To Top
01:42 Κυριακή
23 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950
ΑΡΧΙΚΗΑΠΟΨΕΙΣΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΟΝ "Φ" • Το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950
  15 Ιανουαρίου 2020, 9:54 πμ  
Ο Ενωτικός Αγώνας στην Κύπρο αρχίζει επίσημα από το 1828 με σχετικά υπομνήματα προς τον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Προϊόντος του χρόνου οι ενωτικές προσπάθειες των Ελλήνων Κυπρίων γίνονται ολοένα και πιο έντονες, με αποκορύφωμα το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950. Είχαν προηγηθεί δύο ακόμη Ενωτικά Ψηφίσματα σε όλους τους ενοριακούς ναούς της Μεγαλονήσου, το πρώτο την 25η Μαρτίου 1921 και το δεύτερο την 25η Μαρτίου 1930.
 
Η ιδέα της συγκέντρωσης υπογραφών, ως μέτρο πίεσης για την εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, γεννήθηκε στους κόλπους της Κυπριακής Αριστεράς. Η ηγεσία του «Ανορθωτικού Κόμματος Εργαζομένου Λαού» (Α.Κ.Ε.Λ.) σε ανακοίνωσή της τον Νοέμβριο του 1949, ανήγγειλε την πρόθεσή της να συγκεντρώσει υπογραφές υπέρ της Ενώσεως. Μέσω οργανώσεων και δημοτικών συμβουλίων που έλεγχε, το Α.Κ.Ε.Λ., κατάγγειλε με υπόμνημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) την καταπίεση των Ελλήνων της Κύπρου από τους Βρετανούς, προβάλλοντας επιτακτικά το αίτημα για Ένωση, καλώντας την Ελληνική Κυβέρνηση «να υποστηρίξει τον πανελλήνιο πόθο για την Ένωση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα». 

Η Εθναρχία υπό την καθοδήγηση του Μακαρίου Β', υιοθετεί αυτή την ιδέα και αναγγέλλει ότι θα αναλάμβανε η ίδια τη διοργάνωση του όλου εγχειρήματος. Το Α.Κ.Ε.Λ. χάρη της ενότητας, συμφωνεί και καλεί τα μέλη και τους οπαδούς του να ψηφίσουν υπέρ της Ένωσης στο δημοψήφισμα. 
 
Η βρετανική αποικιακή διοίκηση απορρίπτει στις 12 Δεκεμβρίου 1949, την πρόταση της Εκκλησίας να αναλάβει αυτή τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος, διαμηνύοντας πως δεν τίθεται ζήτημα αλλαγής του καθεστώτος στην Κύπρο. Παρά την άρνηση της αποικιακής Κυβέρνησης, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β' με εγκύκλιό του προς τον λαό θα ανακοινώσει την απόφαση για διενέργεια δημοψηφίσματος: 

«Κυπριακέ λαέ, καλείσαι όπως ηνωμένος και αδιάσπαστος επιτελέσεις και τώρα το προς την δούλην πατρίδα σου καθήκον μετ’ ενθουσιασμού…. Εμπρός Κύπριοι, όλοι εις τα επάλξεις διά την μάχην του Δημοψηφίσματος, διά την εθνικήν μας αποκατάστασιν, διά την Ένωσιν με την αθάνατον Μητέρα Ελλάδα». 

Την εγκύκλιο και τη θέση της Εκκλησίας στήριξε με ιδιαίτερη θέρμη και το Α.Κ.Ε.Λ. Ήταν η πρώτη και η μοναδική ίσως φορά που Κυπριακή Εκκλησία και Α.Κ.Ε.Λ., είχαν κοινό πολιτικό στόχο. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που η ενωτική πρωτοβουλία τύγχανε παλλαϊκής υποστήριξης. Τέτοια αρραγής ενότητα δεν θα υπάρξει άλλη από τότε.

Τον Ιανουάριο του 1950, ο Μακάριος Γ' ως προϊστάμενος του Γραφείου Εθναρχίας της Εκκλησίας της Κύπρου, οργάνωσε το δημοψήφισμα που διεξήχθη σε δύο συνεχόμενες Κυριακές, ­στις 15 και 22 του Ιανουαρίου του 1950 στις εκκλησίες και είχε τη μορφή δημόσιας (φανερής) συλλογής υπογραφών, υπό την επίβλεψη των ιερέων.

Οι συμμετέχοντες υπέγραφαν τέσσερις φορές έτσι ώστε να δημιουργηθούν τέσσερις τόμοι που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και είχαν την επιλογή να υπογράψουν σε ειδικά φύλλα χαρτιού που έγραφαν στο πάνω μέρος με κεφαλαία γράμματα:
«ΑΞΙΟΥΜΕΝ, ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» ή «ΕΝΙΣΤΑΜΕΘΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ».
 
Το σύνολο σχεδόν των Ε/κ αξίωσε διά της υπογραφής του, Ένωση με την Ελλάδα. Συγκεντρώθηκαν 215.108 υπογραφές επί συνόλου 224.757 ατόμων που είχαν δικαίωμα ψήφου, που αντιπροσώπευε το 95,7 % του εκλογικού σώματος. Την Ένωση υποστήριξαν ενυπογράφως και αρκετοί Τ/κ, Μαρωνίτες και Αρμένιοι. 

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, με όλες τις υπογραφές, δέθηκαν σε τέσσερις σειρές από 18 τόμους η κάθε μια, και αποφασίσθηκε, οι τρεις σειρές τόμων να δοθούν στην Ελληνική Κυβέρνηση, την Αγγλική Κυβέρνηση και τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. 

