To Top
19:07 Πέμπτη
2 Απριλίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Η Άσσια, το χωριό του Τάσσου και οι ψευδαισθήσεις
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ "Φ" • Η Άσσια, το χωριό του Τάσσου και οι ψευδαισθήσεις
  24 Φεβρουαρίου 2020, 10:30 πμ  
Στο βιβλίο του Κώστα Χρ. Τζωρτζή, «Άσσια μας θα επιστρέψουμε», έκδοση 1995, περιλαμβάνεται ένα εκτενές κείμενο του Τάσσου Παπαδόπουλου με τις αναμνήσεις του από το χωριό της μητέρας του, την κατεχόμενη Άσσια. Ο ίδιος ο Τάσσος είχε γεννηθεί στη Λευκωσία, σ’ ένα σπίτι που ήταν κτισμένο απέναντι από την Αρχιεπισκοπή, πριν ακόμα δημιουργηθεί ο δρόμος που οδηγεί στο μνημείο της Ελευθερίας, εξαιτίας του οποίου απαλλοτριώθηκε και κατεδαφίστηκε, αλλά από μικρή ηλικία επισκεπτόταν κάθε Σαββατοκύριακο την Άσσια με τους γονείς του. Είναι μια ωραία, ανθρώπινη, συναισθηματική μαρτυρία, πέραν του δέοντος περιγραφική, σε πρώτο πρόσωπο, στην οποία μιλά για τα καλοκαίρια στο χωριό, την εποχή θερισμού, τον «αφέντη» παππού του, τα παιχνίδια στις στέγες των σπιτιών με τα ξαδέλφια του, την φύλαξη των μποστανιών, τους έξι μήνες που, ένεκα του Παγκοσμίου Πολέμου, χρειάστηκε να πάει εκεί Δημοτικό... Μέχρι μια ανάμνηση όταν, ως υπουργός πια της πρώτης κυβέρνησης της Ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, συνόδευσε τον Μακάριο στα εγκαίνια του οικήματος των «Εθνικών Σωματείων Άσσιας» και τον χαιρετισμό που αυτός απηύθυνε στους χωριανούς: «Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι στην Άσσια, που είναι παγκύπρια διάσημη γιατί παράγει τα Ασσιώτικα αγγούρια της, για τα γαϊδούρια της και... (δείχνοντας με το χέρι του προς εμένα) τους υπουργούς της». Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που ο Τάσσος είδε την Άσσια.
 
Στο τέλος αυτής της ανθρώπινης μαρτυρίας, η οποία αναδημοσιεύτηκε το 2009 και στο νέο βιβλίο του Κώστα Χρ. Τζιωρτζή με τίτλο «ΑΣΣΙΑ περιμένοντας την Ανάσταση», ο Τάσσος Παπαδόπουλος καταθέτει μια μαρτυρία εξαιρετικά σπουδαία από πολιτικής σκοπιάς. Την παραθέτω αυτούσια, με την παράκληση να δώσετε ιδιαίτερη σημασία στις λέξεις που χρησιμοποιεί: «Θέλω, τώρα, να αποκαλύψω για πρώτη φορά, κάτι σχετικό με τον χάρτη που παράδωσα στη Βιέννη, το 1977, όταν ήμουν Συνομιλητής σχετικά με τα σύνορα της Διζωνικής Ομοσπονδίας που είχαμε προτείνει και που αφορά την Άσσια. Το Εθνικό Συμβούλιο, είχε αποφασίσει ότι για να μην διαρρεύσει ο χάρτης που θα δίναμε στη Βιέννη, τον τελικό χάρτη θα τον κατάρτιζε ο Μακάριος και εγώ, μόνο. Κανένας άλλος, δεν ήξερε την τελική γραμμή διαχωρισμού. Στο δικό μου χάρτη (όποιος θέλει μπορεί να το διαπιστώσει από το αντίτυπο του χάρτη που παράδωσα και, που έκτοτε, δημοσιεύτηκε), είχα σημειώσει μια μικρή καμπύλη στη γραμμή διαχωρισμού που άφηνε την Άσσια, μέσα στην περιοχή που θα ήταν κάτω από τη διοίκηση της Ελληνοκυπριακής πλευράς. Πρόσεξε την καμπύλη ο Μακάριος, που δεν υπήρχε στο αντίγραφο που κρατούσε ο ίδιος, και με ρώτησε (είμαστε μόνο οι δυο μας στο γραφείο του στην Αρχιεπισκοπή) “γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά;”. Του είπα: “Διότι είναι το χωριό μου”. Με κοίταξε για μισό λεπτό, με εκείνα τα βαθυστόχαστα και διαπεραστικά μάτια του και είπε απλά: “Εντάξει”. Και με την πέννα του, σημείωσε και στο δικό του αντίγραφο την καμπύλη».
 
Ως γνωστόν, ο Τάσσος Παπαδόπουλος υπέβαλε τον διζωνικό χάρτη στις 31 Μαρτίου 1977 και είδε το φως της δημοσιότητας μερικές μέρες μετά, στις 3 Απριλίου 1977, σε πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Σημερινή», κάτω από τον πηχυαίο τίτλο: «Ο διζωνικός χάρτης». Για όσους, σαράντα τόσα χρόνια μετά, ανασκαλίζουν τα περί ΔΔΟ, το πότε και πώς την αποδεχτήκαμε και καταπιάνονται με έννοιες όπως «σύνορα» και «διαχωρισμοί», βρίσκοντας προφάσεις εν αμαρτίες, καλό είναι να ρίχνουν μια ματιά σε τέτοιες μαρτυρίες και δημοσιεύματα - βοηθούν στην αποφυγή των κλωθογυρισμάτων. Και στο να μη χανόμαστε στη συνθηματολογία ξεχνώντας, θελητά ή αθέλητα, την πορεία των γεγονότων.
 
Ο διζωνικός χάρτης, λοιπόν, που ετοίμασε ο Μακάριος και ο Τάσσος μπορεί με μια μονοκοντυλιά να άφηνε την Άσσια στη διοίκηση της ελληνοκυπριακής πλευράς, δεν άφηνε όμως ολόκληρη την επαρχία της Κερύνεια και άλλες πολλές περιοχές που περιλαμβάνονταν στο έδαφος της τάξης του 20% ως «initial pid», που εμείς προτείναμε να μείνει στην τουρκοκυπριακή διοίκηση, ενώ ξεκάθαρο ήταν ότι 50.000 πρόσφυγες δεν θα επέστρεφαν (προσέξτε: τότε, το 1977, τρία χρόνια μετά την εισβολή!) στις πατρογονικές τους εστίες.
 
Τι στάθηκε αφορμή γι’ αυτό το ανασκάλισμα της ιστορίας σε μια εποχή, μάλιστα, που θεωρώ το Κυπριακό τελειωμένη υπόθεση; Οι συχνές αναρτήσεις του φίλου μου Χρύση Παντελίδη, εκ των στενών συνεργατών του Νικόλα Παπαδόπουλου, που αρέσκεται να αναφέρεται σε «ψευδαισθήσεις» και «αποτυχημένη πολιτική» (!) και στο καπάκι μια τηλεοπτική εμφάνιση του έτερου της κουστωδίας των στενών συνεργατών του προέδρου του ΔΗΚΟ, του Γιώργου Σολωμού, ο οποίος θα συνεχίσει, λέει, τον αγώνα για επιστροφή των προσφύγων και δεν δέχεται ότι η Κερύνεια δεν θα μας επιστραφεί.  
 
Περιοδικό Down Town, τεύχος 688.
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...