To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
«Ειρωνεία και χαρά» μοιράζει η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • «Ειρωνεία και χαρά» μοιράζει η Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου
  12 Φεβρουαρίου 2020, 12:44 μμ  

Η Συμφωνική Ορχήστρα παρουσιάζει τη σειρά συναυλιών «Ειρωνεία και Χαρά», που δίνονται σε Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο από τις 26 Φεβρουαρίου, στο πλαίσιο του Κύκλου Μπετόβεν. 

Το αφιέρωμα της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου στην απαράμιλλη μεγαλοφυία του Γερμανού μουσουργού συνεχίζεται με τη «Συμφωνία αρ. 8», ένα αριστούργημα που περιέχει περάσματα που θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ως μουσικά ανέκδοτα. Αυτή η κωμική οπτική γωνία – ειρωνεία και χαρά! – συνδέει την παρούσα συμφωνία με τα άλλα δύο έργα του προγράμματος: Το «La scala di seta» – μια οπερατική farsa comica του Ροσίνι – είναι ένα αυθεντικά κωμικό έργο, ενώ στην «Burlesque» ο Ρίχαρντ Στράους φλερτάρει με την ιδέα μιας καυστικής παρωδίας της σοβαρότητας του κονσέρτου.

Τις συναυλίες διευθύνει ο Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν με σολίστ στο πιάνο την Άντρη Χατζηανδρέου. Η σειρά πραγματοποιείται με τη  συνεισφορά του Ινστιτούτου Γκαίτε.

  • Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου, Λευκωσία, Θέατρο Παλλάς, 8.30μ.μ. 22410181
  • Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου, Λεμεσός, Θέατρο Ριάλτο, 8.30μ.μ. 77777745
  • Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου, Πάφος, Μαρκίδειο Δημοτικό Θέατρο, 8.30μ.μ. 26222286 www.cyso.org.cy

Το πρόγραμμα 

G. Rossini: H μεταξένια σκάλα: Εισαγωγή
R. Strauss: Burlesque για πιάνο και ορχήστρα σε Ρε ελάσονα 
L. v. Beethoven: Συμφωνία αρ. 8 σε Φα μείζονα, έργο 93
 

H Μεταξένια Σκάλα: Εισαγωγή
 
Το ανάλαφρο και ευχάριστο αυτό κομμάτι, γράφτηκε από τον από τον Τζοακίνο Ροσίνι το 1812 ως εισαγωγή στο έργο H Μεταξένια Σκάλα, ένα είδος κωμικής όπερας γνωστό ως  farse ή farsa comica, που άκμαζε στη Βιέννη από το τέλος του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ο. Αποτελεί πρώιμο έργο του Ροσίνι , αφού ήταν η έκτη μόλις όπερα που είχε συνθέσει, στη νεαρή μάλιστα ηλικία των 20 χρονών. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Teatro San Moisé, το πιο διάσημο χώρο παραστάσεων για αυτό το είδος στην Ιταλία. Παρόλο που οι όπερες αυτού του στυλ σπάνια εκτελούνται ολόκληρες σήμερα, οι περισσότερες εισαγωγές που γράφτηκαν για αυτές αποτελούν σημαντικό κομμάτι του ορχηστρικού ρεπερτορίου και είναι εξαιρετικά επιτυχημένες.
 
Η εισαγωγή για το έργο «H Μεταξένια Σκάλα» αποτελεί πρόδρομο της μεγαλύτερης επιτυχίας του «Ο Κουρέας της Σεβίλλης», αφού χρησιμοποιεί τις βασικές κωμικές τεχνικές για τις οποίες έγινε μετέπειτα ιδιαίτερα γνωστός. Όπως χαρακτηριστικά συνήθιζε ο Ροσίνι στις συνθέσεις του για εισαγωγή όπερας, αρχικά εισάγει ένα αργό, κάπως λυρικό μουσικό θέμα, το οποίο ακολουθείται από ένα βασικό μουσικό θέμα σε πιο γρήγορο ρυθμό.  Παρόλο τον ευδιάθετο χαρακτήρα που διατηρείται συνεχώς, η εισαγωγή είναι ενορχηστρωμένη με φοβερή επιδεξιότητα, με πολλές αντιφατικές στιγμές. Κάποιες στιγμές η σύνθεση γίνεται αρκετά δεξιοτεχνική, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ξύλινα πνευστά, με το staccato μουσικό θέμα να είναι το πιο απαιτητικό. Στην εισαγωγή αυτή, ο συνθέτης συμπεριλαμβάνει επίσης τη μεγαλύτερη καινοτομία του, το γνωστό πλέον «Rossini Crescendo», όπου ουσιαστικά επαναλαμβάνεται ολόκληρο το κύριο μέρος του έργου με διαφορετική, πιο έντονη, ενορχήστρωση, δημιουργώντας μια σταδιακή κορύφωση αυξάνοντας τους χρωματισμούς.
 
