Οι σημερινές βουλευτικές εκλογές είναι οι 14ες στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ανταγωνισμός διεξάγεται σε σχετικά ήπιους τόνους, χωρίς φανατισμό και σε πολιτικό κλίμα που παραπέμπει σε ώριμες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Οι νεότερες γενιές δεν έχουν βιωματική εμπειρία από τις δύο πρώτες δεκαετίες ζωής της Κυπριακής Δημοκρατίας (1960-1980), όταν οι κομματικοί χώροι θεωρούνταν εχθρικά στρατόπεδα, σημειώνονταν ξυλοδαρμοί, βανδαλισμοί αφισών και εκλογικών επιτελείων, λεκτική ένταση και προπηλακισμοί.
Μια πιο πολυκομματική, πιο κατακερματισμένη και πιο συμπεριληπτική εκλογική εικόνα διαγράφεται σήμερα σε σχέση με όλες τις προηγούμενες αναμετρήσεις. Σε αυτές τις εκλογές καταγράφεται ο μεγαλύτερος αριθμός κομματικών συνδυασμών (19), υποψήφιων γενικά (753), υποψήφιων γυναικών (224 ή ποσοστό σχεδόν 30%) και υποψήφιων σε ηλικία κάτω των 30 ετών.
Οι στατιστικές αυτές πρωτοτυπίες είναι το αποτέλεσμα ενός περιβάλλοντος κλιμακούμενης από το 2011 κοινωνικής δυσπιστίας και πολιτικής ρευστότητας. Η εμφάνιση για πρώτη φορά τόσων πολλών συνδυασμών και υποψηφίων οφείλεται στα κενά εκπροσώπησης και στην αμφισβήτηση που δέχεται το παραδοσιακό κομματικό σύστημα.
Παρότι οι βουλευτικές εκλογές θεωρούνται παραδοσιακά λιγότερο σημαντικές από τις προεδρικές, η σημερινή αναμέτρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς λειτουργεί ως βαρόμετρο για τη δυναμική των κομμάτων στην πολιτική ζωή του τόπου και για τις ισορροπίες που θα διαμορφωθούν ενόψει των επερχόμενων προκλήσεων.
Από τα κοινωνικά συμβόλαια στο tik tok
Κάποτε τα κόμματα έδιναν τεράστια σημασία στον προγραμματικό λόγο. Συνέγραφαν και εξέδιδαν πολυσέλιδα προγράμματα και κάθε κόμμα πρότεινε το δικό του «κοινωνικό συμβόλαιο» με το λαό. Τα τελευταία χρόνια η προεκλογική αντιπαράθεση κινείται περισσότερο γύρω από την εικόνα και τις επικοινωνιακές εντυπώσεις παρά γύρω από συγκροτημένες πολιτικές προτάσεις. Θέματα όπως η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η μεταναστευτική πολιτική, η ενεργειακή στρατηγική και η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών παραμένουν στην ατζέντα, δεν καταφέρνουν όμως συζητηθούν και να αναλυθούν σε βάθος.
Η δημόσια συζήτηση συχνά διολισθαίνει σε λογικές πολιτικού θεάματος, με τα τηλεοπτικά πάνελ και τις διαδικτυακές αντιπαραθέσεις να ευνοούν περισσότερο τη συνθηματολογία και τις εύκολες ατάκες παρά την τεκμηριωμένη ανάλυση. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσίαζαν εντελώς οι πολιτικές θέσεις. Αρκετά κόμματα, ιδιαίτερα τα πιο παραδοσιακά, επεξεργάστηκαν και διατύπωσαν δημόσια προτάσεις, αν και πολύ πιο συνοπτικά σε σχέση με το παρελθόν. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στην αδυναμία να μεταφερθούν αυτές οι θέσεις στο ευρύ κοινό με τρόπο σαφή, πειστικό και εύληπτο.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ρηχής προεκλογικής ατζέντας έχουν διαδραματίσει τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Η πολιτική επικοινωνία στην Κύπρο, όπως και στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, μεταφέρθηκε από τα παραδοσιακά μέσα στις ψηφιακές πλατφόρμες, όπου η ταχύτητα, το συναίσθημα και η εικόνα υπερισχύουν της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας.
Τα κόμματα και οι υποψήφιοι επένδυσαν όσο ποτέ προηγουμένως σε σύντομα βίντεο – ό,τι διαρκεί περισσότερο από 2 λεπτά θεωρείται κουραστικό και φλύαρο – επιδιώκοντας κυρίως να προκαλέσουν εντύπωση και να αποκτήσουν ορατότητα. Συνήθης, μια viral στιγμή ή μια επιθετική ανάρτηση αποκτά μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από μια σοβαρή προγραμματική παρέμβαση. Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών ενισχύουν το περιεχόμενο που προκαλεί έντονη αντίδραση και συναισθηματική σύνδεση, με αποτέλεσμα η πολιτική συζήτηση να μετατρέπεται σε ανταγωνισμό εντυπώσεων, περιορίζοντας τον χώρο για ουσιαστικό διάλογο.
