To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Οδοιπορικό στην παλαιά Αμμόχωστο με την Άννα Μαραγκού
ΑΡΧΙΚΗSTAYING INΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • Οδοιπορικό στην παλαιά Αμμόχωστο με την Άννα Μαραγκού
Τελευταία Ενημέρωση: 06 Δεκεμβρίου 2019, 3:13 μμ
Η Αμμόχωστος ήταν πάντα το κλειδί και η καρδιά της Κύπρου. Κι ίσως και σήμερα η υπόθεσή της να αποτελεί το κλειδί που θα λύσει τον μεγάλο πολιτικό γρίφο που αλυσοδένει το παρόν και το μέλλον του νησιού και θα ξεκλειδώσει την πληγωμένη του καρδιά. Θα ήταν χρήσιμο λοιπόν να την καταλάβουμε. Και δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος γι’ αυτό από το να την περπατήσουμε.
 
Για την Άννα Μαραγκού δεν πρόκειται για μια τουριστική περιήγηση. Ούτε καν για ένα προσκύνημα σ’ έναν τόπο φορτισμένο με την ιερότητα της μνήμης. Είναι πολύ περισσότερο μια θεραπευτική διεργασία, μια μέθοδος αποκατάστασης. Μια διαδικασία επικύρωσης της προφανούς διαπίστωσης ότι αυτό το νησί μόνο ενωμένο έχει νόημα και λόγο ύπαρξης. Αυτός είναι ο γενικότερος στόχος των περιηγήσεων του «Historic Cyprus», αλλά στην περίπτωση της Αμμοχώστου βρίσκει την πιο πανηγυρική του επιβεβαίωση. Η διαδικασία είναι απλή όσο και συναρπαστική: μιλώντας και περπατώντας.
Έξω από τα τείχη της Αμμοχώστου.
 
 
Ούτε και η ίδια δεν περίμενε την τεράστια απήχηση που έχουν οι επισκέψεις αυτές, ειδικότερα στα κατεχόμενα, και προκειμένου να ανταποκριθεί στην τεράστια ζήτηση αναγκάστηκε να υπερβεί το όριο που για καθαρά λειτουργικούς λόγους η ίδια έθεσε στον αριθμό των συμμετεχόντων. Έτσι ένα σχεδόν γεμάτο λεωφορείο με περίπου 50 ψυχές ξεκίνησε από τη Μακεδονίτισσα για ένα άβολο όσο και καθηλωτικό ταξίδι στην ιστορία.
 
Στη διαδρομή, κάθε άλλο παρά μπορείς να παραλείψεις τη σκληρή πραγματικότητα της διαίρεσης, τα τοξικά τετελεσμένα της κατοχής. Αντίθετα, η σκιά της ανωμαλίας πέφτει βαριά πάνω στην όλη εμπειρία και φορτίζει την επίσκεψη μ΄ένα επιτακτικό αίσθημα δικαίωσης.
Ματιά έξω από τα τείχη πάνω από τον προμαχώνα Ραβελίν.
 
 
Κατά τη διαδρομή, καθώς η φωνή της Άννας Μαραγκού αφηγείται μέσα από τη σκοπιά της αρχαιολόγου και της ιστορικού τέχνης μια ιστορία δεκάδων αιώνων, το μυαλό μπαίνει αβίαστα σε μια χρονοκάψουλα που ξεκινά από την εποχή του Χαλκού στην Κύπρο και φτάνει μέχρι την εποχή μας. «Η Αμμόχωστος είναι σχήμα οξύμωρο γιατί πριν τον 10ο αιώνα μ.Χ. δεν υπάρχει αλλά δεν προέκυψε και στην Ιστορία ξαφνικά» ακούς τη φωνή να λέει. Μάς εξηγεί ότι είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς από αναγκαστικές μετατοπίσεις πληθυσμών, εξαιτίας είτε φυσικών είτε ανθρώπινων καταστροφών.
 
Είναι αυτό που o Γάλλος ιστορικός Φερνάν Μπρωντέλ αποκαλούσε «η μακράς διαρκείας ιστορία». Αυτή δηλαδή που εξετάζεται όχι με βάση τα γεγονότα αλλά σε παρατεταμένες χρονικές περιόδους και στη βάση ιστορικών τάσεων και μοτίβων. Αποτελεί το τέλειο παράδειγμα.
 
Η αφήγηση ξεκινά από την εποχή που η περιοχή αποτελούσε το πρώτο λιμάνι εξαγωγής του χαλκού, το μετάλλευμα που συνέδεσε το όνομά του με την Κύπρο και έβαλε το νησί στον χάρτη κατά την αρχαιότητα και αποτελούσε στοιχείο αναφοράς μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια. Το πρώτο λιμάνι είναι στην περιοχή της Καλοψίδας, εκεί είναι που καταλήγουν οι κοίτες του Πεδιαίου και του Γιαλιά.
 
