Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Αν υπήρχε μια λίστα με έννοιες που χρησιμοποιούνται περισσότερο από πρόσωπα με δημόσιο λόγο στην Κύπρο, η «σύγκρουση συμφέροντος» θα είχε σίγουρα μια θέση σε αυτή. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο όρος είχε ξανά την τιμητική του, με αφορμή τις έρευνες για το «Κράτος Μαφία» και το «Videogate».

Η αντιπαράθεση θέσεων ανέδειξε για πολλοστή φορά δύο παραμέτρους. Αφενός, από τη δημόσια συζήτηση είναι εμφανές ότι δεν είναι ξεκάθαρο σε όλους τι αποτελεί σύγκρουση συμφέροντος ή ιδιάζουσα σχέση και τι όχι. Αφετέρου, ισχυροποιήθηκε η πεποίθηση πως οι υφιστάμενοι κανονισμοί δεν είναι επαρκείς, ώστε ο έχων εξουσία ή ο εκάστοτε πολιτικός να αισθάνεται την ανάγκη ή την υποχρέωση αποκάλυψης των όποιων δεσμών θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφέροντος ή έλλειψη αμεροληψίας.

Ο «Φ της Κυριακής» ανοίγει ξανά το συγκεκριμένο κεφάλαιο σήμερα, σε μια προσπάθεια να ανακινήσει μια συζήτηση που χρονίζει και την οποία ενδεχομένως η Βουλή να μην τόλμησε μέχρι σήμερα να προσεγγίσει αποφασιστικά. Στο πλαίσιο αυτό, επαναφέρει τα ευρήματα έκθεσης που είχε συντάξει το 2015, τότε ως καθηγητής Πανεπιστημίου, ο σημερινός Υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Κόμπος, μαζί με τον καθηγητή Αριστοτέλη Κωνσταντινίδη. Η έκθεση ετοιμάστηκε για λογαριασμό της Βουλής και προτείνει μια νέα νομοθεσία για τη σύγκρουση συμφερόντων. Συζητήθηκε τότε στην Επιτροπή Θεσμών, ωστόσο το θέμα έμεινε μέχρι εκεί.

Τις απόψεις τους για ζητήματα σύγκρουσης συμφέροντος και τη νοοτροπία στην Κύπρο, καταθέτουν οι βουλευτές Νίκος Γεωργίου του ΔΗΣΥ και Ανδρέας Πασιουρτίδης του ΑΚΕΛ.

«Κράτος Μαφία» και Videogate

Τα τελευταία γεγονότα που προκάλεσαν αντιδράσεις σε σχέση με ζητήματα σύγκρουσης συμφέροντος, ήταν οι διορισμοί του Χρίστου Μυλωνόπουλου, του Ηλία Αναγνωστόπουλου και του Ανδρέα Πασχαλίδη. Οι δύο πρώτοι διορίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο ως ποινικοί ανακριτές για την διερεύνηση της υπόθεσης «Κράτος Μαφία» (ο Μυλωνόπουλος παραιτήθηκε στη σκιά των αντιδράσεων και αντικαταστάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο). Ο τρίτος επαναδιορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στην προεδρία της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΑΔΙΠΑ) για τρίτη πενταετή θητεία.

Στην περίπτωση του «Κράτος Μαφία», πριν τους δύο διορισμούς προηγήθηκε η αυτοεξαίρεση Γενικού Εισαγγελέα και Βοηθού από τον χειρισμό της υπόθεσης, λόγω της σχέσης τους με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ελέγχεται για κατάχρηση εξουσίας και εμπορεία επηρεασμού. Ακολούθησε ο διορισμός του Χρίστου Μυλωνόπουλου στην ομάδα ανακριτών, για τον οποίο υπήρξαν αντιδράσεις σε σχέση με το γεγονός ότι ήταν δικηγόρος του Μιχάλη Ζολώτα στην υπόθεση της Focus. Ο κ. Μυλωνόπουλος υπέκυψε στις πιέσεις και παραιτήθηκε. Στο μεταξύ η Κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε την όποια σύγκρουση συμφέροντος, διευκρινίζοντας ότι αποχώρησε για λόγους θεσμικής ευαισθησίας και για διαφύλαξη της δημόσιας εμπιστοσύνης. Ακολούθως, το Υπουργικό διόρισε στη θέση του τον Ηλία Αναγνωστόπουλο, δικηγόρο του Ταλ Ντίλιαν που δικάζεται στην Ελλάδα για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων. Και σε αυτή την περίπτωση διατυπώθηκαν σοβαρές ενστάσεις, ωστόσο η εκτελεστική εξουσία επέμεινε στην απόφαση της.