Κουρασμένοι ψηφοφόροι…
Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εμφανίζεται κουρασμένο και αποστασιοποιημένο συνολικά από την πολιτική διαδικασία. Η αποχή παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πληγές για το κυπριακό πολιτικό σύστημα. Σημαντικός αριθμός πολιτών θεωρεί ότι «όλοι είναι ίδιοι», ότι οι εκλογές δεν επηρεάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητά τους και ότι τα κόμματα λειτουργούν περισσότερο με έγνοια την πολιτική αυτοσυντήρηση των ηγετικών στελεχών παρά ως ιμάντες κοινωνικής εκπροσώπησης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ψήφος διαμαρτυρίας έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Η ακρίβεια, οι συνεχείς πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, οι υποθέσεις διαπλοκής και διαφθοράς αλλά και η αίσθηση ατιμωρησίας ενισχύουν τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα οριζόντια. Σε τέτοιες συνθήκες βρίσκουν πολιτικό χώρο τα νεοεμφανιζόμενα κόμματα, όχι επειδή πείθουν περισσότερο προγραμματικά, αλλά επειδή εκφράζουν τη συσσωρευμένη αγανάκτηση χωρίς να κουβαλούν το βάρος του παρελθόντος.
Παράλληλα, οι παραδοσιακοί δεσμοί με τα κόμματα έχουν χαλαρώσει. Όλο και περισσότεροι πολίτες εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να συμπεριφερθούν εκλογικά ανάλογα με τη συγκυρία, την επικαιρότητα ή ακόμη και την εικόνα των πολιτικών προσώπων. Στις νεότερες ηλικίες η κομματική-οικογενειακή σύνδεση είναι εντελώς ανύπαρκτη. Αυτό δημιουργεί ένα πιο ρευστό πολιτικό σκηνικό, όπου τα ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων συρρικνώνονται, νέοι σχηματισμοί διεκδικούν να καλύψουν το κενό και το κομματικό σύστημα οδηγείται σε ανασύνθεση.
Η επόμενη μέρα
Προπομπός για τον ανταγωνισμό των προεδρικών του 2028
Η επόμενη Βουλή αναμένεται να έχει μεγαλύτερο πλουραλισμό και εντονότερη παρουσία διαφορετικών πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων. Παρά τις ανησυχίες που συχνά εκφράζονται για δημιουργία συνθηκών αστάθειας και χάους («βαβέλ»), η Βουλή στην Κύπρο δεν είναι το όργανο που σχηματίζει κυβέρνηση. Ο βασικός σκοπός των βουλευτικών εκλογών είναι η όσο το δυνατόν πληρέστερη έκφραση των κοινωνικών τάσεων, των ιδεολογικών ρευμάτων και των διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων μέσα στο κοινοβούλιο. Μια πιο πολυφωνική Βουλή μπορεί να ενισχύσει τον δημόσιο διάλογο, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και την εκπροσώπηση ομάδων που στο παρελθόν αισθάνονταν πολιτικά αόρατες. H παρουσία περισσότερων κομμάτων και διαφορετικών φωνών ενδέχεται να οδηγήσει σε πιο σύνθετες συγκλίσεις γύρω από επιμέρους πολιτικές και νομοθετήματα. Ο πλουραλισμός στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται παρά ως πρόσκληση, όχι ως απειλή.
Σε κάθε περίπτωση, οι βουλευτικές εκλογές δεν αφορούν μόνο τη σύνθεση της επόμενης Βουλής. Αποτελούν και προπομπό για τον ανταγωνισμό των προεδρικών εκλογών του 2028. Τα αποτελέσματα θα επηρεάσουν άμεσα τις εσωτερικές ισορροπίες των κομμάτων, τις ηγετικές φιλοδοξίες και τα πιθανά σενάρια συνεργασιών της επόμενης περιόδου. Ιδιαίτερα για τα δύο μεγάλα κόμματα, που για δεκαετίες συγκέντρωναν πάνω από το 60% του εκλογικού σώματος, οι βουλευτικές εκλογές αποτελούν ένα κρίσιμο τεστ πολιτικής αντοχής και προοπτικής. Τα ποσοστά τους θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο μπορούν να διεκδικήσουν με αξιώσεις αυτοδύναμα την προεδρία και τη διακυβέρνηση το 2028. Ανάλογες παρενέργειες θα υπάρξουν για όλα τα κόμματα, ιδιαίτερα για όσα στηρίζουν την παρούσα διακυβέρνηση. Περαιτέρω, η κοινοβουλευτική παρουσία νέων πολιτικών σχημάτων και προσώπων ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τον πολιτικό χάρτη και να δημιουργήσει νέα δεδομένα σε υφιστάμενες και σε νέες συνεργασίες.
Συνολικά, οι σημερινές βουλευτικές εκλογές αντανακλούν μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα. Η κυριαρχία της εικόνας, η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η κοινωνική κόπωση, η αποχή και η ψήφος διαμαρτυρίας συνθέτουν ένα ιδιαίτερα σύνθετο και ρευστό πολιτικό τοπίο.