To Top
15:25 Τετάρτη
26 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Τσιμπούσι μ’ έναν δολοφόνο  
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Τσιμπούσι μ’ έναν δολοφόνο  
  10 Νοεμβρίου 2019, 10:20 πμ  
«Εσύ έκανες κάνει κάτι στη ζωή σου για το οποίο να έχεις μετανιώσει;» Δεν θυμάμαι καθόλου πώς η ροή της συζήτησης έφερε στο στόμα μου το συγκεκριμένο ερώτημα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή εκείνος μου απευθυνόταν δωρικά και με κάποια επιφύλαξη. Και με κοίταζε πάντα με ύφος σταθερό, αυστηρό και μάλλον δύσθυμο. Τώρα, όμως, μια στιγμή πριν ανοίξει το στόμα του, με εξέπληξε ένας ενθουσιώδης δισταγμός που άστραψε στα μάτια του. Η απάντηση με αιφνιδίασε ακόμη περισσότερο: «Ναι. Στα νιάτα μου σκότωσα πολλούς Τούρκους». Υπέθεσα ότι εννοούσε στον πόλεμο. Στο πεδίο της μάχης. «Όχι» με διαβεβαίωσε με μια φωνή μάλλον κρύα. «Τους εκτέλεσα μαζικά κι ύστερα τους έθαψα με τον εκσκαφέα.» «Αιχμαλώτους;» ρώτησα παγωμένα. «Αμάχους. Γυναικόπαιδα και γέρους.»
 
Εκείνη τη στιγμή ήθελα να του πω ότι η χροιά της φωνής του, η αποφασιστικότητα και το ύφος του δεν μαρτυρούν καθόλου ότι πράγματι έχει μετανιώσει. Αν φυσικά έχει όντως διαπράξει τις αποτρόπαιες πράξεις που διατείνεται. Μήπως μιλούσε η ζιβανία; Προτίμησα ν’ αφουγκραστώ την ομήγυρη, ακόμη δύο άντρες πιο κοντά στην ηλικία εκείνου παρά στη δική μου, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο οικοδεσπότης. Υπήρχε μια αδιόρατη αμηχανία, αλλά έτρωγαν κανονικά τον μεζέ τους σαν να μη συμβαίνει τίποτα, σαν να άκουγαν μια χιλιοειπωμένη ιστορία. Λογικό. Εγώ ήμουν ο «νιόφερτος» στη συντροφιά, άρτι προσκληθείς στο καλοκαιρινό φαγοπότι που λάμβανε χώρα στο Παραλίμνι, αποδεχόμενος μια ευγενικότατη πρόταση με αφετηρία τη συναναστροφή των παιδιών μας στη θάλασσα.
 
Δεν είμαι ψυχαναλυτής. Κι ούτε μπορώ να κομπάσω ότι καταλαβαίνω αμέσως τους ανθρώπους και τις προθέσεις τους. Αυτό όμως που δεν μπορούσε με τίποτα να βγει από το μυαλό μου ήταν η αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν από αυτούς που τους τα βγάζεις από το στόμα με το τσιγκέλι. Ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό. Ίσως το είχε ανάγκη. Και δεν φάνηκε να πτοείται ούτε από την επαγγελματική μου ιδιότητα. Αντίθετα. Φερόταν σαν να είχε απέναντί του έναν ενδιαφέροντα ακροατή να «εντυπωσιάσει». Την προσοχή μου πάντως την είχε κερδίσει.
 
Δεν ήθελα να του πάω πολύ κόντρα και να τον «χάσω», η περιέργειά μου διψούσε. Όχι για αίμα, αλλά για το ποιόν αυτού του ανθρώπου που έκανε τα αίσχη που έκανε αλλά συνέχισε κανονικά τη ζωή του. Δηλώνει πρόσφυγας, έχει οικογένεια, δουλειά, φίλους και έντονη άποψη για την πολιτική επικαιρότητα και τις εξελίξεις στο εθνικό θέμα. Ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, που γέλασε, έκλαψε, πόνεσε, έφαγε, ήπιε επί 45 χρόνια σε αντίθεση με τους δεκάδες ανθρώπους των οποίων –κατά την αφήγησή του- έκοψε το νήμα της ζωής. Λίγο στρυφνός μου φαινότανε, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Ούτε κυνόδοντες να προεξέχουν, ούτε προβοσκίδα, ούτε κέρατα, ούτε ουρά.
 
«Δεν ήμουν ούτε 20 χρονών τότε, το αίμα μου έβραζε. Έβλεπα αλλιώς τα πράγματα. Αν ήμουν στην ηλικία που είμαι τώρα, υποθέτω ότι δεν θα μπορούσα να το κάνω» είπε. Γνώμη για τη «φάρα των Τούρκων» κάθε άλλο παρά άλλαξε, όμως αυτό κανονικά πρέπει να απέχει από το σημείο εκείνο που κάποιος παίρνει ένα αυτόματο και θερίζει τρομαγμένες γυναίκες και παιδιά που απλώς έτυχε να γεννηθούν σε λάθος τόπο, τη λάθος στιγμή. Δεν ήθελα να τον ρωτήσω λεπτομέρειες για τη σφαγή που διέπραξε ο ίδιος και το υπόλοιπο ασκέρι των Ελληνοκυπρίων τσετών εκείνη την αυγουστιάτικη μέρα, 45 χρόνια πριν. Προτιμούσα να ανιχνεύσω το ψυχολογικό του προφίλ, να εντοπίσω τα στοιχεία εκείνα που οδηγούν έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας να σφετεριστεί την εξουσία επί της ζωής και του θανάτου.
 
Δεν μου έδινε την αίσθηση ότι καυχιόταν κιόλας για την τερατωδία, η οποία στο τέλος της ημέρας από πολιτικής σκοπιάς ωφέλησε περισσότερο το αφήγημα του τουρκικού κράτους, αυτό που χρησιμοποιεί για να ξεπλύνει τις δικές του πολλαπλάσιες τερατωδίες στο νησί. Έμοιαζε περισσότερο με μια παρόρμηση να φανεί σημαντικός, καθοριστικός για τη ροή της ιστορίας. Σ’ έναν τόπο όπου όλοι γνωρίζονται λίγο- πολύ μεταξύ τους αλλά που η ατιμωρησία για εγκλήματα κατά της πατρίδας αλλά και κατά ανθρωπότητας αποτελεί τον κανόνα, η αφοβιά και η σιγουριά στη φωνή του μάλλον αποτελεί το μονότονο ηχητικό μοτίβο της πτώσης μας.  
 
Φιλgood, τεύχος 246
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...