To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ποίηση: Η τέχνη που αυτοκτονεί ή η τέχνη που αντιστέκεται;
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Ποίηση: Η τέχνη που αυτοκτονεί ή η τέχνη που αντιστέκεται;
  12 Φεβρουαρίου 2020, 11:56 πμ  

Σχόλια για την ποιητική σύνθεση του Δημήτρη Κοσμόπουλου «Θέριστρον», Αθήνα, Κέδρος, 2018.

Το διακεκριμένο με το Βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και με το Βραβείο Jean Moreas του Πανεπιστημίου Πατρών και του Γραφείου Ποιήσεως για την καλύτερη ποιητική συλλογή του 2018 ένατο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Κοσμόπουλου, Θέριστρον  (2018), έχει ήδη καταξιωθεί και ευρύτερα από τη λογοτεχνική κριτική με δεκάδες σημειώματα ή εκτενέστερες φιλολογικές αναλύσεις. Σε όλα αυτά τα κριτικά κείμενα καταγράφονται τα κύρια γνωρίσματα της ποιητικής του Κοσμόπουλου, με κυριότερο από αυτά τη γόνιμη σύζευξη της ποιητικής παράδοσης με τη νεωτερική ποίηση, όχι μόνο στο επίπεδο της διακειμενικής συνομιλίας του ποιητή με τους ποιητικούς του προγόνους ειδικά στους τομείς της θεματικής και της εικονοποιίας, αλλά και στο επίπεδο της στιχουργίας, της μετρικής οργάνωσης των ποιημάτων και της ομοιοκαταληξίας. Έχει επίσης σχολιαστεί η προτίμησή του σε σταθερές ποιητικές μορφές, όπως λόγου το σονέτο.

Η τάση αυτή του Κοσμόπουλου για επιστροφή στις ρίζες της ποιητικής μας παράδοσης έχει ενταχθεί από την κριτική στη γενικότερη ροπή που εντοπίζεται στην ποίηση των τελευταίων δεκαετιών για «επαναμάγευση του ποιητικού λόγου», κατά τη διατύπωση του Νάσου Βαγενά.[1] Βέβαια, προφανώς η συζήτηση γύρω από την κρίση του ποιητικού λόγου συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, αν λάβουμε λόγου χάρη υπόψη την πρόσφατη έκδοση του δοκιμίου του Κώστα Κουτσουρέλη «Η τέχνη που αυτοκτονεί» (2019). Παρά τις επιμέρους ίσως επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κάποιος για ορισμένα σημεία του δοκιμίου αυτού, ωστόσο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με μιαν από τις κυριότερες διαπιστώσεις του συγγραφέα, ότι η ποίηση έχει περιθωριοποιηθεί και έχει απωλέσει σε οριακό βαθμό τον παιδευτικό και κοινωνικό της χαρακτήρα.

Θεωρούμε ότι το «Θέριστρον» του Δημήτρη Κοσμόπουλου είναι μια ρωμαλέα ποιητική απάντηση στο εναγώνιο ερώτημα αν η ποίηση είναι η «τέχνη που αυτοκτονεί» ή η τέχνη που αντιστέκεται προτείνοντας νοηματοδοτήσεις της ζωής και του κόσμου, πέραν και επέκεινα της αλλοτρίωσης του ανθρώπου στη σύγχρονη μετανεωτερική Κοινωνία της Γνώσης και της Πληροφορίας. Στη συνοπτική αυτή προσέγγιση θα περιοριστούμε σε μιαν αδρομερή τεκμηρίωση αυτής της άποψής μας, χωρίς να επιχειρήσουμε μιαν εκ του σύνεγγυς ανάγνωση του βιβλίου που έχει ήδη γίνει σε πολλά κριτικά σημειώματα.[2]