Κάποια στιγμή το λιμάνι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο πληθυσμός μετακινείται βορειότερα και εγκαθίσταται στην Έγκωμη. «Είναι η πόλη που έχει πολεοδομικό σχέδιο, τον 12ό αιώνα π.Χ., με μια κύρια αρτηρία και κάθετους δρόμους κι αν κάποιος σας πει ότι μόνο η Νέα Υόρκη είναι έτσι σχεδιασμένη να του δώσετε χαιρετίσματα» ακούγεται η φωνή από το μεγάφωνο του λεωφορείου.
 
Η Άννα Μαραγκού συνεχίζει την αφήγηση και μιλά για την καταστροφή της πόλης που μετακίνησε τον πληθυσμό λίγο ανατολικότερα για να ιδρύσει τον 11ο αιώνα τη Σαλαμίνα, «το αρχαιότερό μας βασίλειο με τη μεγαλύτερη διάρκεια αφού διαρκεί μέχρι την εποχή των Πτολεμαίων». Αργότερα, η μετακίνηση γίνεται προς τον νότο και προκύπτει η Αρσινόη και η Κωνσταντία προς τιμήν του αυτοκράτορα Κωνστάντιου.
 
Οι αραβικές επιδρομές του 7ου αιώνα οδηγούν σε νέες μετοικήσεις κι εκεί περίπου αρχίζουν οι πρώτες ενδείξεις της μεσαιωνικής Αμμοχώστου, χειροπιαστά ίχνη της οποίας είδαμε από κοντά, τεκμήρια μιας εποχής κατά την οποία η πόλη έφτασε να θεωρείται η πλουσιότερα των πόλεων. Μάλιστα, ο Γερμανός κληρικός και περιηγητής Λουδόλφος απο το Σουντχάιμ της Βεστφαλίας έγραφε το 1340 «δεν τολμώ να μιλήσω για τα πλούτη τους» περιγράφοντας ένα κοσμοπολίτικο λιμάνι που χαρακτηρίστηκε «νέα Ιερουσαλήμ» και δέχτηκε τον εμπορικό κόσμο της Ευρώπης που έφυγε κατατρεγμένος από τον τρομερό Κούρδο Σαλαντίν.
 
Ο χρυσός μεσαίωνας
Πάνω στις πέτρες του τείχους διακρίνονται τα λογότυπα των εργαστηρίων που τις λάξευσαν.

Η παλαιά Αμμόχωστος είναι ένα ζωντανό μουσείο ολόκληρη. Σε κάθε βήμα ακούς κλαγγές όπλων και πολεμικές ιαχές κι σχεδόν ακούς φωνές πραματευτών και εργατών σε μια εποχή που αποτελούσε το πιο σημαντικό λιμάνι της Μεσογείου κι ένωνε τη Δύση με την Ανατολή, εκεί όπου οι δρόμοι του μεταξιού συναντούσαν τους δρόμους του πιπεριού, όπου οι προσκυνητές και έμποροι συναντούσαν βασιλείς, ιππότες και σταυροφόρους. Έλληνες, Γάλλοι, Αρμένιοι, Γενοβέζοι, Ενετοί, Εβραίοι, Συριανοί, Καταλανοί και Πιζάνοι, Τούρκοι και Άραβες έμποροι όλων των εθνών ζούσαν και δούλευαν, ο καθείς στη δική του συνοικία με τη θρησκεία, τα έθιμα και τις παραδόσεις του.
 
Καθοριστική για την πορεία της πόλης αποδείχτηκε η Γ’ Σταυροφορία, κατά τη διάρκεια της οποίας η Κύπρος πέρασε στα χέρια του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου ο οποίος την πούλησε αρχικά στους Ναΐτες και στη συνέχεια στον Γουίδο τον Λουζινιανό το 1192, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη της φραγκοκρατίας. Είναι η εποχή που η Κύπρος εισέρχεται στη μεσαιωνική της ιστορία, την οποία ποτέ δεν μελετήσαμε σοβαρά, γιατί δεν ήταν ελληνική ή ορθόδοξη. Η ιστορία της μάς έχει δοθεί από τους Γάλλους.
 
