To Top
23:47 Τετάρτη
1 Απριλίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Ο λευκός οίκος που σκοτείνιασε η κατοχή
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ • Ο λευκός οίκος που σκοτείνιασε η κατοχή
  06 Μαΐου 2019, 5:15 πμ  
«Πήραμε ένα καρβέλι ψωμί, ένα καρπούζι και λίγο χαλλούμι και με τα ελαφριά μας ρούχα και τις σαγιονάρες μπήκαμε πρωί-πρωί της 14ης Αύγουστου στο αυτοκίνητο για να γλυτώσουμε από τους βομβαρδισμούς. Σχέδιό μας, να περάσουμε τη μέρα σε περιβόλια του διπλανού χωριού και το βράδυ να επιστρέψουμε». Το μεγαλείο της κοινότητας Λευκονοίκου, που άφησαν πίσω τους και που τελικά έσβησε με τις τραγικές μέρες της εισβολής και της εγκατάλειψης, περιγράφει η δήμαρχος του χωριού Ζήνα Λυσάνδρου. Αφορμή τα 80 χρόνια από την ίδρυση του δήμου, τα οποία θα τιμηθούν με εκδηλώσεις σε όλη την ελεύθερη Κύπρο. «Μείναμε στο έλεος του Θεού. Πρόσφυγες στον τόπο μας. Εμείς! Που είχαμε έναν κάμπο ολόδικό μας και έναν γίγαντα με πέντε δάχτυλα, να μας φυλάει το βιος από τους κουρσάρους».
 
Όταν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπιτικό τους, το Λευκόνοικο μεσουρανούσε. «Ήταν ένα εμπορικό και πνευματικό κέντρο. Σύμφωνα με τις καταγραφές, το πιο μεγάλο και πιο πλούσιο χωριό της Κύπρου. Αποτυπώνεται μάλιστα και σε μια γκραβούρα της εποχής. Η εκκλησία του Αρχαγγέλου. Το δικαστήριο με επιγραφή 1915. Δίπλα του, το νοσοκομείο. Εκεί ήταν επίσης το δημόσιο οδοντιατρείο και φαρμακείο. Το Λευκόνοικο είχε την πρώτη χωρική συνεργατική τράπεζα, που ιδρύθηκε στην κοινότητά μας το 1909. Διέθετε επίσης ταχυδρομείο και αποθήκες για το σιτάρι. Ήταν σιταρομάνα γη. Αρχικά ήταν μία η αποθήκη και έπειτα χτίστηκαν ακόμη εφτά. Ένα κτίσμα σαν κόσμημα. Σήμερα τις γεμίζουν οι Τούρκοι», αναπολεί η δήμαρχος και συνεχίζει: «Τόσο πλούσιο ήταν το Λευκόνοικο, που παρήγαγε διπλάσια ποσότητα σιταριού, από το δεύτερο χωριό με τη μεγαλύτερη παραγωγή». 
 
Η κ. Λυσάνδρου θυμάται πολύ καλά το Λευκόνοικο, αφού έζησε σε αυτό μέχρι τα 19 της χρόνια. «Τότε ήμουν φοιτήτρια Φιλολογίας στην Αθήνα και μόλι είχα επιστρέψει για διακοπές. Μάλιστα, έφερα και φιλοξενούσαμε και μια συμφοιτήτριά μου. Την 14η Ιουλίου φύγαμε από το Λευκόνοικο και γυρίσαμε όλη τη βόρεια ακτογραμμή και έπειτα πήγαμε στην Κερύνεια. Ίσως ήμασταν από τους τελευταίους που μπήκαμε στο κάστρο της. Το πρωί της 15ης πήγαμε στη θάλασσα της Ακανθού. Εκεί μάθαμε πως έγινε το πραξικόπημα». Όπως εξηγεί η κ. Λυσάνδρου, τις επόμενες μέρες η φίλη της έφυγε με πλοίο από τη Λεμεσό. Η ίδια, όπως και η οικογένειά της, συνέχιζαν να διαμένουν στο σπίτι τους. 
 
