To Top
05:56 Τετάρτη
1 Απριλίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Pax Ottomanica: Επιστροφή στο παρελθόν
ΑΡΧΙΚΗΕΙΔΗΣΕΙΣΠΟΛΙΤΙΚΗ • Pax Ottomanica: Επιστροφή στο παρελθόν
  26 Ιανουαρίου 2020, 10:57 πμ  
Τα γεγονότα της Συρίας και της Λιβύης δείχνουν -πλέον- ξεκάθαρα ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν έχει απομακρύνει την Τουρκία από τη δυτική και ευρωπαϊκή της πορεία. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ερντογάν από το 2004 ανέφερε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας  ως πρώτη προτεραιότητα, μια άποψη που συμμερίζετο και η τουρκική κοινή γνώμη, στα χρόνια που ακολούθησαν είδαμε μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία να ακολουθείται. Όπως είχε αναφερθεί και σε προηγούμενα άρθρα (ο Φιλελεύθερος, Ιούλιος & Δεκέμβριος 2016) η Τουρκία, στα τελευταία 200 χρόνια της ιστορίας της κατέβαλε προσπάθειες ενσωμάτωσης «δυτικών προτύπων» πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού.
 
Οι σημαντικότερες προσπάθειες ενσωμάτωσης δυτικών προτύπων από την Τουρκία, ξεκινούν κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1792 μετά την ήττα του Σουλτάνου Σελίμ 3ου από τη Ρωσία, ακολούθως το 1839-1876, με το λεγόμενο κίνημα Τανζιμάτ, το οποίο στόχευε στον πλήρη εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τελευταία προσπάθεια μεταρρυθμίσεων πραγματοποιήθηκε από τον Κεμάλ Ατατούρκ, η οποία και τερματίστηκε από τον Τούρκο Πρόεδρο Ερντογάν, ο οποίος φέρεται να συνδέεται περισσότερο με τις μνήμες του παρελθόντος.
 
Όπως εύλογα είχε αναδείξει ως προς τη σημαντικότητά του, ο αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, ο Εθνικός Όρκος της Τουρκίας, στον οποίο αναφέρεται τακτικά ο Ερντογάν, δημιουργεί ένα διαφορετικό πλαίσιο αντίληψης της πραγματικότητας (σε σχέση με το δυτικό κόσμο) ο οποίος τεχνηέντως με διάφορες πολιτικές (ρητορική μίσους, fake news, post-truth), χρησιμοποιείται –μεταξύ άλλων- για τη συγκρότηση της νέας-οθωμανικής ταυτότητας.
 
Η αναβίωση αυτή του Οθωμανισμού δεν είναι καινούρια τάση, για τους μελετητές της τουρκικής-οθωμανικής Ιστορίας. Όπως σημειώνεται από πολλούς ερευνητές όλες οι μεταρρυθμίσεις (δυτικοποίηση) της Τουρκίας, στόχευαν στην ενδυνάμωση της εξωτερικής πολιτικής με το σκεπτικό της επαναφοράς της «δόξας» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μάλιστα, κατά το 2004, όπου υπήρχαν ξεκάθαρες δηλώσεις υπέρ μιας ευρωπαϊκής πορείας για τη χώρα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και αξίες καταγράφονται να είναι δευτερεύουσας προτεραιότητας για την Τουρκία παρά ένας στρατηγικός στόχος. Ως εκ τούτου, αυτό που δεν βλέπουμε, είναι μια «δυτικοποίηση της ταυτότητας» ή μια διασύνδεση των «ευρωπαϊκών ωφελημάτων» με την Τουρκία, με ό,τι αυτό και αν συνεπάγεται. Τα ποσοστά αυτά παραμένουν χαμηλά μέχρι και το 2016 (λίγο πριν το πραξικόπημα), όπου αποτυπώνεται με ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό (24,4% των ερωτηθέντων) η προτεραιότητα για την ανάπτυξη ευρωπαϊκής ταυτότητας.
 