Όπως επισημαίνει η Άννα Μαραγκού βιβλίο- προσκέφαλο αρχαιολόγων και ιστορικών είναι ένα και μοναδικό, ανήκει σε Γάλλο κι έχει εκδοθεί το 1896. «Ποτέ δεν μεριμνήσαμε να το μεταφράσουμε στα ελληνικά, να ασχοληθούμε με την περίοδο αυτή. Η παλιά γενιά μάθαινε μια ιστορία που πηδούσε ξαφνικά από το Βυζάντιο στους Βαλκανικούς πολέμους».
 
Οι φράγκοι λοιπόν επιβάλουν τη φεουδαρχία και η πλειοψηφία του λαού ήταν πάροικοι ή φραγκομάτοι. Η οικονομική ευρωστία της τάξης των ευγενών μετέτρεψε την πόλη στο ανοιχτό μουσείο που είναι σήμερα. Στους πρώτους χρόνους του 13ου αιώνα αρχίζει να χτίζεται το περίφημο τείχος που κάνει την πόλη σχεδόν απόρθητη, δημιουργείται το λιμάνι με τις δύο λεκάνες και χτίζονται απείρου κάλλους ναοί γοτθικής αισθητικής.
 
Πλήθος ανθρώπων δουλεύουν στον βασιλικό ναύσταθμο και στο καρνάγιο, με τους ορθόδοξους ρωμιούς να είναι κυρίως καραβομαραγκοί και καλαφάτες, ενώ υπάρχουν ακόμη Εβραίοι, Κόπτες, Σύριοι, Αιγύπτιοι, Αιθίοπες, Άραβες και Φράγκοι. Αργότερα, το 1373 η πόλη περνά υπό την επικυριαρχία των Γενουατών που δεν άφησε κανένα πολιτιστικό αγαθό και το 1426 γίνεται φόρου υποτελής στους μαμελούκους με τη λουζινιανή περίοδο να κλείνει το 1489 όταν η τελευταία βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο εκθρονίστηκε παραδίδοντας τη διοίκηση στη Γαληνοτάτη Βενετική Δημοκρατία. Κατά την Ενετοκρατία έγιναν τα ενισχυτικά οχυρωματικά έργα για τη θωράκιση της πόλης απέναντι στους Οθωμανούς.
 
Έντεκα μήνες. Τόσο άντεξε η Αμμόχωστος στη λυσσαλέα πολιορκία από ξηράς και θαλάσσης του πολυάριθμου στρατού του Λαλά Μουσταφά. Μετά την υπό όρους παράδοση και τον μαρτυρικό θάνατο του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου, οι κάτοικοι σύντομα εγκαταλείπουν την πόλη και πηγαίνουν στα περίχωρα δημιουργώντας το σημερινό Βαρώσι, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το 1974. Η οθωμανική περίοδος ολοκληρώνεται το 1878 και ακολουθεί η αγγλοκρατία κατά την οποία, μέσα σε όλα τα κακά, έγινε μια προσπάθεια ανάδειξης του μεσαιωνικού πλούτου.

Η περιδιάβαση
Ο Άγιος Γεώργιος των Λατίνων.


Από τον Προμαχώνα Ραβελίν διακρίνεται ολόκληρη η πόλη και ανάλογα με τα εκκλησιαστικά μνημεία διακρίνονται και οι τομείς της. Ο Καμίγ Ανλάρ κατέγραψε συνολικά 27 εκκλησίες κι όχι 365 –μία για κάθε μέρα- όπως αναφέρει ο σχετικός θρύλος. Κατά την περιδιάβασή μας βλέπουμε τις προσπάθειες της Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά να περισώσει τα μνημεία από τη φθορά και την καταστροφή.

Κατά μήκος του τείχους προς τα ανατολικά συναντάμε πρώτα τη λειτουργήσιμη πρώην νεστοριανή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Εξορινού και πίσω του την προσφάτως αποκατεστημένη εκκλησία της Αγίας Άννας, σημείο αναφοράς των Μαρωνιτών.

Ο Άγιος Γεώργιος Εξορινός.

Λίγο παρακάτω κοντά στον υπό συντήρηση, στρατηγικά και αισθητικά έξοχο, Προμαχώνα Μαρτινέγκο βρίσκεται η εκκλησία των Καρμελιτών μέσα στην οποία βρίσκεται ο τάφος του αρχηγού τους, Πέτρου Θωμά, εκπροσώπου του πάπα. Σύμφωνα με την Άννα Μαραγκού, είναι δεδομένη η καταπίεση που βίωσε η ορθόδοξη εκκλησία από την καθολική, εντούτοις ο συγκεκριμένος ναός, κτίσμα του 14ου αιώνα, περιλαμβάνει στο ιερό τοιχογραφίες του Αποστόλου Βαρνάβα, του Αγίου Νικολάου, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και της Αγίας Αικατερίνης. Η αναφορά στην ορθόδοξη παράδοση μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη καλής θελήσεως. Ακριβώς από πίσω βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Μαρίας των Αρμενίων.

