To Top
15:07 Τετάρτη
19 Φεβρουαρίου 2020
Επόμενο
Προηγούμενο
Συμβάλλοντας στη σωστή χρήση της γλώσσας μας
ΑΡΧΙΚΗΚΟΙΝΩΝΙΑΕΠΙΣΤΟΛΕΣ • Συμβάλλοντας στη σωστή χρήση της γλώσσας μας
  20 Ιανουαρίου 2020, 10:04 πμ  
Ο Χρυσόστομος Ρουσής, πρώην γυμνασιάρχης, καταγράφει λέξεις/ρήματα, κατά αλφαβητική σειρά, που ακούμε και διαβάζουμε, για κατανόηση και σωστή χρήση, μαζί με τις αντίστοιχες λέξεις της αγγλικής γλώσσας.

Η κατάκτηση (εκμάθηση) πλούσιου λεξιλογίου (mastering a rich vocabulary) αποτελεί βασική συνιστώσα, όχι μόνο για την ποιότητα της προφορικής και γραπτής έκφρασης, αλλά και για τη βαθύτερη Κατανόηση Κειμένου (Chall & Jacobs, 2003)
Σήμερα, όμως, νέοι και ενήλικες, χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία πολύ περιορισμένο αριθμό λέξεων -ένδειξη αδιαφορίας για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Συχνά η νεολαία μας κατηγορείται για λεξιπενία, δηλαδή για χρησιμοποίηση πολύ περιορισμένου αριθμού λέξεων στην επικοινωνία της (προφορική και γραπτή), κυρίως λόγω άγνοιας (Γ. Κούμα, 2016).
Για αντιμετώπιση του φαινομένου της λεξιπενίας, οι νέοι μπορούν, αντί να περνούν τον ελεύθερό τους χρόνο μπροστά από μια οθόνη «έξυπνου» κινητού τηλεφώνου, να ασχοληθούν και με το διάβασμα έγκριτης εφημερίδας, λογοτεχνικού βιβλίου ή βιβλίου που αναφέρεται στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου μέσω λεξιλογικών ασκήσεων.
Ακολουθούν λέξεις/ρήματα, κατά αλφαβητική σειρά, που ακούμε και διαβάζουμε, για κατανόηση και σωστή χρήση, μαζί με τις αντίστοιχες λέξεις της αγγλικής γλώσσας:
Κρατικοποιώ (# ιδιωτικοποιώ) = δημοσιοποιώ, μεταβάλλω έναν ιδιωτικό οργανισμό σε κρατικό (nationalize). Λέμε: «Η Κυβέρνηση κρατικοποίησε τον Συνεργατισμό» - (η κρατικοποίηση /ιδιωτικοποίηση του Συνεργατισμού) - «θα ιδιωτικοποιηθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις» - «τα κόμματα αντιδρούν στην ιδιωτικοποίηση της CYTA» (# δημοσιοποίηση).
Λυμαίνομαι (λόγ.) = ρημάζω, καταστρέφω κάτι συστηματικά (ravage)
Λέμε: «Οι Σαρακηνοί πειρατές λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου» - «ο υπόκοσμος λυμαίνεται το ποδόσφαιρο» - «οι Τουρκοκύπριοι και οι Τούρκοι έποικοι σφετερίστηκαν (usurp-ed) και λυμαίνονται τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων από το 1974» - (σφετεριστής του τίτλου) - (σφετερίζομαι = οικειοποιούμαι κάτι που δεν μου ανήκει)
Οικοδομώ = 1. κτίζω (build) (# γκρεμίζω) 2. (μτφ.) = δημιουργώ και αναπτύσσω κάτι.
Λέμε: «Oι Σκανδιναβοί έχουν οικοδομήσει μια δίκαιη κοινωνία» - (ανακοινώθηκαν τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας) - «Οι νέοι οικοδομούν το μέλλον της Κύπρου» (το προσφυγικό ζήτημα απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα).
Πλειοδοτώ (πλείων/πλέον = περισσότερος) - (# μειοδοτώ) = 1. προσφέρω υψηλότερη τιμή 
σε πλειστηριασμό/δημοπρασία (outbid, offer more money than) 2. (μτφ.) = ξεπερνώ τους άλλους (# υστερώ).
Λέμε: «Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πλειοδοτούν στα συνθήματα» - «ο υποψήφιος πρόεδρος πλειοδότησε σε υποσχέσεις/δεσμεύσεις πριν από τις εκλογές».
Προοιωνίζομαι (παθητ.) = προμηνύω κάτι άσχημο (bode).
Λέμε: «Η διχοτόμηση τής Κύπρου προοιωνίζεται (και όχι: προοιωνίζει) ανασφάλεια» - «η εθνικιστική έξαρση προοιωνίζεται κινδύνους/πόλεμο» - «το μέλλον δεν προοιωνίζεται ρόδινο για τους νέους μας» - «το μέλλον προοιωνίζεται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης»

Βιβλιογραφικές πηγές
Αγγλοελληνικό Λεξικό Word Reference.com
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό για το Σχολείο & το Γραφείο
Λεξικό Τριανταφυλλίδη - Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα
 
  Χρυσόστομος Ρουσής   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...