 
Burlesque για πιάνο και ορχήστρα σε Ρε ελάσονα
Το έργο είχε αρχικά συνθέσει ο Ρίχαρντ Στράους το 1866 προς τιμήν του μέντορα του Χανς φον Μπίλοβ, γνωστού πιανίστα και μαέστρου, με τον τίτλο «Scherzo σε ρε ελάσσονα». Ωστόσο όταν ο Μπίλοβδήλωσε πως είναι ένα «ανούσιο κομμάτι», που δεν μπορεί να εκτελεστεί πιανιστικά, ο Στράους συμφώνησε και το άφησε στην άκρη. Το 1889 ένα άλλος αναγνωρισμένος πιανίστας, ο Ευγένιος Ντ' Αλμπέρ, δοκίμασε να εκτελέσει το κομμάτι και, αφού έκανε κάποιες προτάσεις για αλλαγές στον Στράους , πραγματοποιήθηκε τελικά η πρεμιέρα το 1890 με τον νέο τίτλο «Burlesque». Παρόλο που τελικά αποτελούσε ένα από τα αγαπημένα κομμάτια του, ο Στράους φαινόταν κάπως απρόθυμος να δημοσιεύσει την παρτιτούρα, αφού πίστευε πως ήταν ένα κομμάτι που δεν τον αντιπροσώπευε μουσικά πλέον, λόγω και της η μεγάλης επιρροής που είχε από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883). Τελικά η παρτιτούρα δημοσιεύτηκε το 1896, αλλά χωρίς να δοθεί ποτέ opus αριθμός στο έργο.

Πρόκειται για έργο μιας μόνο κίνησης, γραμμένο σε μορφή σονάτας, με εμφανείς επιρροές από τον Γιόχανες Μπραμς (1833-1897), όσον αφορά τη δεξιοτεχνία, και την ανάπτυξη μουσικών θεμάτων, με κάποιες ιδιαίτερα συναισθηματικές στιγμές. Στο σύνολο, είναι ένα ζωντανό, κεφάτο κομμάτι, γεμάτο χιουμοριστικά στοιχεία, σχεδόν παρωδία του ορχηστρικού κοντσέρτου. Όπως αναφέρει ο Μάικλ Κένεντι στο κομμάτι παρουσιάζονται «τα πρώτα στοιχεία του σκανδαλιάρικου χιούμορ του θρυλικού Τιλ Οϊλενσπίγκελ, τα στοιχεία πάθους του Δον Χουάν, το πνεύμα, η φαντασία, η λάμψη και η εφευρετικότητα ενός δημιουργού σκηνικών χαρακτήρων». Ο Στράους χρησιμοποιεί επίσης ασυνήθιστες τονικότητες για να επιτύχει ένα είδος ασάφειας, ενώ η έναρξη του κομματιού είναι επίσης κάπως ιδιαίτερη, με ένα μουσικό θέμα από τα τύμπανα, που ακολουθείται από την απάντηση της ορχήστρας. Στη συνέχεια εισάγεται το πιάνο και υπάρχουν πράγματι μερικά εκθαμβωτικά περάσματα που επιδεικνύουν τη δεξιοτεχνία του εκτελεστή. Μερικά μουσικά θέματα σε στιλ βαλς οδηγούν στην κορύφωση του κομματιού, πριν ολοκληρωθεί σε ήπιο τόνο.
 
