To Top
12:32 Τρίτη
25 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Σ. Λιασής: 44 χρόνια ελεύθερος, 44 χρόνια εγκλωβισμένος
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ • Σ. Λιασής: 44 χρόνια ελεύθερος, 44 χρόνια εγκλωβισμένος
Τελευταία Ενημέρωση: 21 Αυγούστου 2018, 5:36 μμ

Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις το σπίτι, ακόμη κι αν το επισκέπτεσαι πρώτη φορά - μπλε τα παράθυρα, μπλε η πόρτα, φροντισμένη η αυλή με τους βασιλικούς που μόλις έχουν μυρίσει στα δωμάτια, ψηλοτάβανο και με εικόνες αγίων στον ηλιακό και στο σαλόνι, μ’ ένα καντήλι μπροστά από δυο ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες στο υπνοδωμάτιο, με πλακάκια 80 χρόνων -κτίσμα του πεθερού του το σπίτι- που ακόμα αντέχουν και περιγράφουν την ιστορία που πάτησε επάνω τους σιωπηλά -αλλά υπερήφανα!- κι όχι με τσαλαπατημένο κάποιο αφηρημένα χαμένο γόητρο. Τον κύριο Σάββα δεν θα τον συναντούσα πρώτη φορά - γνωριστήκαμε το 2015 στο πρώτο ετήσιο μνημόσυνο του γιου του, στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας (ένα μικρό χωριό πάνω από τη θάλασσα της Γιαλούσας, ονομαζόμενο σήμερα από τους Τούρκους «Sipahi»), λίγες εβδομάδες αφότου είχε πεθάνει και η γυναίκα του - η μορφή της Μαρούλλας που, κοιτώντας την, είχες τη βεβαιότητα πως έκανε παρέα μόνο με μορφές αγίων. «Κύριε Σάββα, πώς τα καταφέρνεις κάθε φορά τζιαι μας συγκινείς;», τον ρώτησα το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου, καθισμένοι μπροστά από το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας, με δροσερό καρπούζι μέσα στα σκαλισμένα πιατάκια. Δεν ήξερε τι να πει - αυτός, ο πάντοτε κοινωνικός «έφηβος». Σήκωσε τα μάτια του στο ταβάνι -τα αιώνια υγρά- και σαν να εισχωρούσαν -όχι σπάνια- στον ουρανό, «συνομίλησε» αθόρυβα με τους πεθαμένους του και σιώπησε.
  

Είσαι ήρωας, κύριε Σάββα;

Από τι να είμαι ήρωας; Εσκότωσα κανέναν; Εσκότωσεν με κανένας;

Είσαι κάτι σαν τον υπεύθυνο μέσα στην Αγία Τριάδα;

Κρατώ ούλλα τα αρχεία. Έκαμνα περίτου πράματα παλιά, αλλά εν μπορώ, εμεγάλωσα. Άρχισεν τζιαι το φως μου να λλιανίσκει. Επαττάλεψα. Τότες ήρτεν ο αξιωματικός των Τούρκων, ένας άνθρωπος γεμάτος παράσημα, εφίλησεν το σιέριν μου, τζιαι είπεν μου: «Είπαν μου οι άλλοι ότι είσαι καλός. Θέλω να βοηθάς τους δικούς σου. Έχω διαταγή να φέρω 72.000 κόσμο στο Βαρώσι τζιαι στην Καρπασία. Όσοι εφύαν που τα σπίθκια, θα τα γράψουμε». Λαλεί του η γεναίκα μου: «Ήρταν τέσσερις τζιαι πειράζουν μας! Επιάσαν μας το φτυάρι, το σιεπάρνιν, το λάστιχο του νερού, λαλούν λόγια». Λέει μου: «Ξέρεις τους;». «Ξέρω τους», είπα του. «Γράψε μου τους, να τους δώκω του τσιαούση, να τους στείλουμε τζιει που το Λευκόνικο, να κάμουν εξορία».