«Οι χώρες τις οποίες θα επισκεπτόταν η Πρεσβεία καθώς επίσης και η σύνθεσή της θα αποτελέσουν τις αιτίες τερματισμού της πρόσκαιρης όπως αποδείχθηκε συμπόρευσης Εθναρχίας και Αριστεράς. Το αποτέλεσμα ήταν να συγκροτηθούν δύο ξεχωριστές πρεσβείες».
   
Η ΑΘΗΝΑ ΔΕΝ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ ΝΑ ΣΥΓΚΡΟΥΣΘΕΙ ΜΕ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ
Η Πρεσβεία της Εθναρχίας επισκέφθηκε πρώτα την Αθήνα, όπου στη συνάντηση με τον Έλληνα Πρωθυπουργό έγινε ξεκάθαρο ότι η Αθήνα δεν επιθυμούσε τη συγκεκριμένη στιγμή να συγκρουσθεί με το Λονδίνο. Χαρακτηριστική της όλης προσέγγισης του θέματος από την Ελληνική Κυβέρνηση ήταν η δήλωση του Έλληνα Πρωθυπουργού Στρατηγού, Νικολάου Πλαστήρα, ο οποίος είχε πει, ορθά, κοφτά, στον Μακάριο, όταν μετά από λίγους μήνες έγινε Αρχιεπίσκοπος: «Εγώ, παπά μου, με την Αγγλία δεν τα βάζω». Τα ίδια είχε πει και ο Σοφοκλής Βενιζέλος και η αντιπολίτευση η οποία τότε ήταν εντελώς αρνητική.
 

Η Κυβέρνηση Πλαστήρα ήταν πολύ επιφυλακτική ακόμη και ως προς την πραγματοποίηση συνάντησης με την Κυπριακή Πρεσβεία. Αναγκάσθηκε όμως να αλλάξει γνώμη ύστερα από τη θερμή υποδοχή που αυτή έτυχε από χιλιάδες Έλληνες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της χώρας και η δημοσιότητα που έλαβε το όλο θέμα στον ελληνικό Τύπο. Μέσα σε αυτό το περίεργο σκηνικό, οι τόμοι των υπογραφών παραδόθηκαν, στις 4 Ιουλίου 1950, στον Πρόεδρο της Βουλής, Δημήτρη Γόντικα. Ακολούθως το Ελληνικό Κοινοβούλιο υιοθέτησε σχετικό ψήφισμα με το οποίο εξέφραζε πλήρη υποστήριξη στο αίτημα των Ε/κ.   

Στη συνέχεια η αντιπροσωπεία μετέβη στο Λονδίνο όπου η Βρετανική Κυβέρνηση αρνήθηκε να τη δεχθεί. Τον Σεπτέμβριο, μετέβη στη Νέα Υόρκη. Με τη βοήθεια Ελληνοαμερικανών πολιτικών και της εκεί Αρχιεπισκοπής, διευθετήθηκαν συναντήσεις με αξιωματούχο της αμερικανικής κυβέρνησης, με αντιπροσωπείες ξένων χωρών στα Ηνωμένα Έθνη, καθώς επίσης και διαφωτιστικές εκστρατείες σε αμερικανικές πόλεις. Οι επαφές στις Η.Π.Α. ήταν οι πιο πετυχημένες και παραγωγικές κυρίως από πλευράς συμπάθειας και κατανόησης ως προς τις θέσεις της Πρεσβείας.

Η Πρεσβεία του Α.Κ.Ε.Λ. μετέβη στο Λονδίνο
Από την πλευρά της η Πρεσβεία του Α.Κ.Ε.Λ. (Ε.Α.Σ), στην οποία δεν παραχωρήθηκε θεώρηση εισόδου για την Ελλάδα, μετέβη στο Λονδίνο, όπου μετά την άρνηση του υπουργού Αποικιών να τη δεχθεί, πραγματοποίησε επαφές με βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και με στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Αγγλίας. Στη συνέχεια η πρεσβεία μετέβη στο Παρίσι όπου συναντήθηκε και με τον Πρωθυπουργό Πλαστήρα που βρισκόταν στη γαλλική πρωτεύουσα. Το Ε.Α.Σ. ζήτησε την εγγραφή του θέματος στα Ηνωμένα Έθνη και ο Έλληνας Πρωθυπουργός εξέφρασε τη διαφωνία του με μια τέτοια προοπτική, υποστηρίζοντας τη διευθέτηση του θέματος στο πλαίσιο των ελληνοβρετανικών σχέσεων.  
Η αντιπροσωπεία συνέχισε τις επαφές της, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, σε Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Πολωνία. Η επίσκεψη στη Μόσχα δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της άρνησης για παραχώρηση σχετικής θεώρησης εισόδου από το σοβιετικό καθεστώς.
Το δίκαιο και αναφαίρετο αίτημα της Ενώσεως σκόνταψε στην εχθρική-ανέντιμη στάση του ξένου παράγοντα, που δεν άφησε τη συνολική βούληση του κυπριακού λαού να φθάσει στον ποθητό στόχο, την Ένωση με τη διαχρονική πηγή του παγκόσμιου πολιτισμού, την οδηγήτρια μάνα Ελλάδα. Την Ελλάδα που (εκτός του Ιωάννη Καποδίστρια και του Γεωργίου Παπανδρέου), ουδέποτε αξίωσε - υποστήριξε εμπράκτως την ενσωμάτωση της Κύπρου στον εθνικό κορμό.


* Αναπλ. καθηγητής Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας 

a.avgoustis@hotmail.com

  Αυγουστίνος (Ντίνος) Αυγουστή   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...