To Top
04:59 Κυριακή
29 Μαρτίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Κλόουν και παράσιτα
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Κλόουν και παράσιτα
Τελευταία Ενημέρωση: 17 Φεβρουαρίου 2020, 10:16 πμ
«Τι παίρνεις όταν διασταυρώσεις έναν μοναχικό ψυχικά ασθενή με μια κοινωνία που τον εγκαταλείπει και του συμπεριφέρεται σαν σκουπίδι; Παίρνεις αυτό που σου αξίζει!», λέει με νόημα ο Άρθουρ Φλεκ άλλως Τζόκερ στην ομώνυμη ταινία, με τον Χοακίν Φίνιξ να τσεπώνει το Όσκαρ Ά Ανδρικού Ρόλου από τα… αποδυτήρια, αφού ουσιαστικά έπαιζε μόνος. Και η κοινωνία, για να επανέλθουμε στο εμβληματικό φιλμ, πήρε όντως αυτό που της άξιζε, έναν μανιακό φονιά, προϊόν εν μέρει του μπούλινγκ, του φτυσίματος και της σκατοψυχιάς των ανθρώπων γύρω του και του ισοπεδωτικού, άδικου συστήματος που τον περιβάλλει.
 
Η ανάδυση του μίζερου ανθρωπάκου από τον κοινωνικό πάτο, έως την αποθέωση που γνωρίζει από άλλους «κλόουν» με φόντο την κορυφογραμμή της μουντής και απρόσωπης μεγαλούπολης, γίνεται πιστευτή στα χέρια του επιδέξιου Τοντ Φίλιπς που κάθεται πίσω από την κάμερα και μάλλον αδίκως δεν πήρε το χρυσό αγαλματάκι σκηνοθεσίας. Όλα όσα μεσολαβούν από το Α ώς το Ω, αποτελούν ένα masterclass για το σινεματικό είδος που απευθύνεται σε ψαγμένους και μη, τόσο για τις τεχνικές πτυχές όσο και για το ψαχνό του εγχειρήματος.
 
Ιστορία στο λευκό πανί, όμως, έγραψαν και τα «Παράσιτα» ως η πρώτη ξένη παραγωγή που κατακτά το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Το κορεάτικο πόνημα αποστόμωσε το Χόλιγουντ που υποκλίθηκε στην ευρηματικότητα του δημιουργού Μπονγκ Τζουν Χο, ο οποίος σμίλεψε μια ιλαροτραγωδία που καταγράφει την ταξική μάχη με ένα άκρως σύγχρονο φακό. Εν συντομία, μια φτωχή οικογένεια που ζει στην εξαθλίωση, μεσ’ στις κατσαρίδες και τη λίγδα, τρυπώνει (αρχικά) με μικροκομπίνες στη ζωή μιας πλούσιας οικογένειας που ζει το… αμερικανικό όνειρο, στην κορεάτική του βερσιόν. Το ‘χουμε δει το σενάριο και σε ελληνικές τραγικωμωδίες, αλλά εδώ, το κοντράστ του τοπίου, ανθρώπων και κτηρίων, μοιάζει αγεφύρωτο και καταλήγει σε τραγωδία.
 
Δύο κοσμήματα της έβδομης τέχνης, λοιπόν, το «Τζόκερ» και τα «Παράσιτα» είναι ο διδακτικός κινηματογράφος στα καλύτερά του. Για τους film buffs δύο ώρες στη σκοτεινή αίθουσα μπορεί να είναι μια εμπειρία ζωής, ένα τριπ που αλλάζει ζωές. Παρεμπιπτόντως, ανήκω από παιδιόθεν σ’ αυτή την κατηγορία. Από τότε που ως παιδί δημοτικού άρπαζα το λεωφορείο 53 και κατέβαινα, με φίλους ή μόνος, στο Ντιάνα 3 ή το Αθήναιον και ταξίδευα στο σύμπαν του πρώτου «Star Wars» ή στη σκονισμένη άγρια δύση του αντιήρωα Κλιντ. Δεν ξέρω αν η τέχνη μπορεί να αλλάξει την ανθρωπότητα –ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης πάντως, Στάνλεϊ Κιούπρικ, δεν το συμμερίζεται αυτό– σίγουρα όμως μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο. Και φιλμ όπως τα πιο πάνω, δύσκολα σε αφήνουν αδιάφορο. Εξάλλου, τέμνονται σε περισσότερα σημεία από ό,τι αρχικά διαφαίνεται. Και μέσα από το φακό του δικού μας κυττάρου, καθίστανται άκρως επίκαιρες.
 
Το ταξικό χάσμα που διευρύνεται κι ας είμαστε σε άρνηση, συνάνθρωποι που στο στρίμωγμά τους προβαίνουν σε εξευτελιστικές πράξεις, καραγκιόζηδες που μας πιάνουν σε ψιλό γαζί, εντός και εκτός πολιτικής… δεν χρειαζόμαστε τον κινηματογράφο για να μας τα υποδείξει. Τον χρειαζόμαστε, όμως, για να μας ακονίσει τις αισθήσεις, να μας τσιγκλήσει. Όταν ο Τζόκερ αφαιρεί τη μάσκα, εμφανίζεται μια άλλη μάσκα και κάτω από αυτήν μια άλλη και πάει κλαίγοντας. Και όταν οι εξαθλιωμένοι εισβάλλουν στον φαινομενικά φιλόξενο χώρο των γιάπηδων, δύσκολα ξεχωρίζεις ποιοι είναι τα παράσιτα. Εμείς, ως θεατές ή/και παίχτες, προσπαθούμε να ψηλαφίσουμε μέσα στο σκοτάδι για να βγάλουμε άκρη. Μέχρι να ανάψουν τα φώτα.
 
Φιλελεύθερα, 16/2/2020.
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...