To Top
01:14 Κυριακή
23 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Πολεμοκαπηλία με φόντο τη δίκη Τραμπ
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Πολεμοκαπηλία με φόντο τη δίκη Τραμπ
  15 Ιανουαρίου 2020, 10:30 πμ  
«Ο Πρόεδρος μας θα ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν επειδή δεν έχει καμία απολύτως διαπραγματευτική ικανότητα. Είναι αδύναμος και αναποτελεσματικός. Έτσι, πιστεύω ότι θα επιτεθεί στο Ιράν πριν από τις εκλογές, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα αυξήσει τα ποσοστά του και θα κερδίσει τις εκλογές. Είναι ο μόνος τρόπος να επανεκλεγεί (…) Θα ξεκινήσει πόλεμο με το Ιράν ή μια πολεμική σύρραξη, κάτι που θα κάνει τους αντιπάλους του πολύ δύσκολο να τον εκτοπίσουν. Ζωές θα χαθούν άσκοπα. Το βλέπει θετικά από πολιτικής οπτικής και περιμένει την κατάλληλη ώρα να το κάνει. Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιήσει το Ισραήλ για να το πετύχει ή αν θα ξεκινήσει μόνος του τη σύρραξη, αλλά πιστεύω ότι θα το κάνει». 

Τα πιο πάνω, δεν αποτελούν πρόσφατους προβληματισμούς επικριτών του Ντόναλντ Τραμπ ή του στρατοπέδου των Δημοκρατικών. Αλλά πρόκειται για δηλώσεις του ίδιου του Τραμπ τον Νοέμβριο του 2011 (τις επανέλαβε τον Ιανουάριο του 2012) που είχαν στόχο τον Μπαράκ Ομπάμα και τις κινήσεις του ενόψει των αμερικανικών προεδρικών εκλογών του 2012. Κάτι που, αν μη τι άλλο, αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης του ίδιου. Και όσο κυνικό κι αν ακούγεται, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει δίκαιο. Ο πόλεμος -ή ακόμη και η άμεση απειλή του- συνήθως δουλεύει ενισχυτικά προς ένα ηγέτη κράτους προεκλογικά. Είναι πολύ πιθανότερο οι ψηφοφόροι και οι πολιτικοί (μετ’ ακολουθίας υποστηρικτών) να στηρίξουν την παραμονή του στην εξουσία, παρά να πειραματιστούν με την αντικατάστασή του και να διακινδυνέψουν την εύρυθμη λειτουργία του κράτους και την ισορροπία, εάν υπάρχει ανοιχτό πολεμικό μέτωπο. 

Φυσικά, ο Ομπάμα δεν χρειάστηκε να καταφύγει σε πόλεμο με το Ιράν για να πετύχει επανεκλογή το 2012. Στους χειρισμούς του άλλωστε, επί όλων των θεμάτων, ήταν μειλίχιος και ντελικάτος, ενώ οι επικοινωνιακές του τακτικές ήταν πάντα κομψές. Άλλωστε, ήταν ενδεχομένως ο αγαπημένος Αμερικανός Πρόεδρος της διεθνούς κοινής γνώμης, την οποία ήξερε να χειρίζεται αριστοτεχνικά. Ενώ οι προκατόχοι του οργάνωναν πραξικοπήματα και απόπειρες ανατροπής καθεστώτων στο εξωτερικό για χάρη των συμφερόντων, ο Ομπάμα απλά… στήριζε την Αραβική Άνοιξη για χάρη της ελευθερίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. 

Οι επαναστάσεις που ξεσπούσαν στη μια μετά την άλλη χώρα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, κορυφώθηκαν την περίοδο 2011-2012, με τις ΗΠΑ να παρέχουν άμεση ή έμμεση στήριξη στους επαναστάτες. Την περίοδο αυτή ξέσπασε και ο εμφύλιος στη Συρία. Έτσι, η ανάγκη εμπλοκής της Ουάσιγκτον σε μια ανασχηματιζόμενη πολιτικά περιοχή, πλούσια σε φυσικούς πόρους με έντονα αμερικανικά συμφέροντα, έπεισε όσους ψηφοφόρους χρειαζόταν για να εκλεγεί ότι προέχει η πολιτική σταθερότητα, την ώρα που ο θάνατος του Οσάμα Μπιν Λάντεν από αμερικανικά στρατεύματα εξευμένιζε τους επικριτές του. 