Στο «Θέριστρον» ο Κοσμόπουλος καταθέτει μια μελέτη θανάτου, είτε με τη μορφή του εναγώνιου υπαρξιακού στοχασμού του ποιητικού υποκειμένου είτε με τη μορφή της ελεγειακής αναπόλησης των ήδη κεκοιμημένων προσφιλών προσώπων. Ωστόσο, η μεταφυσική προοπτική που διέπει την ποίησή του λειτουργεί καταλυτικά, από την άποψη ότι τα ποιήματά του είναι την ίδια στιγμή μελέτες θανάτου αλλά και προτάσεις ζωής. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Τώρα να φέρω κερί, Σάββα Παύλου» διακρίνουμε τη διαλεκτική του φωτός και του σκότους και τη μεταφυσική της υπέρβαση: «Παραδίδεσαι τάφῳ, σκότει κατοικίζεσαι, / άνθη κι αρώματα πουλιών υφαίνουν τον Απρίλη. […] / Άντρας της αφοβιάς, το βλέμμα σου καντήλι, / ασβέστωσε τον κήπο του θανάτου κι άκουσέ με: / Με τους συντρόφους, στο τραπέζι της Χαράς περίμενέ με» (σ. 21).[3]  Αντίστοιχα, στο ποίημα «Μέθοδος» το πένθος δεν οδηγεί στην άρνηση και στον μηδενισμό, αλλά ‒με την υπέρβασή του‒ στον φωτισμό της ψυχής: «Το πένθος είναι δίκοπο μαχαίρι, / θα σε χτυπήσει στης καρδιάς τα μέρη, / για ν’ αναβρύσει το χρυσό το ρόδο, / πίδακας με πολύφυλλο τον ήχο / εκείνου του φωτός που θα πετύχω / με γλώσσα αλγορρύθμων εν προόδ».  Πιθανότατα η λ. αλγόρρυθμος είναι πλασμένη από τον ίδιο τον ποιητή και συνδηλώνει την ιαματική λειτουργία της ίδιας της ποίησης, δηλαδή την επίμονη και επίπονη διαδικασία για την υπέρβαση της αγωνίας, του πόνου, της φθαρτότητας και της θνητότητας μέσω της ποιητικής τέχνης, που όχι μόνο δεν είναι περιττή, αλλά απολύτως αναγκαία.

Ωστόσο, αναγκαία για ποιον; Μόνο για τον ποιητή και, αν ναι, τότε γιατί η ποίηση να αφορά το αναγνωστικό κοινό και ευρύτερα τον άνθρωπο. Κινούμαστε, με άλλα λόγια στην επικράτεια της ιδιώτευσης; Αυτό ισχύει στο Θέριστρον; Κατηγορηματικά, όχι. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι, όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ο Κοσμόπουλος, η ποιητική αυτή σύνθεση δημιουργήθηκε σε ιδιαίτερα δύσκολες για τον ίδιο συνθήκες:
[…] όταν οι περιστάσεις και οι δυσκολίες με έφεραν αντιμέτωπο, περισσότερο παρά ποτέ, με το μυστήριο του θανάτου. Ξετυλίχτηκε ένας αρχέγονος ρυθμός –ο λόγος που πάει να γίνει μουσική, που λέει κι ο Παλαμάς– ως αναμέτρηση με τα πεπραγμένα του βίου κι ενώ φυσούσαν οι δυνατοί άνεμοι του φόβου αλλά και της ελπίδας. Ένιωσα την ανάγκη να συνομιλήσω με τους κεκοιμημένους.[4]

Στην προκειμένη περίπτωση η μεγάλη πρόκληση ήταν ο ποιητής να επιτύχει την υπέρβαση της ζέουσας βιωματικής ύλης, καθώς και να ξεπεράσει τον σκόπελο του συναισθηματισμού και της υποκειμενικής ποίησης. Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης είναι, για τον ίδιο αλλά γενικότερα για τους ομότεχνούς του, και μια διέξοδος που θα μπορούσε να συμβάλει στην ανανέωση της σύγχρονης ποίησης. Όπως έχει δηλώσει: «[Είναι] καιρός να ξαναβρούμε την ποίηση ως αφανή απόσβεση του εγώ, για τη συνάντηση διά του κάλλους και του μαρτυρίου της με τον Άλλον».[5]