Συμφωνία αρ. 8 σε Φα μείζονα, έργο 93
Η δημοφιλής εικόνα του Μπετόβεν, τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και σήμερα, είναι αυτή του πλέον σοβαρού, σχεδόν ηρωικού, συνθέτη δυτικής μουσικής. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1812, εν μέσω μιας προσωπικής κρίσης, ο Μπετόβεν συνέθεσε ένα έργο που δεν αντικατοπτρίζει την εσωτερική αυτή αναταραχή, αλλά ούτε είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ταυτίζονται τα περισσότερα έργα του: την Όγδοη Συμφωνία. Αυτή η «μικρή συμφωνία σε Φα μείζονα», όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσε ο συνθέτης λόγω της μικρής χρονικής διάρκειας που έχει, είναι όντως διασκεδαστική, ευχάριστη και πνευματώδης. Όμως, εξακολουθεί να διατηρείται ένα υψηλό επίπεδο πολυπλοκότητας, ωριμότητας και καινοτομίας. Πράγματι, η πρεμιέρα του έργου το 1814 στη Βιέννη δεν έλαβε την πιο ενθουσιώδη αποδοχή, αφού επισκιάστηκε την Έβδομη Συμφωνία και το έργο «Wellingtons Victory», που παρουσιάστηκαν την ίδια νύχτα. Ωστόσο, ο Μπετόβεν ισχυρίστηκε πως η Όγδοη Συμφωνία ήταν λιγότερο δημοφιλής από την Έβδομη απλά «επειδή είναι τόσο πολύ καλύτερη».

Στη συμφωνία αυτή, ο συνθέτης επανεξετάζει το παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα ερμηνεύει την παράδοση με σύγχρονο τρόπο, με κάποια περάσματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μουσικά αστεία. Παρόλο που η πρώτη κίνηση είναι  γραμμένη στη συνηθισμένη μορφή σονάτας, ο Μπετόβεν αλλάζει τη μελωδία μετακινώντας την σε απροσδόκητες, «λανθασμένες» τονικότητες, ενώ η επανάληψη των αρχικών μέτρων στο τέλος μπορεί να θεωρηθεί ως κάποιου είδους ειρωνεία. Η αναμενόμενη αργή δεύτερη κίνηση δεν ακούγεται ποτέ. Αντίθετα, αντικαθίσταται από ένα χιουμοριστικό «Allegretto Scherzando», όπου ο συνθέτης μιμείται τον ήχο του πρόσφατα εφευρεθέντος μετρονόμου από τον φίλο του Johann Maelzel, ενώ στο τέλος αναπαρίσταται μουσικά με κωμικό τρόπο το «σπάσιμο» της συσκευής. Ο Μπετόβεν, με μάλλον ασυνήθιστο τρόπο χρησιμοποιεί για την τρίτη κίνηση το μοναδικό του συμφωνικό minuet and trio, αποδίδοντας φόρο τιμής στο δάσκαλό του Γιόζεφ Χάιντν (1732-1809), αλλά και πάλι το κάνει με ιδιαίτερο τρόπο, αλλάζοντας το σύνηθες τριμερές μέτρο σε διμερές. Το φινάλε είναι ένα ευχάριστο rondo, το οποίο, όπως αναφέρει ο Τζορτζ Γκροβ είναι «γεμάτο από  εκπλήξεις και απροσδόκητες επιρροές, γεμάτο από μίγματα τραγωδίας και κωμωδίας, για να μην πω φάρσα, που κάνουν τη μουσική του τόσο αληθινή, καθρέφτη της ανθρώπινης ζωής.»
 
(Δρ. Χριστίνα Μιχαήλ)

Άντρη Χατζηανδρέου
Μετά την επιτυχία της στο 14ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πιάνου όπου σε ηλικία 18 χρόνων πήρε πρώτο βραβείο και έπαινο, η Άντρη Χατζηανδρέου συνέχισε τις μουσικές της σπουδές στις Η.Π.Α με τη διεθνούς φήμης πιανίστα Susan Starr. Κατά τις σπουδές τις ακολούθησαν σειρά από ακαδημαϊκές διακρίσεις και βραβεία σε διαγωνισμούς κοντσέρτων με ορχήστρες όπως η South Orange Symphony Orchestra, η Rutgers Symphony Orchestra, και η Goldsmiths Symphony Orchestra. Έχει εμφανιστεί σε συναυλίες στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και έχει συνεργαστεί με σημαντικούς μαέστρους όπως τους Carmen Moral, Alexander Ivashkin, Patrick Gardner, William Berz, Kynan Johns, Roland Melia, Maciej Zoltowsky, και Tim Hooper. Με τη Βίκη Χατζηανδρέου στο βιολί και τη Νατάσα Χατζηανδρέου στα κρουστά, αποτελούν το Τρίο Οστινάτο, ένα πρωτότυπο σύνολο μουσικής δωματίου με το οποίο έχουν την τύχη να περιοδεύουν στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Το Τρίο συνεργάζεται με Κύπριους και άλλους συνθέτες διεθνούς εμβέλειας και παρουσιάζει σύγχρονα έργα και παγκόσμιες πρεμιέρες έργων αφιερωμένα στο σύνολο αυτό. Η Άντρη έχει επίσης εμφανιστεί σε διεθνή φεστιβάλ όπως Κύπρια και Schnittke στο Queen Elizabeth Hall και έχει παρουσιάσει συναυλίες για το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, τον Πολιτιστικό Οργανισμό Avantgarde και το Pharos Trust Artists Series.  
 