Δεν εφοήθηκες ποττέ, ζώντας μέσα σε ένα σπίτι με τους Τούρκους γύρω σου;

Εν εφοήθηκα. Εκλειδωνούμασταν μέσα στο σπίτι με τη γεναίκα άμα εσουρούπωνε, τζιαι εμεινίσκαμεν μέσα. Όταν ήρταν τα τανκς που τη θάλασσα, εφκήκα πάνω στο δώμα. Είπαν μας ότι εν να πάσιν στη Γαληνόπορνη. Ήρτεν η αστυνομία. Είπεν μας ένας ζαπτιές: «Έννεν για λλόου σας που ήρταν. Εν να περάσουν που δαμαί, τζιαι εν να φύουσιν». Ήταν τότες που εξεκίνησεν ο πόλεμος. Εν έξερεν κανένας την αλήθκεια. 
Πώς και δεν έφυγες τζιαι εσύ που το σπίτι για να γλιτώσεις, να πάεις στις ελεύθερες περιοχές;
Γιατί να φύω που το σπίτι μου; Να τους δώκω το κλειδί τζιαι να πηαίννω μετά να φωνάζω, σαν πρόσφυγας, «θέλω το σπίτι μου πίσω»;

Πώς ήταν η ζωή σου στο χωρκόν μετά τον πόλεμο;

Δαμαί αγαπούν με. Τζιαι  Έλληνες τζιαι Τούρτζιοι. Ήμουν ο «Rumpapa» για τους Τούρκους, ο πατέρας των ρωμιών. Μια Τουρκάλα που εμεγάλωσεν μαζί μας, ήρτεν προχτές τζιαι έφερεν μου προσκλητήριο του γάμου της. Τι φταίσιν οι ανθρώποι; Επροσπάθησα να βοηθήσω, όποιον είσιεν ανάγκη. Ήμουν παρών στες γέννες. Ήμουν παρών στες κηδείες. Έχω ένα δεφτέρι που τα γράφω ούλλα μέσα. Έκαμνα τον οδηγό, έπαιρνα κάθε μέρα κόσμο στο νοσοκομείο του Βαρωσιού -τζιαι Έλληνες τζιαι Τούρκους- έκαμνα τον μουχτάρη, τον διερμηνέα -διότι εμιλούσα γλώσσες- έψαλλα στην εκκλησία, ετοίμαζα χαρκιά, εβοηθούσα όσους εν ήξεραν γράμματα, εδίδασκα μιαν εποχή τζιαι στο δημοτικό τους μιτσιούς - αγγλικά, γραμματική, τούρτζικα, τζιαι γαλλικά άνευ διδασκάλου που ένα βιβλίο που είχα που παλιά. Επροσπαθήσαμεν ούλλοι να μεν στερηθούν κάτι τα μωρά. Έπρεπεν να επιβιώσουμε. Ήμασταν 1,300 νομάτοι μέσα στο χωρκόν… Που επέθανεν ο Μακάριος ήταν γεμάτο το σπίτι μου. Γιατί ήμουν ο μόνος που είχα τηλεόραση. Έφερά την που το μαχαζίν μου πριν το κλείσω. Ό,τι ήθελεν ο κόσμος εξυπηρετούσα τον.   

Τώρα πόσοι είστε στην Αγία Τριάδα;

Σαράντα πέντε. Τζιαι καμιά τρακοσιά στο Ριζοκάρπασο. Έχω τους ούλλους γραμμένους στα χαρκιά. Την Κυριακή έχουμε κηδεία. Εν να σβήσω έναν. Λλιανίσκουμεν.  

Η ελευθερία δεν σου έλειπε ποτέ;

Τι εν η ελευθερία; Μέσα στο χωρκόν μου ήμουν ελεύθερος. Εν θα ήμουν ελεύθερος αν ήμουν στις «ελεύθερες περιοχές». Θα εστερούμουν το χωρκόν μου, το σπίτι μου. Τούτη έννεν ελευθερία! Επήεννα στη θάλασσα, εψάρευκα, τζιαι εγίνουμουν καλά. Επήαν οι άλλοι τζιαι ήταν που κάτω που τες τερατσιές, κάτω που τες ελιές. Εγώ ήμουν μες στο σπίτι μου. Η Μαρούλλα τότες έκαμεν κάτι κάσιες, έβαλεν μέσα πιατικά, μαείρισσες, σεντόνια. Ήρτεν ο Τούρκος ο αξιωματικός τζιαι ερώτησέν μας: «Ίντα που εν τούτα;». Είπαμεν του. «Να μείνετε δαμαί τζιαι εν να σας γλέπω εγιώ. Έν θα πάτε πουθενά», απάντησέν μας. Εμείναμεν.