Πώς υλοποιείται αυτό το αισθητικό αίτημα στο «Θέριστρον»; Έχουμε την εντύπωση ότι η υπέρβαση του ποιητικού εγωκεντρισμού στη σύνθεση αυτή επιτυγχάνεται κυρίως μέσω των ρητορικών τρόπων που αξιοποιεί ο Κοσμόπουλος. Ο «συνομιλιακός λόγος» που χρησιμοποιείται στα περισσότερα ποιήματα των πρώτων τριών ενοτήτων του βιβλίου είναι ένας από τους τρόπους αυτούς: το ποιητικό υποκείμενο πολύ συχνά  δεν απευθύνεται «εις εαυτόν και εις πάντα αρμόδιον», αλλά σε έναν συνομιλητή επακριβώς καθορισμένο. Μέσω αυτής της ποιητικής σκηνοθεσίας, πραγματώνεται η συνάντηση με τον Άλλον, όχι απλώς ως αποδέκτη του μηνύματος αλλά ως συμμέτοχο του μυστηρίου και του μαρτυρίου της ζωής και του θανάτου. Οι αποδέκτες αυτοί, είτε είναι οι κεκοιμημένοι φίλοι είτε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είτε ακόμη και τα στοιχεία της φύσης και ο κόσμος, υποδέχονται το ποιητικό εγώ και όλα μαζί συναπαρτίζουν τη «συνοδεία των αφανών» (σ. 42), κατά την ποιητική διατύπωση. Ακόμη και η «βεβαιότης της θανής» δεν εμποδίζει, επομένως, τον ομιλητή να απευθυνθεί στον κόσμο που νοηματοδοτεί την επαπειλούμενη ύπαρξή του: «Έχετε γεια· να ’μαι, κατάστερε ουρανέ, / χρωματουργία εικόνων απ’ τη φύση / κι όσα, κυνηγημένο, δεν μ’ είχατε αφήσει / όταν με χτίζαν σε κελλί μπετόν-αρμέ./ Δεν σας ξεχνώ, τα βουρκωμένα μου βουνά / σ’ αυγή ή σε σούρουπο στο έλεος βαφτισμένα, / με τα κρυφά σας ζωντανά, νερά, πετούμενα / και με τα δάση σας στα μάτια μου απλωμένα.» (σ. 43).

Εξάλλου στην τέταρτη ποιητική ενότητα, υπό τον τίτλο «Expressis verbis», το κυρίαρχο σε όλο το βιβλίο ελεγειακό ύφος συνδυάζεται με τον ειρωνικό και ενίοτε σατιρικό τόνο ‒κυρίως για την κριτική αποστασιοποίηση από τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας και ειδικότερα των κοινωνικών δικτύων. Παράλληλα, η λυρική εκφορά φορτίζεται ευδιάκριτα με δραματική ένταση και αγωνία, που ωστόσο δεν οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο στην απόγνωση, έστω και αν στα περισσότερα ποιήματα της ενότητας αυτής έχουμε την αίσθηση ότι το ποιητικό εγώ μονολογεί (με εκφορά είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο ρηματικό πρόσωπο). Θεωρούμε, λοιπόν, ότι και σε αυτή την περίπτωση μέσω του ποιητικού λόγου προτείνεται ένα όραμα του κόσμου, εντός του οποίου ο ποιητής σεμνά και ταπεινά μπορεί να εμπνεύσει στον άνθρωπο της εποχής μας την ελπίδα, ακόμη και αν ο ίδιος δεν είναι παρά «ένας ίσκιος που τα οστά του κουβαλάει, / από χαλάζι κι από σταλαγμίτες […]» (σ. 76). Αυτός είναι και ο ρόλος που ανατίθεται στον ποιητή στο καταληκτικό ποίημα του βιβλίου «Ψίθυρος των χρωμάτων» (σ. 106): «Εκτός κι αν, μέσα απ’ όλα τούτα / φανερωθεί, Κάποιος, να ξέρει να βαστά τον πόνο, ν’ αγαπά / να δίνει το αίμα του πιο δούλος κι απ’ τους δούλους / για να γυρίζει η Ιστορία ‒δίχως τύραννους και σκλάβους‒ / προς της συγχώρεσης το φως, το μοσχοβολιστό κρασί, / που τόσο οι άνθρωποι διψούμε» (σ. 107).

