαιρετικό Πρόλογο του μεταφραστή, που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παραλείψετε να διαβάσετε. Γιατί μεταφραστής του βιβλίου του Ντιντιέ Ντενένξ, Έγκλημα και Μνήμη (εκδόσεις Πόλις), είναι ο Ριχάρδος Σωμερίτης (με τη συνεργασία της Μαρίλιας Παπαθανασίου). Επίσης, όπως συχνά συμβαίνει στα βιβλία των εκδόσεων Πόλις, ιδιαίτερα διαφωτιστικές είναι και οι σημειώσεις που συνοδεύουν το κείμενο.
 
  Πόπη Μουπαγιατζή   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...