«Βλέπαμε από τη βεράντα μας τους καπνούς και τα αλεξίπτωτα που ανοίγαν. Ο πατέρας μου, που γνώριζε Τουρκικά, έβαλε ραδιόφωνο και άκουσε πως επρόκειτο να κάνουν εκεχειρία. Τότε ήταν που ξεκίνησαν τα βάσανα για τους κατοίκους του βορρά. Εμείς, νιώθαμε ασφάλεια. Είμασταν μακριά. Στο σπίτι μας, στο βιος μας, στην άνεσή μας, τους συμπονούσαμε, αλλά δεν τους καταλαβαίναμε μέχρι που γίναμε πρόσφυγες και εμείς». Η αγωνία τους εντάθηκε στις 14 Αυγούστου, όταν αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το σπίτι τους, οπόταν και έφυγαν με σκοπό να ξαναγυρίσουν το βράδυ. «Ο στρατός δεν μας επέτρεψε να επιστρέψουμε. "Έσπασε η γραμμή της Μιας Μηλιάς" μας είπαν».
 
Οι ένδοξες εποχές και η πρωτοπορία
 
Τον 6ο αιώνα π.Χ., περιγράφει η κ. Λυσάνδρου, «χτίστηκε ένα λευκό σπίτι και ο κόσμος συνήθιζε να λέει "πηγαίνω στον λευκό οίκο". Έτσι προέκυψε το όνομα του χωριού. Λευκόνοικο, που σημαίνει λευκός οίκος. Ήταν ο πρώτος συνοικισμός». Τα ερχόμενα χρόνια οι άνθρωποι μετοίκησαν λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, στην πεδιάδα της Μεσαορίας και στους πρόποδες του Πενταδακτύλου. «Πήραν την τέχνη τους από την ειδωλολατρική εποχή, τα χαρακτηριστικά τους υφαντά με την εναλλασσόμενη ακολουθία από μπλε, κόκκινες και χρωματιστές λωρίδες και έφτιαξαν το σημερινό Λευκόνοικο».
 
Το χωριό αναπτύχθηκε και άνθησε. «Υπήρχαν εμπορικά καταστήματα και χρυσοχοεία. Να φανταστεί κανείς ότι από το 1920 λειτουργούσε ακόμη και ζαχαροπλαστείο. "H Ακρόπολις". Το 1955 είχαμε κινηματογράφο αλλά και κέντρο διασκέδασης. Ζήσαμε διαγωνισμούς βαλς και τανγκό». Όπως εξηγεί η κ. Λυσάνδρου, το Λευκόνοικο ήταν κοινότητα των γραμμάτων και ορόσημό του ότι μορφώνονταν και οι γυναίκες του. «Μάλιστα, η δική μου γενιά γυναικών ήταν η τρίτη που μορφώθηκε» σχολίασε και πρόσθεσε: «Ένας ιδιώτης ίδρυσε το Εμπορικό Κολέγιο Λευκονοίκου, το οποίο λειτούργησε έως ότου αποφάσισε η κοινότητα να το αγοράσει το 1939 και να το μετατρέψει στην Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου». Δεν είναι τυχαίο ότι από το Λευκόνοικο κατάγονται σπουδαίες προσωπικότητες του τόπου, όπως ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Συγκέντρωνε ανθρώπους, τόσο με οικονομική επιφάνεια όσο και με μόρφωση. «Είχαμε, πέρα από τους γεωργούς, και γιατρούς και δικηγόρους. Συμβάδιζε η οικονομική ανάπτυξη με την πνευματική».
 
Σήμερα, όπως εξηγεί η κ. Λυσάνδρου, η κατάσταση είναι αξιοθρήνητη. «Τα σπίτια γέρασαν. Το χωριό ρήμαξε. Και πάλι όμως, παρά την εγκατάλειψη, η αρχοντιά που κάποτε υπήρξε φαίνεται. Τη μαρτυρούν τα απομεινάρια. Μάλιστα, η εκκλησία μας, ο Αρχάγγελος, ήταν έτοιμη να πέσει. Τελικά κατάφερε να την αναστηλώσει η Δικοινοτική Επιτροπή για την Πολιτιστική Κληρονομιά». Επιθυμία της κ. Λυσάνδρου είναι όπως καταφέρουν και αναστηλώσουν και άλλες εκκλησίες και κτίσματα του χωριού. «Στόχος μας είναι ό,τι μπορούμε να το αναστηλώσουμε και να το διασώσουμε. Να κρατήσουμε μάρτυρες του παρελθόντος μας. Για αυτό και κάνουμε ντοκιμαντέρ και παίρνουμε συνεντεύξεις από τους κατοίκους και καταγράφουμε τα κειμήλια που έχουν διασωθεί. Για να τα δείξουμε στη νεολαία, να τους γνωρίσουμε με το Λευκόνοικο και να το αγαπήσουν. Να μην ξεχάσουν τις ρίζες τους. Να λάβουν τη σκυτάλη για να συνεχίσουν, αφού σκοπός είναι η επιστροφή».
  Δέσποινα Ψύλλου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...