Από την πλευρά του, ο Τραμπ δεν είναι χαρισματικός ρήτορας, όπως ο Ομπάμα, ενώ ο λόγος του προκαλεί αντιπάθειες στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Ωστόσο, αποδείχτηκε άριστος σε θέματα τακτικής σε πολλές περιπτώσεις. Παρά το ότι συχνά – πυκνά διακωμωδείται ως βλάκας ή παλιάτσος, κατάφερε να μπει στην πολιτική από την εξωτερική, χωρίς τις πλάτες των αντιπάλων του, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές και η δημοτικότητά του είναι υψηλότερη από ποτέ. Αν και άνοιξε πόλεμο με τα ΜΜΕ, καταφέρνει να παραμένει δημοφιλής με εναλλακτικούς τρόπους που χρειάζονται λιγότερο τακτ (π.χ. Twitter, όπου καμουφλάρει την σκοπιμότητά του με παρορμητικότητα), έχοντας μεγαλύτερη απήχηση απ’ όση μπορούσε να έχει με τα συμβατικά μέσα και με προσεγμένη ρητορική. Στο εξωτερικό, τον μισούν. Και δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Αρκεί να πείσει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων σε πολιτείες – κλειδιά (ούτε καν σε ολόκληρη τη χώρα). Και εκεί κερδίζει, χάρη στον… πατροπαράδοτο λαϊκισμό. 

Όμως, σε αυτό το στάδιο, προτεραιότητα δεν έχουν οι προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά η δίκη του για καθαίρεση ενώπιον της Γερουσίας. Παρά το γεγονός ότι από όταν άρχισε η διαδικασία εναντίον του παρουσιάζει τρομακτική συσπείρωση ψηφοφόρων και άνοδο δημοτικότητας, αφού κατάφερε να περάσει στο εσωτερικό την εικόνα του θύματος ενός σάπιου συστήματος που τον πολεμά για τις πατριωτικές του απόψεις, στη Γερουσία το παιχνίδι είναι νομικό και κυρίως πολιτικό. Η δίκη αναμενόταν να ξεκινήσει τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου, αλλά η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν πρόλαβε τις εξελίξεις. Ο Τραμπ ήθελε να βάλει τους γερουσιαστές στη θέση να κληθούν να αποφασίσουν όχι απλά αν θα καθαιρεθεί ο ίδιος, αλλά αν θα αφήσουν τη χώρα ακέφαλη ενόσω έχει ανοικτό μέτωπο με ένα ισχυρό εχθρό, τον οποίο περιτριγυρίζει για να του χτυπήσει εδώ και δεκαετίες. 

Ωστόσο, το Ιράν παραδόξως έδειξε αυτοσυγκράτηση. Περιόρισε τα αντίποινά του στο να βομβαρδίσει προσφάτως εγκαταλειμμένες βάσεις των ΗΠΑ στο Ιράκ, δίνοντας μάλιστα προειδοποίηση σχεδόν 6 ωρών προκειμένου να εκκενωθεί η περιοχή. Από την όλη υπόθεση, το όφελος που προσκόμισε ο Τραμπ από την κίνησή του, πέραν της εξουδετέρωσης ενός σημαντικού ιρανικού «πιονιού», είναι η εικόνα που έβγαλε προς τα έξω, κυρίως στο εσωτερικό. Έδειξε ότι οι ΗΠΑ όχι μόνο έχουν την ικανότητα να πλήττουν στόχους ενός ισχυρού, εχθρικού κράτους, αλλά μπορούν κιόλας να το κάνουν χωρίς να δεχτούν σημαντικά αντίποινα. Ως απάντηση, και προκειμένου να «κάψουν το χαρτί» του οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να περάσουν στη Βουλή (την οποία ελέγχουν) ψήφισμα που δεν επιτρέπει στον Πρόεδρο να διατάξει στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν αν δεν έχει τη ρητή έγκριση του Κογκρέσου. Πλέον, το παιχνίδι θα συνεχιστεί στη Γερουσία, την οποία ελέγχουν οι Ρεπουμπλικανοί. Και μια ενδεχόμενη αθώωσή του, σε συνδυασμό με την επικοινωνιακή διαχείρισή της, θα βάλει τον Τραμπ σε πλεονεκτική θέση στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές.
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...