To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Σαν το νερό που κυλάει...
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΓΝΩΜΕΣ • Σαν το νερό που κυλάει...
  17 Φεβρουαρίου 2020, 7:27 πμ  
Υπάρχουν νήματα μυστικά και αόρατα –και γι’ αυτό γερά και ακατάλυτα– που μας δένουν κάποιες φορές, αναπάντεχα, με ανθρώπους, τόπους, μυρωδιές, γεύσεις, εικόνες ή μουσικές. Και, για όσους διαβάζουμε, με συγγραφείς και βιβλία. Μια τέτοια περίπτωση είναι για μένα η συγγραφέας στην οποία είναι αφιερωμένη σήμερα η στήλη.
 
Στις εκλογές του 1981 δούλευα στο (αθηναϊκό) Ποντίκι. Η πολιτική πόλωση είχε φτάσει στο ζενίθ. Και για όσους δεν υποστηρίζαμε κανένα από τα δύο κόμματα-μονομάχους για την εξουσία, το κλίμα ήταν ασφυκτικό. Τα μεσημέρια, όταν κόπαζε η δουλειά, συχνά είχα τον χρόνο να διαβάσω μερικές σελίδες. Υπό αυτές τις συνθήκες διάβασα τότε τη Χαμένη Άνοιξη του Στρατή Τσίρκα. Την είχα αγοράσει πριν από χρόνια, αλλά, γοητευμένη από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», ένιωθα να με απωθεί ο ζόφος των ταραγμένων ημερών του 1965, που οδήγησαν στη Χούντα των συνταγματαρχών και στα δεινά που όλοι γνωρίζουμε... Αλλά τότε είχε φτάσει η ώρα της! Το εξομολογήθηκα ένα μεσημέρι σε έναν από τους συντάκτες του Ποντικιού, τον πιο λόγιο από τους συνιδρυτές του, τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο. Κι από κουβέντα σε κουβέντα, φτάσαμε σε μια άλλη «οφειλή» μου: τη Μαργαρίτα Γιουρσενάρ. Η γεννημένη στο Βέλγιο και μεγαλωμένη στη Γαλλία συγγραφέας, που όμως ζούσε από το 1939 στις ΗΠΑ, είχε μόλις πριν από μερικούς μήνες απασχολήσει τον Τύπο, καθώς ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε αλώσει το άβατο της Γαλλικής Ακαδημίας, σπάζοντας μια παράδοση 345 χρόνων, που ήθελε άντρες τους εκάστοτε σαράντα «αθανάτους» της. Μέχρι και ανέκδοτα είχαν κυκλοφορήσει τότε στη Γαλλία σχετικά με την εκλογή της στην Ακαδημία, με πιο γνωστό εκείνο για την... αλλαγή των πινακίδων στις τουαλέτες: «Monsieurs», στη μια πόρτα, «Marguerite Yourcenar», στην άλλη!
 
Είχα ήδη διαβάσει στα γαλλικά μερικά διηγήματά της, αλλά όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά το πιο γνωστό βιβλίο της, το Αδριανού Απομνημονεύματα, μεταφρασμένο από την εκδότριά της στην Ελλάδα, την Ιωάννα Χατζηνικολή, αν και το αγόρασα αμέσως, μου ήταν αδύνατο να το διαβάσω. Αυτό εξομολογήθηκα εκείνη τη μέρα στον Κωνσταντίνο, κι αυτός γέλασε: «Μην πιέζεσαι να το διαβάσεις», με συμβούλεψε. «Η Γιουρσενάρ είναι καράβι. Κάποια μέρα θα σε πάρει μαζί της και θα σε ταξιδέψει...» Τον άκουσα, αλλά δεν εγκατέλειψα τελείως την προσπάθεια. Και μου έγινε συνήθεια, όποτε ξεκινούσα για διακοπές, να παίρνω μαζί μου τον Αδριανό. Κι ας τον επέστρεφα αδιάβαστο κάθε φορά. Τελικά, έπρεπε να περάσουν δυο-τρία χρόνια ακόμα, αλλά έτσι έγινε. Πάνω σε ένα καράβι για τις Κυκλάδες, στο κατάστρωμα, άνοιξα για άλλη μια φορά τον Αδριανό. Αλλά εκείνη ήταν, επιτέλους, η σωστή ώρα! Από τότε πέρασα καιρό ταξιδεύοντας μαζί της και απολαμβάνοντας τη γραφή της, που ήταν «μεγαλόπρεπη σαν καθεδρικός ναός και λεπτοδουλεμένη σαν αραβούργημα», όπως έχει γραφτεί.
 
Και τι δεν έζησα σ’ αυτά τα ταξίδια... Από τις περιπλανήσεις του Ζήνωνα, του καλόγερου-διανοούμενου από την Μπρυζ, στην Ευρώπη του 16ου αιώνα (Άβυσσος) ως τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση του ταραγμένου 20ού αιώνα (Χαριστική βολή) και τον απαγορευμένο έρωτα δύο αδελφών στη Νάπολη της Αναγέννησης (Anna, soror...).
 