Τα δεδομένα αυτά σε συνδυασμό με τη μακροχρόνια πορεία της Τουρκίας ως υποψήφιας για ένταξη, χώρας στην Ε.Ε., συνέβαλαν στο ότι αντί της ευρωπαϊκής/ δυτικής ταυτότητας της Τουρκίας, να δημιουργηθεί «στρατηγικός χώρος και χρόνος» για μια διαφορετική νοηματική πλαισίωση, που τελικά θα οδηγήσει σε μια διαφορετική συγκρότηση ταυτότητας. Ως εκ τούτου, μια σύντομη ανάλυση των πολιτικών της τουρκικής κυβέρνησης αποκαλύπτει ότι τα οφέλη της Ε.Ε. (τελωνειακή ένωση, οικονομική άνοδος κ.λπ.) αποδόθηκαν στην κυβέρνηση Ερντογάν, η οποία με τη σειρά της τα συνέδεσε σταδιακά με τη νέα-οθωμανική ταυτότητα. Αντιστρόφως, τα δεινά που προήλθαν εκ των αποφάσεων της κυβέρνησης Ερντογάν αποδίδονται σε εξωτερικούς/δυτικούς παράγοντες.
 
Οι πολιτικές αυτές καθώς και η ύπαρξη ενός εναλλακτικού σχεδίου είχε ανακοινωθεί (ήδη) από τον ίδιο τον Ερντογάν από τα χρόνια που διετέλεσε δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης (1994-1998). Με την ίδρυση του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» τo 2001, ο Ερντογάν ξεκινά μια σειρά μεταρρυθμίσεων με στόχο τη δημιουργία ενός Νέο-Οθωμανικού κράτους το οποίο θα βασίζεται στην ισλαμική θρησκεία. Ένα χρόνο νωρίτερα, ο Αχμέντ Νταβούτογλου  (2000) εκδίδει το βιβλίο του «το Στρατηγικό Βάθος», όπου αναβαθμίζει (νοηματικά) την Τουρκία από περιφερειακή σε κεντρική δύναμη η οποία δύναται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε διάφορες περιφέρειες παγκοσμίως, ενώ παράλληλα απορρίπτει την αποτύπωση ότι η Τουρκία αποτελεί γέφυρα μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης. Η απόρριψη αυτή είναι απότοκη της θεώρησης ότι η Τουρκία θα πρέπει να σταματήσει να αποτελεί εργαλείο προώθησης στρατηγικών συμφερόντων άλλων χωρών και αντί αυτού να αρχίσει να υλοποιεί πολιτικές αντάξιες της οθωμανικής της παρακαταθήκης και γεωγραφικής της θέσης.
 
Η αποτύπωση αυτού του νέου ιστορικο-πολιτικού αφηγήματος, σε συνδυασμό με τη ρητορική του προέδρου Ερντογάν, δημιούργησαν (και δημιουργούν) ειδικές συνθήκες μάθησης ή αλλιώς (επαν)εκπαίδευσης της κοινής γνώμης στο νέο ιδεολογικό και δομικό/οργανωτικό του πλαίσιο. Πλέον της ρητορικής, η οργανωτική/δομική υλοποίηση του εν λόγω σχεδίου ξεκίνησε από το 2012 με την ανακοίνωση ότι ο διαχωρισμός των εξουσιών είναι εμπόδιο. Ακολούθως, το 2014 ψηφίζεται νόμος που ενισχύει τις εξουσίες του υπουργού δικαιοσύνης, ενώ κατοχυρώνεται με νόμο η λογοκρισία του ίντερνετ και συλλογή προσωπικών δεδομένων των χρηστών του διαδικτύου. Επιπλέον, προτρέπονται οι μαθητές να μελετούν το Κοράνι και παράλληλα μετατρέπονται όλα τα σχολεία σε θρησκευτικά σχολεία. Στα πλαίσια αυτά και με γνώμονα ότι η βάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι το Ισλάμ, αυξάνονται οι αναφορές προς το Ισλάμ (αναφορά ότι την Αμερική ανακάλυψαν πρώτα μουσουλμάνοι). Παράλληλα ανακοινώνεται η κατασκευή τεμενών σε 80 από τα 100 κρατικά πανεπιστήμια.
 