Η πιο πάνω ερμηνευτική μας πρόταση, ως μία από πολλές άλλες ενδεχομένως, είναι συναφής με ό,τι έχει δηλώσει ο ίδιος ο Κοσμόπουλος σε συνέντευξή του σχετικά με τον ρόλο της ποίησης, που τον προσδιορίζει «ως επαναστατικό και ανατρεπτικό, δηλαδή αναστάσιμο»:
Η επανεύρεση του λυρικού αιτήματος μέσα από την πρόσληψη της παραδομένης ποιητικής μας παρακαταθήκης ως ενιαίου συνόλου μπορεί να λειτουργήσει με τον πιο ανατρεπτικό και επαναστατικό –δηλαδή αναστάσιμο‒ τρόπο: να μας δώσει την ευκαιρία για την επανεύρεση της ενότητας των πάντων. Γιατί αυτό είναι η ποίηση: ο εγκεντρισμός του αχρόνου και του υπερβατικού μέσα στον κύκλο του αίματος, της φθοράς, της ιστορίας.[6]

Επομένως, θεωρούμε ότι το «Θέριστρον» είναι ένα από τα ποιητικά βιβλία του καιρού μας με τα οποία δίνεται μια απάντηση στις ανησυχίες όσων θεωρούν ότι η ποίηση είναι καταδικασμένη σε μαρασμό και περαιτέρω περιθωριοποίηση. Αντίθετα, με βιβλία όπως το Θέριστρον, τεκμηριώνεται ότι η ποίηση έχει τη δυνατότητα να αντιστέκεται, να λειτουργεί επαναστατικά και να προτείνει το όραμα ενός καλύτερου κόσμου. Βέβαια, για να επιτελέσει τον μεγαλεπήβολο αυτό σκοπό, πρέπει να «συναντήσει» το ευρύ αναγνωστικό κοινό, αρκεί η ίδια να ανακαινισθεί, να «μιλήσει απλά» και ταυτόχρονα με γνώση, «με τέχνη και με τρόπο», αφενός αξιοποιώντας τον πλούτο της ποιητικής παράδοσης και αφετέρου αναζητώντας αέναα νέους τρόπους και νέες μορφές, δεδομένου ότι η αναζήτηση αυτή είναι απαραίτητη για την ανανέωση και την εξέλιξη οποιασδήποτε τέχνης και ειδικά της ποίησης.
 

[1]Νάσος Βαγενάς, «Η επαναμάγευση του ποιητικού λόγου», Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008. https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/i-epanamageysi-toy-poiitikoy-logoy/. Πρόσβαση: 23/12/19 (το ίδιο και για τη δικτυογραφία στην οποία παραπέμπουμε, στη συνέχεια).

[2]Βλ. ενδεικτικά όσα έχουν καταγραφεί στη Βιβλιογραφική Βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ

[3]Εντός παρενθέσεων παραπέμπουμε στο εν λόγω ποιητικό βιβλίο: Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Θέριστρον», Αθήνα, Κέδρος, 2018.

[4] «Δημήτρης Κοσμόπουλος: Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη».

[5] Ό.π.

[6] Ό.π.

* Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας – Ποιητής
  Λεωνίδας Γαλάζης   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...