To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Οξεία πνευμονία
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΓΝΩΜΕΣ • Οξεία πνευμονία
  23 Φεβρουαρίου 2020, 4:00 μμ  
Ξημερώματα στο Γενικό Νοσοκομείο. Εκεί όπου μπορούν να συμβούν τα πάντα.
 
Με ξύπνησε άρον άρον η μαμά: «Ο μπαμπάς σου δεν είναι καλά, δεν μπορεί να αναπνεύσει». Τον πλησιάζω στο κρεβάτι: «Τι έχεις;». «Πάρε τις Πρώτες Βοήθειες. Θα πεθάνω!». «Τον προηγούμενο μήνα δεν πήγαμε πάλι εκεί; Αφού επικοινωνείς!». «Πάρε τηλέφωνο την άμπουλανς σου λέω!». 

Τέσσερις το πρωί, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Με σταματάνε στην κλειστή πόρτα που ανοίγει μόνο από άτομο της ασφάλειας και μου λένε να περιμένω απέξω «όπως όλοι, κύριέ μου». «Να σας δώσω κάποια πράγματα να τα πάτε τότε εσείς στον συγγενή μου που είναι μέσα, αφού το πάμε διαδικαστικά;». Ποιος είναι, τι είναι, πού βρίσκεται – ταλαιπωρία μπροστά από τους δυστυχείς παραταγμένους: ο αυστηρός κύριος μού είπε να μην καθίσω πολύ εκεί γιατί «τόσος κόσμος, βλέπετε τι γίνεται». Συμφώνησα. Τον μπαμπά τον είχαν δίπλα από έναν εικοσάρη που είχε μόλις τραυματιστεί σοβαρά με τη μηχανή του – γύρω του μια οικογένεια σε αβέβαιες αντιδράσεις και αγωνία: λίγος θυμός, λίγα νεύρα, λίγες συγκινήσεις. Σχεδόν τράβαγαν τον γιατρό απ’ το μανίκι: «Θα χρειαστεί εγχείρηση;». Η μάνα του, ατημέλητη και ψάχνοντας «ένα χαρτί» στην τσάντα, έκλαιγε μήπως συμβεί το σοβαρότερο, η αδελφή του στα στρογγυλά μυωπικά της γυαλιά έλεγε κάτι σαν «τα ‘ξερα εγώ», εκείνος ανέκφραστος κοιτούσε το βάθος του διαδρόμου σα να ‘θελε να τελειώσει μια και καλή όλη αυτή η τρομακτική διαδικασία από την προϊσταμένη που μέτραγε τις ενέσεις πίσω από τον πάγκο της στο κέντρο του θαλάμου και τις πίεζε για να πετάξουν λίγο φάρμακο – καθημερινότητα, όπως για το ταλαιπωρημένο αγόρι που γλίτωσε στο τσακ, οι βόλτες στο χωριό χωρίς κράνος. «Τι να κάνουμε κι εμείς; Δεν είμαστε θεοί!», της είπε η νοσοκόμα και της χάιδεψε στοργικά λιγάκι τους ώμους σαν να το ‘κανε στη δική της μάνα. Τράβηξα το κινητό απ’ την τσέπη για να σημειώσω τις λέξεις της –«Αστέρω», συγκράτησα το όνομά της– γιατί μού φάνηκε ολόλευκη φωταψία μπροστά σ’ όλο αυτό το σκυθρωπά μαύρο γύρω γύρω. «Όχι κινητά, εδώ!». Άφησα την αθλητική τσάντα με τις πιτζάμες, τις παντόφλες και τα φανελάκια στο πάτωμα μέχρι να τελειώσει το καρδιογράφημα και βγήκα στην είσοδο «για την εγγραφή του ασθενούς». 