Εμετάνιωσές το;

Ποττέ!

Πότε το πήρες απόφαση ότι ο γιος σου, που ήταν αγνοούμενος, δεν ζούσε πλέον;

Τούτα εν δύσκολα πράματα… Εγώ είχα μαχαζίν στη Γιαλούσα. Μπακάλικο. Έφερνα που ούλλα. Που τούτον εζούσαμεν εγιώ, η γεναίκα μου, η κόρη μου τζιαι ο γιος μου. Τον Γιαννάκη εστείλαμεν τον στην Ελλάδα να σπουδάσει για να το αναλάβει μετά μόνος του. Τζιείνο το καλοτζιαίρι ήρτεν στο χωρκόν για να κάμει διακοπές. Έγινεν η επιστράτευση. Εκαλέσαν τζιαι τον Γιαννάκη μετά. Ήταν να μπει μέσα στο λαντρόβερ τζιαι εδώκαμεν του μια τσάντα με κουνέλι για να φάσιν με τους στρατιώτες, που το έκαμεν η μάνα του που το πρωί, πριν φύει. Τούτη ήταν η τελευταία φορά που τον είδαμε. Ήταν 11 του Αυγούστου. Μετά εχάθηκεν. Εν είχαμεν νέα του. Ελέαν μας πολλά. Κάποιοι ελαλούσαν μας «μακάρι να ζει, αλλά εσκοτώσαν τους ούλλους», άλλοι ελέαν μας «ο Γιαννάκης ζει, είδαμεν τον, έχουν τον στα τούρτζικα, εκάμαν τον δάσκαλο», άλλοι «είδαμεν τον μέσα σε έναν ίδρυμα τζιαι δουλεύκει» - ο καθένας ό,τι έθελεν ελάλεν, εν εξέραμεν. Εκάμαμεν τη μέθοδο του dna, τζιαι ελπίζαμεν. Η Μαρούλλα ελάλεν: «Ο Γιαννάκης εν ζωντανός». Εγώ εν εμιλούσα.… Ήταν πάλε καλοτζιαίρι. Του 2014. Η Μαρούλλα ακόμα εζούσεν. Εχτύπησεν το τηλέφωνο. Ήταν που τη Λευκωσία. Εσήκωσεν το η κόρη μου, η Τούλα. Εγώ εκάθουμουν στο κρεβάτι, αλλά είχα προαίσθηση ότι κάτι καλό εν να ακούσω τζιείνην τη μέρα. Είπαν της ότι εβρεθήκαν τα οστά του Γιαννάκη. «Γιατί μου το εστέρησες τούτο το τηλέφωνο, κόρη μου;», είπα της Τούλας. «Τούτο το τηλεφώνημα εκαρτερούσα το 40 χρόνια!». 12 Ιουλίου εκάμαμεν την κηδεία. 12 Ιουλίου ήταν τζιαι τα γενέθλιά μου. Έτσι ήταν γραφτό. Ηρέμησεν η ψυσιή του γιου μου. 

Η Μαρούλλα πώς το επήρε;

Ησύχασε. Εσιωπήσαμεν. 

Εμίσησες τους Τούρκους που εσκοτώσαν τον γιο σου;

Ήταν πόλεμος…

Πώς είναι τώρα η καθημερινότητά σου στο χωρκόν;

Θωρώ κάθε νύχτα τες ειδήσεις που το ΡΙΚ. Παρακολουθώ τι γίνεται στον κόσμο. «Εμείς είμαστε τυχεροί, κανέναν παράπονο εν πρέπει να έχουμε», λαλώ όταν θωρώ τόσους ανθρώπους που εκαήκαν στην Αθήνα. Κάμνω τον σταυρό μου συνέχεια! Εγώ είμαι ένας άνθρωπος κοντά στον Θεό - όταν ήμουν μιτσής ήθελα να πάω να γίνω καλόγηρος. Όσον ήταν αγνοούμενος ο Γιαννάκης, κάθε λλίο εμνημόνευφκά τον στην εκκλησία μας – «Ιωάννου αγνοουμένου», έγραφα. Τη νύχτα θκιαβάζω κάμποσα θρησκευτικά βιβλία που μου έδωσεν ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής, τζιοιμούμαι κατά τες 10 η ώρα, ξυπνώ που τα χαράματα τζιαι ασχολούμαι με το σπίτι τζιαι τους χωρκανούς. Δεν ησυχάζω. Τούτη εν η ζωή μου. Καλή ώρα, σαν προχτές που ήταν Κυριακή, αν ήμουν νεότερος, θα επήαιννα βόλτα ως τον Άη Θέρισο για παγωτό ή ως τον Απόστολο Αντρέα. Να θωρείς τη φύση, να αννοίει η ψυσιή σου! Δυσκολεύκουμαι πλέον. Το χωρκόν μας ήταν πάντα γεμάτο ελιές, η θάλασσα εν ένα μίλι που δαμαί, εκάμναμεν μεταξοσκώληκα, χαρούπια, εσπέρναμεν τα χωράφκια μας με ούλλα τα αγαθά. Τίποτε δεν μας έλειψεν που τούτα. Εν ο παράδεισος δαμαί!

