Άνδρη Χριστοφίδου-Αντωνιάδου
Η βροχή δεν σταμάτησε ακόμα
Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία 2009
Η παρούσα βιβλιοκρισία θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκδοτική ετεροχρονία, ωστόσο η καλή λογοτεχνία που προκαλεί το διαχρονικό και όχι το παροδικό ενδιαφέρον δεν έχει ημερομηνία αναγνωστικής λήξεως. Εξάλλου, το υποσχόμενο αυτό πρώτο μυθιστορηματικό εγχείρημα της Άνδρης Χριστοφίδου-Αντωνιάδου έκαμε την επανεμφάνισή του ανάμεσα στα άλλα συγγραφικά της πονήματα, κατά την παρουσίαση του τρίτου μυθιστορήματός της «Ο θησαυρός της Ισπανίας» περί τα μέσα του περασμένου μηνός στο Πολιτιστικό Κέντρου του Δήμου Στροβόλου, διεκδικώντας την προσεκτικότερη ματιά της επανάγνωσής του.
Ο τίτλος «Η βροχή δεν σταμάτησε ακόμα», πάνω από τη μια κόκκινη και τις πολλές λοφοειδείς μαύρες ομπρέλες στο σχεδιαστικό χρωματικό κοντράστ του εξωφύλλου, προϊδεάζει τον αρχικό τόπο ανέλιξης της δράσης, που δεν είναι άλλος από το βροχερό ομιχλώδες Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του 1970, όπως εμφαίνουν τα συμφραζόμενα. Η βροχή στη μετεωρολογική κυριολεξία και τις καιρικές της μεταλλαγές, που ανακαλεί στη συνειρμική της μεταφορά τις αλληγορικές εκφάνσεις αισθηματικών διακυμάνσεων και ψυχικών μεταπτώσεων. Μια καλειδοσκοπική διασύνδεση των εξωτερικών φαινομένων και των ενδότερων υπαρξιακών διαθέσεων σε ένα συμβολικό κυκλικό σχήμα, που συνθέτει την αφετηρία της εξιστόρησης και το ανοικτό τέλος της ευθύγραμμης τριτοπρόσωπης αφήγησης με ανομοιογενείς μετρήσεις έντασης: από το ύψος της πυκνής ή αραιής βροχόπτωσης έως το απύθμενο βάθος των εναλλασσόμενων συγκινησιακών εξάρσεων. Αν στο βροχερό προανάκρουσμα οι χοντρές στάλες της βροχής κτυπούσαν με μανία το θολό τζάμι, στο επιλογικό ψιλόβροχο είχε αρχίσει και πάλι μια αναπάντεχη ψιλή βροχή· κι ας μας ταξιδεύει η συγγραφέας στο διάστημα μερικών χρόνων σε διαφορετικά σκηνικά τοπία από μια χώρα σε άλλη, από την κοσμοσυρροή της μεγαλούπολης στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα της ήρεμης πολίχνης. Μια χειμαρρώδης ασταμάτητη βροχή πότε με ραγδαίους ρυθμούς και πότε με σιγανούς πλην εύηχους εξομολογητικούς τόνους, που κουβαλούν σφύζοντα νεανικά βιώματα, ενθουσιωδώς ευχάριστες και λυπηρώς καταθλιπτικές εμπειρίες έως και τραυματικές δοκιμασίες του βίου. Υποβλητικές εικόνες και διαδοχικά παραστατικά στιγμιότυπα, που συνυφαίνουν το νήμα της ιστορίας, εκδιπλώνοντάς το σε σειρά επεισοδιακών μυθοπλαστικών δρώμενων και περιελίσσοντάς το σε εγκιβωτισμούς αυτοαναφορικών αναδρομών είτε σε πραγματιστικά κομβικά σημεία αναφοράς. Σημαντικές οι σελίδες του μυθιστορήματος γύρω από την ιστορία της μετανάστευσης πολλών Κυπρίων στην Αγγλία ήδη από τη δεκαετία του 1930 και μετά την ανεξαρτησία τη δημιουργία της πολυπληθέστερης ελληνοκυπριακής παροικίας έναντι της τουρκοκυπριακής και τη δραστηριοποίησή τους σε διαφορετικές περιοχές του κεντρικού και ανατολικού Λονδίνου.