Στα πλαίσια περαιτέρω ενίσχυσης του ισλαμικού-τρόπου ζωής/ταυτότητας ο Ερντογάν κατηγορεί τους «δυτικούς» ότι μισούν τους μουσουλμάνους αλλά αγαπούν τα χρήματά τους, ενώ γίνεται υπόδειξη στους Τούρκους μαθητές να γνωρίσουν πρωτίστως Τούρκους μουσικούς, μουσουλμάνους επιστήμονες και ακαδημαϊκούς. Το σχέδιο για την επανασύσταση της νεο-οθωμανικής ταυτότητας προχωρά με την απόφαση της 19ης εθνικής συνόδου για την υποχρεωτική διδασκαλία της οθωμανικής γλώσσας στα λύκεια της χώρας, ενώ ανοίγει ο δρόμος για αναβίωση (υποχρεωτικά) του Ισλαμικού Σουνιτικού δόγματος στα τουρκικά σχολεία. Σε επίπεδο ρητορικής ο πρόεδρος Ερντογάν γίνεται πιο επιθετικός αναγνωρίζοντας τη μετανάστευση ως μέσο κατάκτησης- επέκτασης του Ισλάμ (Hijrah), ενώ παράλληλα ασκεί δριμεία κριτική προς την Ε.Ε. σχετικά με τη μη-ένταξη της Τουρκίας.
 
Οι προσπάθειές του για συγκρότηση νέας ταυτότητας και έλεγχο φαίνεται να αποδίδουν, τουλάχιστον εντός της Τουρκίας. Το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ανέδειξε τον αντίκτυπο που είχε η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Ερντογάν. Το γεγονός ότι περισσότεροι από 80.000 Ιμάμηδες καλούσαν στο όνομα του Κορανίου και μέσω προσευχών (Αζαν) τους πολίτες στους δρόμους κατά της απόπειρας του πραξικοπήματος αποδεικνύει την ύπαρξη εναλλακτικών του κράτος, διοικητικών δομών που βασίζονται στη θρησκεία.
 
Η Τουρκία έχει εισέλθει ή εισέρχεται σε μια προ-Τανζιμάτ κατάσταση, δηλαδή σε μια κατάσταση όπου το σύστημα διακυβέρνησης βασίζεται στη Σαρία και την ευρύτερη νέο-οθωμανική αντίληψη των πραγμάτων, που συμπεριλαμβάνει την «Pax Ottomanica», κατά την οποία δεν υπάρχουν γεωγραφικοί περιορισμοί στην κυριαρχία του Σουλτάνου. Αυτό γίνεται κατανοητό και από τις δηλώσεις του Τούρκου πρόεδρου, στις οποίες επιθυμεί να αποτυπωθεί ως προστάτης των μουσουλμάνων της Ε.Ε. και με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Μάλιστα, στις ίδιες δηλώσεις, προτρέπει τους μουσουλμάνους της Ε.Ε., να «αναλάβουν ενεργό ρόλο στις χώρες όπου ζουν».
 
Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ
 
Στην ευρύτερη Νέο-Οθωμανική αντίληψη των πραγμάτων εντάσσεται και η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης από τη μεριά της Τουρκίας. Όπως δήλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος, «η Λωζάνη δεν είναι μια συνθήκη που δεν μπορεί να συζητηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ένα ιερό κείμενο. Και φυσικά θα τη συζητήσουμε». Η δήλωση αυτή του Ερντογάν:
 
(α) επιβεβαιώνει τη γενική φιλοσοφία αμφισβητήσεων από τη μεριά των Τούρκων,
(β) επιβεβαιώνει ότι όποιες συμφωνίες υπάρχουν/θα υπάρξουν είναι βραχυπρόθεσμες και ανά πάσα στιγμή αμφισβητήσιμες [όλα τα μη-ιερά κείμενα υπόκεινται σε αμφισβήτηση],
(γ) εγείρει ερωτήματα ως προςν την αξιοπιστία της Τουρκίας σε διεθνείς συμφωνίες και θεσμούς (συμπεριλαμβανομένων ΝΑΤΟ, ΕΕ)
και (δ) εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς την απόφαση της Τουρκίας να εμφανίζεται ως προστάτης των απανταχού μουσουλμάνων, όταν θεωρήσει ότι βρίσκονται σε κίνδυνο (καταλύοντας την έννοια εθνικής κυριαρχίας του εκάστοτε κράτους).
 