Η εκκλησία των Καρμελιτών.
Η Αγία Μαρία των Αρμενίων με φόντο το Μαρτινέγκο.

Στη διαδρομή προς το Κάστρο του Οθέλλου, συναντάμε το Χαμάμ Κερτικλί με τους έξι θόλους και τον Άγιο Γεώργιο των Λατίνων σε πολύ άσχημη κατάσταση, χωρίς οροφή και με τα κλειδιά του σταυροθολίου πεσμένα μέσα στα ερείπια. Είναι η εκκλησία που επιβλέπει το λιμάνι και σύμφωνα με τον Ανλάρ «δεν έχει παρελθόν, ούτε παρόν, αλλά ούτε και μέλλον».

Το χαμάμ Κερτικλί.

Σκοπός του Φραγκικού Κάστρου είναι η προστασία του λιμανιού προς το οποίο υπάρχουν μυστικά υπόγεια περάσματα. Αργότερα, οι Ενετοί εγκιβώτισαν τα κτήρια και τους στρατώνες κι έφτιαξαν τριγύρω μια τάφρο. Εργασίες συντήρησης έχουν πραγματοποιηθεί από την Επιτροπή για το κάστρο που πήρε το όνομά του από μια αναφορά του Σαίξπηρ σε «λιμάνι της Κύπρου» στο ομώνυμο θεατρικό του έργο. Ο χώρος διορθώθηκε με ενέργειες της Επιτροπής, αλλά το εσωτερικό του αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα διάβρωσης.

Τα περιστέρια επιδεινώνουν το σοβαρό πρόβλημα διάβρωσης στο Κάστρο του Οθέλλου. 

Ο Άγιος Νικόλαος, ο εντυπωσιακότερος ναός της παλαιάς Αμμοχώστου, δεν υπήρξε ποτέ ορθόδοξη εκκλησία. Αφιερώθηκε στον Άγιο Νικολαο από την ομώνυμη εικόνα που έφερε μαζί του ο Πέτρος ο Α’ από τη θριαμβευτική εκστρατεία στα Μύρα. Από το 1290 και ως το 1373 γινόταν σε αυτόν η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ, αφού πρώτα είχαν στεφθεί ως βασιλείς της Κύπρου στον καθεδρικό της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία. Μετατρέποντάς το σε τέμενος, οι οθωμανοί αντικατέστησαν για θρησκευτικούς λόγους τα βιτρό που απεικόνιζαν ανθρωπόμορφες φιγούρες με γεωμετρικά σχήματα από πέτρα που παραπέμπουν σαφώς στο λευκαρίτικο, προσθέτοντας επίσης μιναρέδες και μιχράμπ.

Ο ναός του Αγίου Νικολάου (νυν τέμενος Λαλά Μουσταφά) από κοντά.
Το εσωτερικό του ναού. 


Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων είναι ο μεγαλύτερος ορθόδοξος ναός της εποχής της φραγκοκρατίας. Είναι σε άσχημη κατάσταση, σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένος εδώ και αιώνες με ελάχιστες λεπτομέρειες από τις τοιχογραφίες να διασώζονται. Σε αντιστοιχία με τις ορθόδοξες «πινελιές» στην εκκλησία των Καρμελιτών υπάρχουν οι τοιγραφίες δύο παπών, γεγονός που μαρτυρά μια μακρινή εποχή που για ένα διάστημα υπήρχε μια προσπάθεια για συμβίωση και ανεκτικότητα.

Λεπτομέρειες από τοιχογραφίες εξακολουθούν να διακρίνονται στον μισογκρεμισμένο Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων.
 

Στον Μεσαίωνα τα πράγματα ήταν κάπως πιο... απλά. Υπήρχαν κατακτητές και κατακτημένοι. Έκανες μια επιδρομή με τους ομόφυλούς σου, άρπαζες με πόλεμο μια περιοχή και ήταν δική σου. Μέχρι να σου την αρπάξει κάποιος άλλος. Τίμια πράγματα. Καθαρά. Σήμερα τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα. Αλλά δεν είναι καθόλου άσχετα με τις ιστορίες για ιππότες και πειρατές, για κάστρα και πολιορκητές, βασιλιάδες και εμπόρους, ευγενείς και δουλοπάροικους, όπως ξεπηδούν από κάθε γωνιά της εντός των τειχών πόλης.  

Φιλgood, τεύχος 249

  Γιώργος Σαββινίδης      Γ. Σαββινίδης   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...