Το κεντρικό θέμα εστιάζεται στη ζωή των Κυπρίων φοιτητών και μεταναστών στη βρετανική πρωτεύουσα με τις ανυπέρβλητες δυσκολίες της επιβίωσής τους στην ξενιτιά, τους ανεκπλήρωτους στόχους και τις επαγγελματικές τους επιτυχίες. Αναβιώνοντας συγχρόνως μέσα από νοσταλγικές αναμνήσεις και πολυκύμαντες περιπετειώδεις προεκτάσεις φετιχιστικών ανακλαστικών ευοίωνες ή δυσοίωνες αναζητήσεις, γλυκόπικρους έρωτες και ανθόσπαρτες αγάπες ευόδωσης είτε αυτοματαίωσης, χωρίς να παραλείπονται οι οδυνηρές μνήμες και οι συγκλονιστικές μαρτυρίες από την πατρίδα της εισβολής, του θανάτου και του ξεριζωμού τις τραγικές μέρες του ’74. Σε όλη αυτή τη δαιδαλώδη ανηφορική περιδιάβαση η συγγραφέας με επιδέξια αφηγηματικά σύνεργα συνεκτικής πλοκής και ζωηρών περιγραφικών αναπλάσεων δεν σκιαγραφεί απλώς τα πρόσωπα και τις όποιες διαπροσωπικές τους σχέσεις, τους χώρους διαμονής, ψυχαγωγίας και των σπουδών τους, τις ταξιδιωτικές τους διαδρομές, τα όνειρα, τις αυταπάτες και τις επιδιώξεις τους, αλλά ενσαρκώνοντας πειστικούς χαρακτήρες διεισδύει στην ιδιαιτερότητα του βαθύτερου ψυχισμού και στον κόσμο της εντοπιότητάς τους. Καθότι, ο μυθιστοριογράφος, κατά τον Μπόρχες, πρέπει να επικεντρώνεται στη συγκρότηση και την ανάδειξη ολοκληρωμένων αληθοφανών χαρακτήρων. Διατρέχοντας επιλεκτικούς σταθμούς της μυθιστορηματικής αυτής ψυχογραφικής περιήγησης θα μπορούσαμε να επισημάνουμε τα εξής: Δυο φίλες από το σχολείο, μοιράζονται το μικρό φοιτητικό τους διαμέρισμα σε λονδρέζικη συνοικία, ωστόσο η Λώρα δεν συμμερίζεται τις επιπόλαιες επιλογές της Άννας, η οποία αποδεικνύεται κατ’ επανάληψη θύμα εκμετάλλευσης από έναν Ινδό και τους φίλους του, καθώς και από τον δεύτερο χειριστικό της σύντροφο, έναν Κύπριο συμπατριώτη της. Ατυχείς σχέσεις με αρνητικό αντίκτυπο στη συνέχιση των σπουδών της και που μετακομίζοντας στο δωμάτιο του φίλου της, δεν σκέφτεται ότι η συγκάτοικός της θα επωμιστεί ολόκληρο το ενοίκιο παρά το πενιχρό επίδομα της υποτροφίας της. Στον αντίποδα ακριβώς ενός τέτοιου ευάλωτου απερίσκεπτου τύπου βρίσκεται η Λώρα, που με συνείδηση της αποστολής της, συστηματικό προγραμματισμό και άοκνες προσπάθειες αγωνίζεται σπουδάζοντας και δουλεύοντας, για να επιτύχει τους αμετάθετους στόχους της. Συνάπτει σοβαρό δεσμό με τον Φρανσουά, έναν πλούσιο Γάλλο φοιτητή στο ίδιο Πανεπιστήμιο, που διαμένει με τους γονείς του στο Λονδίνο λόγω των εκεί επιχειρήσεων του πατέρα του. Παρά τις επίμονες αντιδράσεις της μητέρας του, που τον προόριζε για γάμο με την πλούσια συντοπίτισσά τους, τον εφηβικό του άλλωστε έρωτα, θα φύγει από το σπίτι κάποια Χριστούγεννα με την αγαπημένη του, για να βρεθούν στην Αμπουάζ, όπου με αγάπη τούς υποδέχεται ο παππούς του στον πύργο του ανάμεσα σε εκτάσεις αμπελώνων. Εκεί όπου ο εγγονός ονειρεύεται να συνεχίσει τη φημισμένη τους γαλλική οινοβιομηχανία. Εντούτοις η Λώρα, που θα τη σημαδέψει ο θάνατος του αδελφού της κατά την τουρκική εισβολή, θα αντιμετωπίσει το δίλημμα της προοπτικής μιας επιχειρηματικής σταδιοδρομίας είτε ενός εξασφαλισμένου γάμου. Αυτή ή άραγε η Τερέζ θα γίνει γυναίκα του Φρανσουά; Η διττή ευρηματική εκδοχή στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου επισύρει την εμπλοκή του αναγνώστη και τις εναλλακτικές έως πολυδιάστατες λύσεις στο αίνιγμα της ζωής.