Κάθισα στο παράθυρο. Μπροστά, στους χαραγμένους από συνθήματα πάγκους, δυο γυναίκες κρατάνε την Αγία Γραφή και εξηγούν σε άλλες δύο κανόνες της Σαρακοστής: «Περιμένουμε κι εμείς να δούμε τι θα μας πουν οι γιατροί. Κρεμόμαστε απ’ αυτούς. Τι να κάνουμε;» – λαϊκές γυναίκες, γυναίκες που κοιτάνε με υγρά από το γήρας μάτια σαν τρομαγμένες: «Είναι η ώρα μου; Δεν είναι η ώρα μου;». Κάθε φορά που βγαίνει κάποιος γιατρός κρατώντας καρτελάκια στα χέρια, η λευκή του μπλούζα φαντάζει σαν αγγελτήριο ή σαν συνειδητοποίηση της πραγματικότητας – σαν απόφθεγμα των τελευταίων καλοκαιριών που τους απέμειναν και σήμαιναν περίπου αυτό: Καλό είναι να μην εξαρτάσαι από άλλους, να δημιουργείς τις συνθήκες γι’ αυτό, γιατί αν συμβαίνει σε περιπτώσεις το αντίθετο, τίποτα δεν θα σε γλιτώσει από την έκθεση στην πιο εύθραυστή σου ώρα – η δυναμική της δυστυχίας δεν αστειεύεται. 

«Έχεις τσιγάρο;», με ρωτάει, καθώς κρυφακούω τις σκέψεις τους, ένας λοκατζής που μόλις κατέβηκε από το στρατιωτικό τζιπ με τον άρρωστό του παραμάσχαλα, καθώς κάποιος άλλος παρκάρει απέξω. «Τσιγάρο εδώ;». «Άσε!». Είπε στον οδηγό να κλείσει το ραδιόφωνο που ακουγόταν στη διαπασών μέχρι το βάθος – επέτειος από το δυστύχημα του Παντελίδη και κάποιος σταθμός έπαιζε «φίδι είσαι / δεν θ’ αλλάξεις» σ’ ένα ιδιότυπο έξω καρδιά μνημόσυνο για τον μακαρίτη. Τον ξανακοίταξα, είδα κι εκείνο το «ο τολμών νικά» που φέγγιζε κάτω από τη λάμπα και με πήγε πίσω στη μνήμη. Κάποτε, θυμάμαι, από τις στερήσεις εξόδου, στη δική μου θητεία στην Πράσινη Γραμμή, «οργανώναμε» περίπου μικρές εγχειρήσεις για ανάσες ελευθερίας – τότε είχα κόψει το νύχι του μεγάλου μου ποδιού για δέκα μέρες αναρρωτική και ακόμη μου το θυμίζει η πληγή. Το αφηγούμαι στον φαντάρο δίπλα μου. Γελώντας –  σαν να λαχταρούσα μια άλλη εικόνα –πιο χρωματιστή– από την υπάρχουσα. «Τέτοιος είναι κι ο δικός σας;». «Απόπειρα μάλλον». «Τόσο νέο παιδί;». «Προβλήματα». «Δεκαεννιά χρονών;». «Είκοσι». «Πώς;». «Κάτι χάπια». Κοιτάω ξανά τον ηλεκτρονικό πίνακα και τη μηχανή από όπου βγαίνουν τα νούμερα προτεραιότητας. Η πραγματικότητα γύρω ξαναβάζει σε τάξη τις μικρές και μεγάλες κολάσεις του κόσμου – πόσο ανόητοι είμαστε, πόσος χρόνος πάει χαμένος! 

Όταν ξαναπήγα στον μπαμπά αισθανόταν πια περίφημα – είναι και θέμα ψυχολογίας μάλλον, αυτό το φρικιό του μέσα κόσμου που κάνει καλύτερη δουλειά κι από τις πιο πετυχημένες διαγνώσεις. Του φόρεσα τις καθαρές του κάλτσες και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Κλείσαμε την κουρτίνα και τον έντυσα. «Τον σταυρό σου να κάνεις», του είπα. «Αν δεις γύρω σου πόσοι νέοι άνθρωποι…». Βγήκαμε με βήμα ασταθές, ακούμπησε στα χέρια μου και περιμέναμε το ταξί. Σαν επαναφορτισμένος πια στην πηγμένη από συνωστισμένους της ελπίδας στιγμή, κοίταξα προς το Mall απέναντι που μόλις έκλεινε τα βραδινά του φώτα – αυτή η γειτνίαση έχει, πράγματι, κάτι από τη ζωή: όσο και να κρατάς την ανάσα σου μην σου φύγει μέσα απ’ τα χέρια η χαρά, πάντοτε κάτι θα ξεγλιστράει που μπορεί να τα αλλάξει όλα. 
 
xatzigeorgiou@yahoo.com

Φιλελεύθερα, 23/2/2020.
  Γιάννης Χατζηγεωργίου      Γ. Χατζηγεωργίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...