Και από τη θυελλώδη αυγή του 7ου αιώνα στις χώρες του Βορρά, όπου ένας σχεδόν νεοσύστατος ακόμη χριστιανισμός, φερμένος από την Ανατολή μέσω της Ιταλίας, παλεύει εκεί ενάντια σε έναν πανάρχαιο παγανισμό, γλιστρώντας όπως η φωτιά μέσα σε γέρικο δάσος κατάσπαρτο με ξερά δέντρα (Η σμίλη του χρόνου) ως την Ιαπωνία του 20ού αιώνα, μια συγκεκριμένη μέρα, την 24η Νοεμβρίου 1970, για να παραστούμε, απορημένοι και ακάλεστοι παρατηρητές από τη Δύση, στην τελετουργική αυτοκτονία του Γιούκιο Μισίμα, του σπουδαίου συγγραφέα με την παγκόσμια αναγνώριση, που έμεινε θανάσιμα ασυμφιλίωτος με το παρόν της χώρας του (Μισίμα ή το Όραμα του κενού).

Αλλά τα βιβλία της που πιο πολύ λάτρεψα ήταν τρία, σχετικά ολιγοσέλιδα, νεανικά της έργα: ΑλέξηςΣυγγραφή του μάταιου αγώνα) του 1929, Φωτιές (1936) και Διηγήματα της Ανατολής (1938). Στο τελευταίο από αυτά υπάρχει η ιστορία ενός γέρου ζωγράφου, του Βανγκ-Φο, που καταδικάζεται σε θάνατο από τον Κινέζο αυτοκράτορα, γιατί ο κόσμος δεν είναι τόσο όμορφος όσο τον ζωγραφίζει εκείνος. Όμως, όταν ο επίδοξος δήμιός του τον διατάζει να ζωγραφίσει ένα τελευταίο έργο, εκείνος φτιάχνει ένα καράβι. Κι αμέσως επιβιβάζεται στο πλεούμενο και δραπετεύει από τον θάνατο... Δεν θυμάμαι πια πού είχα διαβάσει ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της Γιουρσενάρ: ότι καταφέρνει η τέχνη της να γίνεται πραγματικότητα και η ίδια η πραγματικότητα να μεταμορφώνεται από την τέχνη της.
 
Δεν μπορώ να κλείσω αυτό το σημείωμα χωρίς να αναφέρω την ιδιαίτερη σχέση της Γιουρσενάρ με την Ελλάδα. Λίγοι γνωρίζουν ότι εκείνη ήταν που πρώτη έκανε γνωστό τον Καβάφη στο γαλλόφωνο κοινό ήδη από το 1939, αφού, εκτός από τη μετάφραση των ποιημάτων του μεγάλου Αλεξανδρινού (σε συνεργασία με τον Κ.Θ. Δημαρά), έγραψε και ένα δοκίμιο γι’ αυτόν (Κριτική παρουσίαση του Κ. Καβάφη), το οποίο μετέφρασε στα ελληνικά ο Γιώργος Σαββίδης. Επιπλέον, το 1935, είχε κάνει ένα μεγάλο ταξίδι με τον Ανδρέα Εμπειρίκο στη Μαύρη Θάλασσα (και λέγεται ότι στη διάρκεια εκείνου ακριβώς του ταξιδιού γράφτηκαν οι Φωτιές).
 
ΥΓ: Παραβιάζω σε έναν βαθμό την πάγια αρχή μου να προτείνω βιβλία που βρίσκονται σε κυκλοφορία. Δυστυχώς, από τις εκδόσεις Βασδέκη, στις οποίες η Χατζηνικολή είχε παραχωρήσει πριν από τον θάνατό της όλα τα δικαιώματα των εκδόσεών της, με πληροφόρησαν ότι δεν προτίθενται να επανεκδώσουν τους εξαντλημένους τίτλους της Γιουρσενάρ. Έτσι, από αυτά που ανέφερα, κυκλοφορούν μόνο δύο: Αδριανού Απομνημονεύματα και Φωτιές. Ένα διήγημα από τη συλλογή Διηγήματα της Ανατολής, «Ο τελευταίος έρωτας του πρίγκιπα Ζένγκι», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπιλιέτο, ενώ ένα άλλο, «Η Παναγιά η Χελιδονού», έχει εκδοθεί από την Comicdom Press σε μορφή κόμικ (εικονογράφηση Γιώργος Τσιαμάντας). Για όσους διαβάζουν αγγλικά, όμως, υπάρχουν οι εξαιρετικές μεταφράσεις της Αμερικανίδας Grace Frick, της επί τέσσερις δεκαετίες συντρόφου και μεταφράστριας της Γιουρσενάρ.
 
Φωτογραφία: Παραμονές του πολέμου στην Ευρώπη, η Γιουρσενάρ πείθεται από την Αμερικανίδα σύντροφό της να καταφύγουν στις ΗΠΑ. Έτσι εγκαθίστανται σε ένα παλιό ξύλινο σπίτι, στο νησί Mount Desert, για το υπόλοιπο του βίου τους. Η Γκρέις πεθαίνει εκεί το 1979 και η Μαργαρίτα την ακολουθεί οκτώ χρόνια αργότερα (17 Δεκεμβρίου 1987).
 
  Πόπη Μουπαγιατζή   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...