Τα ανωτέρω θα πρέπει να γίνουν κατανοητά από τα κέντρα αποφάσεων, ειδικότερα όταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων κάθεται και η Τουρκία. Τα γεγονότα στη Συρία και στη Λιβύη απέδειξαν ότι οι όποιες συμφωνίες γίνονται, έχουν πλέον σύντομο χρόνο ζωής. Παρά την όποια συμφωνία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι δεσμεύσεις -εν τέλει- καταργούνται ή γίνονται προσχηματικά, με στόχο την εξασφάλιση χρόνου και χώρου για την «αλλαγή του παιχνιδιού». Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η κατάρρευση της αναμενόμενης και βολικής συμφωνίας (για την Τουρκία) στη Μόσχα, η οποία ανάγκασε τον Τούρκο πρόεδρο να αποστείλει νωρίτερα στρατιωτικές δυνάμεις στη Λιβύη, στα
πλαίσια της συμφωνίας με την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNA), μιας και η προγραμματισμένη Διάσκεψη στο Βερολίνο στις 19 Ιανουαρίου 2020, φαντάζει μακριά, ειδικότερα με τον Στρατηγό Χαφτάρ να έχει ήδη φτάσει στην Τρίπολη.
 
* Ο δρ Πέτρος Βιολάκης είναι λέκτορας στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα του South Wales, στην Ελλάδα (IST College), είναι εταίρος στο Εργαστήριο Στρατηγικής Επικοινωνίας και Μέσων Ενημέρωσης του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και παράλληλα διευθυντής Ερευνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου στο Κέντρο Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων (ΚΕΔΙΣΑ). Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος (PhD) στην Πολιτική Επιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ (Ηνωμένο Βασίλειο), μεταπτυχιακού διπλώματος (MA) στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο Ιντιανάπολις (ΗΠΑ), μεταπτυχιακού στη διοίκηση επιχειρήσεων (ΜΒΑ) με κατεύθυνση Μάρκετινγκ και προπτυχιακού (BSc) στην Πληροφορική από το πανεπιστήμιο του Χέρτφορντσαϊρ (Ηνωμένο Βασίλειο). Οι έρευνες του σχετίζονται με τον «Εξευρωπαϊσμό» των ενόπλων δυνάμεων και της αμυντικής βιομηχανίας των κρατών μελών της Ε.Ε., τη συγκρότηση Στρατηγικής Ταυτότητας, τις πολιτικές, την Έρευνα και Ανάπτυξη, κ.ά. Προσφάτως εξέδωσε επιστημονικό βιβλίο, με τίτλο «Europeanisation and the Transformation of EU Security Policy: Post-Cold War Developments in the Common Security and Defence Policy» (Routledge 2018), όπου εξετάζει την ΚΠΑΑ σε σχέση με σημαντικούς παράγοντες όπως: αμυντική βιομηχανία, πολιτικές αποφάσεις, στρατηγική κουλτούρα, Ε&Α, παγκοσμιοποίηση, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κ.ά..
 
* Ο Δημήτριος Σταθακόπουλος είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και κατέχει πτυχίο Νομικής από το Ε.Κ.Π.Α.. Στο γνωστικό του αντικείμενο συμπεριλαμβάνονται οι ιστορικές και κοινωνικές δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Καθ’ ημάς Ανατολή και η συμβολή των Ρωμιών στο μουσικό θέαμα και ακρόαμα, το σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό σύστημα της Τουρκίας και η επιρροή του Ισλάμ στις πολιτισμικές και κοινωνικοπολιτικές δομές της Μέσης Ανατολής. Είναι συγγραφέας πολλών άρθρων και βιβλίων μεταξύ των οποίων διακρίνονται τα εξής: Ιστορικές και Κοινωνικές Δομές του Μουσικού Θεάματος και Ακροάματος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Συμβολή των Ρωμιών. (Νέα Υόρκη: Seaburn, 2016), Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου μέσα από το ιστορικό βιβλίο του Ζήση Σωτηρίου (Νέα Υόρκη: Seaburn, 2015), Osmanlı İmparatorluğu Döneminde Müzik ve Gösteri Sanatlarının Tarihsel ve Sosyokültürel Yapısı – Rum ve Levanten Sanatçıların Katkıları (2016). Είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς και Μέλος του Δ.Σ. της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.). Διαθέτει πλούσια διδακτική, κοινωνική, πολιτισμική και αθλητική δράση. Κατέχει την Αγγλική, Ιταλική, Γαλλική, και επαρκώς την Τουρκική γλώσσα.
 
Του δρα Πέτρος Βιολάκης και του δρα Δημήτρη Σταθακόπουλου
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...