Πριν προλάβει να σβήσει η φωτιά του «Κράτος Μαφία», άναψε άλλη από τον διορισμό του Ανδρέα Πασχαλίδη στην προεδρία της ΑΑΔΙΠΑ. Η αντιπολίτευση έθεσε εκ νέου ζήτημα, λόγω των καθηκόντων του κ. Πασχαλίδη στη διερεύνηση του Videogate. Διορίστηκε πριν μερικούς μήνες από τον Γενικό Εισαγγελέα ως ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής, ώστε να συμβάλει στο έργο της Αστυνομίας. Ο διορισμός του ερμηνεύτηκε ως μια κίνηση που δημιουργεί σκιές, από τη στιγμή που ένα άτομο λαμβάνει διορισμό από το πρόσωπο το οποίο καλείται σε άλλη υπόθεση να ελέγξει αν λειτούργησε στα πλαίσια του νόμου. Το πόρισμα Πασχαλίδη για το Videogate αναμένεται να παραδοθεί εντός των επόμενων ημερών.

Απουσία νομοθεσίας και ορισμού

Στην Κύπρο, δεν υπάρχει νομοθεσία που να ρυθμίζει συνολικά ζητήματα σύγκρουσης συμφέροντος. Αυτό συνεπάγεται και απουσία ενός καταγεγραμμένου ακριβούς ορισμού, ώστε η ερμηνεία να μην εναπόκειται στην υποκειμενική άποψη του καθενός.

Ο πλέον αναγνωρισμένος και συχνά αναφερόμενος ορισμός σε διεθνές επίπεδο προέρχεται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

«Σύγκρουση συμφερόντων είναι η σύγκρουση μεταξύ του δημόσιου καθήκοντος και των ιδιωτικών συμφερόντων ενός δημοσίου λειτουργού, όταν ο λειτουργός έχει ιδιωτικά συμφέροντα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν με αθέμιτο τρόπο την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και ευθυνών». Η σύγκρουση διακρίνεται σε τρεις βασικές κατηγορίες.

Πραγματική: Άμεση σύγκρουση μεταξύ υπηρεσιακών καθηκόντων και των ιδιωτικών συμφερόντων.

Δυνητική: Ιδιωτικά συμφέροντα τα οποία θα μπορούσαν στο μέλλον να έρθουν σε σύγκρουση με επαγγελματικά καθήκοντα.

Φαινομενική: Η κατάσταση όπου φαίνεται λογικά στους τρίτους ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα ενός ατόμου θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του.

Η έκθεση Κόμπου – Κωνσταντινίδη για τη Βουλή το 2015

Κωνσταντίνος Κόμπος και Αριστοτέλης Κωνσταντινίδης

Σε κάποιο συρτάρι ή ηλεκτρονικό φάκελο της Βουλής, θα πρέπει να υπάρχουν οι εισήγησης μιας έκθεσης, την οποία ετοίμασαν για το σώμα ο σημερινός Υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Κόμπος, μαζί με τον τότε συνάδελφο του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αριστοτέλη Κωνσταντινίδη. Οι δύο καθηγητές, το 2015, εισηγήθηκαν τη θέσπιση μιας νέας νομοθεσίας, η οποία θα ορίζει τη σύγκρουση συμφερόντων για τους δημόσιους αξιωματούχους, είτε αυτοί είναι εκλεγμένοι είτε διορισμένοι, αλλά και τους δημόσιους υπαλλήλους γενικότερα. Η έκθεση, ουσιαστικά, προβλέπει την ενίσχυση της εθελούσιας δήλωσης σύγκρουσης συμφερόντων σε συνδυασμό με την άμεση δημοσιοποίηση.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, οι δημόσιοι αξιωματούχοι θα κατηγοριοποιούνται και θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν εκ των προτέρων περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Αναλόγως με την κατηγορία, θα επέρχονται και οι όποιες συνέπειες.

Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, ο Γενικός Ελεγκτής και ο Βοηθός Γενικός Ελεγκτής, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας και ο Βοηθός Διοικητής της Κεντρικής, τα μέλη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Αυτοί, θα πρέπει να προβαίνουν σε δημόσια υποχρεωτική δήλωση και εξ αρχής, η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν από το διορίζον όργανο πριν από τον διορισμό. Σε περίπτωση που πρόσωπο δεν επιθυμεί να υποβάλλει τέτοια δήλωση, αυτό θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψιν από το διορίζον όργανο.