Πιστεύκεις ότι εν να ελευθερωθεί η Κύπρος, κύριε Σάββα;

Εν πιστεύκω τον μάστρο της. Εν εις την κούρβα, θωρώ την, αλλά εν κλώθει ποδά. Φοάται. Μόνον ο Θεός ξέρει. Παρακαλώ τον Θεό κάθε νύχτα. Τους αγίους. Κάτι να γενεί. Πριν να πεθάνω. Περιμένω την να ‘ρτει.

Θέλεις την να ‘ρτει;

Πόψε. Θέλω μόλις έρτει να πάω να την καλωσορίσω. Τζιαι ύστερα να πω σε ούλλους «γκιουλέ γκιουλέ» - στο καλό. Τζιαι ας πεθάνω. 

Φοάσαι μεν πεθάνεις;

Έκαμα συμφωνία με τον παπά. Έδωκεν μου αλλό δέκα χρόνια. 

Λείπει σου η Μαρούλλα;

Μιαν νύχταν ήρτεν δαμαί που ετζιοιμούμουν. Λαλώ της: «Είντα λοής εμπήκες μες στο σπίτι; Ερωμάνισα την πόρτα». «Κρατώ κλειθκιά!», είπεν μου. «Έφυα τζιαι άφηκες με μονασιή μου!». «Είσαι με τον γιο σου! Θέλεις τζι’ άλλους;», απάντησά της. Λαλεί μου: «Να ‘ρτεις τζιαι εσύ! Να είμαστεν ούλλοι μαζί. Πέταξε το μπαστούνι σου τζιαι έλα». Ύστερα εξύπνησα τζιαι εσυντύχαννα μανιχός μου. Εν ήξερα αν ήταν όραμα τούτον που είδα ή η αλήθκεια.

Για ποιο πράγμα είσαι παραπάνω περήφανος στη ζωή σου;

Που ακόμα αντέχω μέχρι τέλους.

Κλαίεις συχνά;

Όι. Έκλαψα που επαντρεύκετουν η κόρη μου στην Ολλανδία, έκαμα αίτηση για να πάω στον γάμο της, να τη δω νύφη, αλλά εν με αφήκαν. Εκάμαν το καταύτης. Για τούτον έκλαψα.

Στην κηδεία του Γιαννάκη;

Ο Γιαννάκης ήταν ο πρώτος αγνοούμενος που εθάφτηκεν ποδά. Εδάκρυσα  την ώρα της κηδείας του Γιαννάκη. Ησύχασεν η ψυσιή μας.
Τι ένιωθες κάθε φορά που σε βράβευαν; Το σπίτι σου είναι γεμάτο από παράσημα, πλακέτες, διπλώματα…
Αισθάνουμουν χαρά. Για ούλλους όσους εζούσαν στην Αγία Τριάδα εν τούτα. Εν ένιωθα καλλίττερος. Έννεν καλά να χουμίζεσαι.
Την έννοια του «εγκλωβισμένου» πώς την έχεις μέσα στο κεφάλι σου;
Μες στο σπίτι μου, εγκλωβισμένος εν ήμουν ποττέ. Ετζιοιμούμουν με τα παραθύρκα ανοιχτά τα καλοτζιαίρκα. Ήμουν ευτυχισμένος που ήμουν έσσω μου!

Τι είναι η Αγία Τριάδα για σένα;

Η Αγία Τριάδα εν η μάνα μου!  
 

  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου      Burcin Keleszade   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...