Ως ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος του μη-κερδοσκοπικού πολιτιστικού οργανισμού Arts Embrace, η Άντρη Χατζηανδρέου απολαμβάνει μια πλούσια καλλιτεχνική δράση που περιλαμβάνει συναυλίες, εργαστήρια, σεμινάρια, συνέδρια, εκπαιδευτικά προγράμματα masterclasses, και φεστιβάλ. Η δράση της αυτή αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της δημιουργίας και της καλλιτεχνικής έκφρασης και στη διασφάλιση της ουσιαστικής εμπλοκής των πολιτών, στα των πολιτών, προάγοντας έτσι τη φιλοσοφία ότι η Παιδεία και ο Πολιτισμός είναι τα βασικότερα και ουσιαστικότερα μέσα καλλιέργειας ενεργών πολιτών εντός και εκτός των συνόρων τους. Τέτοια είναι και η συνεργασία της με το Κέντρο Πολιτισμικής Νοημοσύνης το οποίο εδρεύει στο Σικάγο των Η.Π.Α. Η Άντρη είναι η πρώτη Κύπρια που ενεργεί ως Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια του Κέντρου Πολιτισμικής Νοημοσύνης, μέσω του οποίου έχει ενεργό δράση και εμπλοκή σε θέματα που άπτονται ευρύτερων κοινωνικών φαινομένων και προβληματισμών.
 
Η Δρ. Χατζηανδρέου είναι απόφοιτος του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου (PhD in Piano Performance and Related Studies) όπου φοίτησε με υποτροφία του Ιδρύματος Λεβέντη υπό την επίβλεψη των καθηγητών Andrew Zolinsky (σολιστικό πιάνου) και Anthony Pryer (έρευνα). Τίτλος έρευνας: “Intentions and Interpretations: Narrativity as a Performance Tool to the 19th-Century Piano Ballade”. Είναι επίσης απόφοιτος του Πανεπιστημίου Rutgers στην Αμερική από όπου πήρε τα πτυχία Bachelor’s (BM) και Master’s in Music (MM) στο Piano Performance με διάκριση λόγω της εξαιρετικής της επίδοσης. Έχει μελετήσει με τους καθηγητές Barbara Gonzalez-Palmer, Judith Nicosia, Jonathan Spitz, Matthew Sullivan, και Scott Whitener. Ως υπότροφος του Cyprus International Institute of Management ολοκλήρωσε με διάκριση δεύτερο Master στην Εκπαίδευση, Ηγεσία και Διοίκηση.
 
Αυτή τη στιγμή, η Δρ. Χατζηανδρέου εργάζεται ως καθηγήτρια πιάνου στα Μουσικά Σχολεία, Υ.Π.Π.Α.Ν. Επί σειρά ετών εργάστηκε στο Τμήμα Μουσικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Μαθητές της έχουν βραβευθεί σε διαγωνισμούς όπως Ευαγγελία Τζιαρρή, Avantgarde και του Ιδρύματος Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου για νεαρούς σολίστ, και έχουν εξασφαλίσει θέσεις σε σημαντικά μουσικά προγράμματα και πανεπιστήμια του εξωτερικού όπως το Royal Academy of Music, Guildhall School of Music and Drama, Royal Northern College of Music in Manchester, Royal Conservatoire of Scotland, Royal Birmingham Conservatoire, και Hochschule für Musik Detmold. Διετέλεσε μέλος και Γενική Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου για πέντε χρόνια και εργάστηκε ως Λειτουργός στο Γραφείο Δημιουργική Ευρώπη Κύπρου.

Πηγή: philenews 

 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...