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται η Βουλή και τα μέλη της. Κόμπος και Κωνσταντινίδης, είχαν προτείνει έναν κώδικα δεοντολογίας, καταθέτοντας προσχέδιο. Όπως δήλωσε ο δεύτερος στον «Φ», αυτή είναι και η μόνη πρόταση τους που υιοθετήθηκε, αφού ο σημερινός Κώδικας συμπεριλαμβάνει στοιχεία της έκθεσης.

Στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται όλοι οι υπόλοιποι διορισθέντες αξιωματούχοι, Επίτροποι, Δήμαρχοι, Μέλη Δημοτικών Συμβουλίων κλπ. Σε αυτή θα γίνεται δήλωση υποχρεωτική και κατάθεση της στον Γενικό Ελεγκτή.

Στην τέταρτη κατηγορία εντάσσονται όλοι οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι.

Σε περίπτωση που γίνει ανακριβής δήλωση, εισηγούνται σύσταση τριμελούς επιτροπής που θα επιβάλλει κυρώσεις.

Αριστοτέλης Κωνσταντινίδης: Η Βουλή μπορεί να την αξιοποιήσει

Μιλώντας στον «Φ», ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου, Αριστοτέλης Κωνσταντινίδης, ανέφερε ότι η έκθεση είναι εκεί και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ακόμα και σήμερα. Εξήγησε ότι η δική τους πρόταση το 2015 αφορούσε όλους τους κρατικούς αξιωματούχους, πλην εκείνους της δικαστικής εξουσίας, η οποία έχει τις δικές της ρυθμίσεις.

Ερωτηθείς αν θα μπορούσε να καλύψει και διορισθέντες σε ανεξάρτητες επιτροπές, ο κ. Κωνσταντινίδης είπε πως θα μπορούσε να καλύψει οτιδήποτε θα ήθελε η Βουλή να καλύψει. Η αρχική ιδέα ήταν για κρατικούς αξιωματούχους, θα μπορούσε όμως να εφαρμοστεί και γενικά, συμπλήρωσε.

Ο Καθηγητής διατύπωσε τη θέση ότι από τη στιγμή που θα υπάρχει σε νόμο και γραπτώς ο ορισμός της σύγκρουσης συμφέροντος, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει και μη κρατικούς αξιωματούχους, όπως για παράδειγμα διορισμένους σε ανεξάρτητες επιτροπές. Σύμφωνα με τον ίδιο, η θέσπιση μιας ξεχωριστής νομοθεσίας, ενδεχομένως να συνέβαλλε στη δημιουργία μιας κουλτούρας στην Κύπρο, η οποία θα επέβαλλε εμμέσως τον κανόνα.

Νίκος Γεωργίου: Η αυτοεξαίρεση είναι πράξη ευθύνης

Βουλευτής ΔΗΣΥ

«Η σύγκρουση συμφέροντος αποτελεί μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις για τη λειτουργία ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Προκύπτει όταν προσωπικά, οικογενειακά, επαγγελματικά, οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα ενός προσώπου που ασκεί την όποια εξουσία ενδέχεται να επηρεάσουν, ή να δημιουργήσουν την εύλογη εντύπωση ότι επηρεάζουν, την αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του.

Δεν απαιτείται να αποδειχθεί πραγματική εύνοια ή παράνομη συμπεριφορά. Αρκεί η ύπαρξη περιστάσεων που μπορούν να γεννήσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία και την ακεραιότητα της διαδικασίας. Στο σημείο αυτό ταιριάζει απόλυτα η γνωστή ρήση: «Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια πρέπει και να φαίνεται τίμια». Αντίστοιχα, οι εκπρόσωποι Θεσμών, πολιτειακοί αξιωματούχοι, κρατικοί λειτουργοί, Δικαστές, δεν αρκεί να ενεργούν με πραγματική εντιμότητα και αμεροληψία οφείλουν να αποσείουν και κάθε εύλογο ίχνος υποψίας για την ακεραιότητά τους. Για τον λόγο αυτό, η αυτοεξαίρεση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ομολογία ενοχής ή αδυναμίας αλλά ως πράξη ευθύνης.

