To Top
15:58 Τετάρτη
26 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Το σπίτι του Χατζηγεωργάκη
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Το σπίτι του Χατζηγεωργάκη
  18 Ιανουαρίου 2020, 10:15 πμ  
Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την εξαγγελία της αλλαγής μουσειακής χρήσης της οικίας του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, του Κύπριου πανίσχυρου δραγουμάνου που αποκεφαλίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809, οδήγησαν κατά τα φαινόμενα τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο να υπαναχωρήσει από τις αρχικές του σκέψεις, αν αντιληφθήκαμε ορθώς τις δηλώσεις του το βράδυ της Πέμπτης 16ης Ιανουαρίου 2020. Είναι (η αρχιεπισκοπική υπαναχώρηση) μια ευχάριστη εξέλιξη, που τιμά τον Μακαριότατο, όπως αισιοδοξία προκάλεσαν και οι αντιδράσεις των πολιτών. Και μακάρι να εκδηλώνονταν οι αντιδράσεις αυτές, με την ίδια μαχητικότητα και σε άλλες κατεδαφιστικές παρεμβάσεις που αλλοίωσαν το ιστορικό τοπίο της ελεύθερης Κύπρου τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μείνουμε στην παλιά Λευκωσία, μακάρι να αντιδρούσαμε όλοι οι πολίτες στις προσπάθειες επέμβασης στο κτήριο του Παγκυπρίου Γυμνασίου, στην ανέγερση νέου δημαρχείου εντός των τειχών, στην ακατανόητη οικοδόμηση νέου καθεδρικού ναού, παρότι υπάρχουν σε ακτίνα μερικών δεκάδων μέτρων οι περικαλλείς επτά ιστορικοί ναοί της πρωτεύουσας που εγκιβωτίζουν στη μεγαλειώδη ταπεινότητά τους την πεμπτουσία της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης. Θα πρόσθετα, ακόμη, τις ευθύνες όλων μας που δεν ακολουθήσαμε τους λιγοστούς που αντέδρασαν πριν από πολλά χρόνια στα μεγαλεπήβολα αρχοντοχωριάτικα σχέδια της «μεταμόρφωσης» της πλατείας Ελευθερίας, της πρώην πλατείας Μεταξά ή, ακόμη παλαιότερα, «Ανοίγματος Χατζησάββα», που εξελίσσεται σε ένα σύγχρονο βασανιστικό γεφύρι της Άρτας.

Το ζήτημα που προέκυψε με το αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη και η συζήτηση που ακολούθησε ανέδειξαν μια σειρά από ενδιαφέρουσες παραμέτρους. Οι αντιδράσεις των πολιτών είναι μία από αυτές. Οι κρατικές ευθύνες για όσα γίνονται, αλλά κυρίως για όσα δεν γίνονται, είναι ένα άλλο θέμα. Ορθώς αντέδρασε και προστάτευσε το υπουργείο Μεταφορών το σπίτι του Χατζηγεωργάκη. Όμως πόσοι ακόμη υπουργοί Μεταφορών θα έλθουν και θα παρέλθουν και ακόμη δεν θα αξιωθεί η κυπριακή πρωτεύουσα ένα σύγχρονο Αρχαιολογικό Μουσείο; Μήπως φταίει και για αυτό ο Αρχιεπίσκοπος – εύκολος στόχος; 

Να θυμίσουμε, επίσης, ότι ανάλογες καταστροφικές παρεμβάσεις έγιναν και στην Κύπρο, όπως σε όλο τον κόσμο, τους προηγούμενους αιώνες και στην εποχή μας, είτε από άγνοια, είτε από εθνικό και θρησκευτικό φανατισμό, είτε από την ανθρώπινη απληστία ή ματαιοδοξία. Ακόμη και από έναν κακώς νοούμενο «εκσυγχρονισμό», ενίοτε δικαιολογημένο από τις άμεσες ανάγκες των πολιτών ή των δημόσιων οργανισμών. Κάπως έτσι ο δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης γκρέμισε κομμάτια του τείχους της Λευκωσίας, αλλά και δεκάδες μπαλκόνια των στενών της Χώρας, και κάπως ανάλογα στη δεκαετία του 1950 ανεγέρθη το Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής, από τα πιο ιστορικά κτήρια σήμερα στη Λευκωσία. Λίγοι γνωρίζουν ή θυμούνται ότι αν δεν αντιδρούσαν μερικοί φωτισμένοι άνθρωποι το 1953, κυρίως ο Αδαμάντιος Διαμαντής και ο Κωνσταντίνος Σπυριδάκις, το κτήριο της «Παλιάς Αρχιεπισκοπής» θα είχε κατεδαφιστεί πλήρως από την ορμή ανοικοδόμησης του νεοεκλεγέντος (από το 1950) Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'. Σώθηκε, ευτυχώς, έστω και το τμήμα του κτηρίου που υψώνεται μέχρι τις μέρες μας και στεγάζει σήμερα το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και τα γραφεία της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών.
 
Έχω την αίσθηση ότι ένα από τα πιο ουσιαστικά ζητήματα που προκύπτουν αφορά στην ίδια την Εκκλησία της Κύπρου, που ολοένα και συχνότερα έρχεται αντιμέτωπη με ανάλογα προβλήματα και αντιδράσεις. Και ακριβώς η επικείμενη συγκυρία της συμπλήρωσης 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 θα το αναδείξει αυτό περισσότερο και θα το φέρει, αναγκαστικά, στο τραπέζι της συζήτησης. Όπως υπέδειξε με τη χαρισματική του γραφή ο αείμνηστος Βενέδικτος Εγγλεζάκης, «η Εκκλησία της Κύπρου, ο μεγαλύτερος και εκτενέστερος θεσμός συνέχειας στην ιστορία του τόπου», υπήρξε για την Κύπρο «μια έμπνευση και μια ευλογία». Σε ένα πλήθος από τομείς της καθημερινότητας, του ιδιωτικού και δημόσιου βίου, στη διατήρηση της ελληνικότητας και της Ορθοδοξίας, στην καλλιέργεια των παραδοσιακών δημοκρατικών θεσμών, στην αντίσταση κατά των ξένων προπαγανδών και της Αποικιοκρατίας. Ανάλογο ρόλο διεκδίκησε και βρήκε και στα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας η Εκκλησία της Κύπρου ως θεσμός, με τις ιδιότυπες ιστορικές και εθνικές συνθήκες πριν και μετά το 1974 και την καθοριστική παρουσία του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Μακαρίου μέχρι το 1977. Σήμερα, ύστερα από εξήντα χρόνια ανεξαρτησίας και 46 χρόνια ημικατοχής, η κυπριακή Εκκλησία οφείλει να επανακαθορίσει τη θέση της, τη σχέση της με το ποίμνιό της, ίσως και τους τρόπους επικοινωνίας με την κοινωνία. Ο Β. Εγγλεζάκης, ως πιστός χριστιανός, έγραφε ότι «ο Κύριος την καλεί [την Εκκλησία] σε νέες αναβάσεις», επισημαίνοντας όμως ότι «μπορεί να γίνει μια πορεία εξάγνισης και επανευαγγελισμού, ή μια πορεία αποχριστιανοποίησης, πνευματικής και φυσικής»… 
 
*Αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
www.papapolyviou.com
 
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...