Όταν πρόσωπο με αποφασιστική αρμοδιότητα διαπιστώνει ότι συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το αντικείμενο μιας απόφασης, οφείλει να γνωστοποιεί τη σύγκρουση και να απέχει από τη σχετική διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται όχι μόνο το προσωπικό του κύρος, αλλά κυρίως η αξιοπιστία του θεσμού που εκπροσωπεί. Η αποχή λειτουργεί προληπτικά πριν ακόμη δημιουργηθεί υπόνοια εύνοιας, μεροληψίας ή κατάχρησης εξουσίας. Στο πολιτικό επίπεδο, η αποχή από αποφάσεις που αφορούν προσωπικά ή συνδεδεμένα συμφέροντα ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Στο δικαστικό επίπεδο, η αυτοεξαίρεση διασφαλίζει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από όργανα ανεξάρτητα και αμερόληπτα και ότι δεν υφίσταται ούτε υπόνοια προκατάληψης ή ιδιωτικής επιρροής. Η αμεροληψία πρέπει να είναι πραγματική, αλλά και εμφανής σε κάθε καλόπιστο και αντικειμενικό παρατηρητή. Η προστασία του αδιάβλητου των θεσμών απαιτεί, επομένως, όχι μόνο την απουσία πραγματικής σύγκρουσης, αλλά και την απόσειση κάθε ίχνους εύλογης υποψίας.

Οι εκπρόσωποι των θεσμών οφείλουν να ενεργούν με τρόπο που να εμπεδώνει τη βεβαιότητα ότι οι αποφάσεις τους υπηρετούν αποκλειστικά το δημόσιο συμφέρον. Η έγκαιρη δήλωση συμφερόντων, η διαφάνεια και η αυτοεξαίρεση αποτελούν βασικές εγγυήσεις θεσμικής ακεραιότητας καθώς και της εμπιστοσύνης της ίδιας της κοινωνίας.»

Ανδρέας Πασιουρτίδης: Έννοια εξόχως πολιτική η σύγκρουση συμφέροντος

Βουλευτής ΑΚΕΛ

«Η προηγούμενη κυβέρνηση έχει ισοπεδώσει πλήρως την έννοια της σύγκρουσης συμφέροντος. Αυτό είναι δεδομένο και το έχουμε ζήσει σε πολλά παραδείγματα. Εκείνο το οποίο είναι εξόφθαλμο είναι ότι και η παρούσα κυβέρνηση συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, δηλαδή να μην αντιλαμβάνεται την έννοια της σύγκρουσης συμφέροντος. Αν για τον απλό τον κόσμο αυτό πρέπει να το εξηγήσεις και να είσαι πιο δεκτικός στην άγνοια, για μια κυβέρνηση απαγορεύεται δια ροπάλου.

Για παράδειγμα αν δείτε ποια είναι η γραμμή υπεράσπισης κάθε φορά που ανακύπτει ζήτημα σύγκρουσης συμφέροντος είναι αν πρόκειται για κάτι νόμιμο ή όχι. Η σύγκρουση συμφέροντος δεν έχει να κάνει πάντα με την νομιμότητα. Έχει να κάνει με το ότι μία απόφαση πιθανόν να δημιουργήσει παρενέργειες σε μια άλλη υπόθεση διότι υπάρχουν συμφέροντα που αλληλοσυμπλέκονται στο ίδιο άτομο, ή στο ευρύτερο περιβάλλον του, είτε οικογενειακό, είτε φιλικό.

Για παράδειγμα:

–      Εγκρίσεις διαβατηρίων που έρχονται από το γραφείο των κορών σου, μπορεί νομικά να είσαι καλυμμένος και να επιτρέπεται, όμως πολιτικά δεν πρέπει να γίνεται. Είναι βασικός κανόνας χρηστής διοίκησης, ότι δεν μπορείς να αποφασίζεις κάτι που θα αποφέρει όφελος σε εσένα ή την οικογένεια σου.

–      Ο διορισμός του Πασχαλίδη για τρίτη θητεία μια βδομάδα πριν να βγάλει το πόρισμα για το Videogate, δείχνει ότι εκείνος που ελέγχεται στην ουσία ανταμοίβει εκείνον που τον ελέγχει με ένα διορισμό. Αυτό μπορεί νομικά να μην πάσχει, πολιτικά όμως δεν μπορεί να είναι αποδεκτό. Δημιουργεί αμφισβήτηση στην ίδια την έρευνα και στα κριτήρια επιλογής.

Συνοψίζοντας, σύγκρουση συμφέροντος σημαίνει να γνωρίζει ο καθένας που έχει εξουσία ότι αν και εφόσον κληθεί να αποφασίσει για κάτι το οποίο είτε θα επηρεάσει, είτε θα δημιουργήσει την εντύπωση ότι γίνεται με σκοπό επηρεασμού, θα πρέπει να το αποφύγει. Η σύγκρουση συμφέροντος είναι εξόχως πολιτική έννοια και εναπόκειται στον έχων την εξουσία ή τον κάθε πολιτικό πώς θα διαχειριστεί την περίπτωση, όταν αυτή προκύψει. Γι’ αυτό είναι που θα κριθεί ένας πολιτικός.»