«Εγκάρσιος προσανατολισμός» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. 

Άντε να το περιγράψεις αυτό. Και σε ποιον να το περιγράψεις; Σε κάποιον που δεν το έχει δει; Ανώφελο. Μιλάμε για έναν ορυμαγδό εικόνων, συνειρμών και αναφορών από τη Βίβλο, την αρχαιότητα και τη μυθολογία, μέχρι την Αναγέννηση, τις ανατολικές φιλοσοφίες, την εποχή του μπαρόκ, τα νεότερα καλλιτεχνικά κινήματα, τον κινηματογράφο.

Να το περιγράψεις σε κάποιον που το έχει δει; Μάταιο. Αφού σίγουρα ο καθένας -ακόμη και την ίδια μέρα αλλά και στη διπλανή ακριβώς θέση- έχει οπωσδήποτε «δει» κάτι εντελώς διαφορετικό. Διερωτώμαι αν μπορώ να το περιγράψω στον ίδιο μου τον εαυτό, αν μπορώ να βρω την άκρη του μίτου για να εξέλθω από τον λαβύρινθο αναπαραστάσεων, εντυπώσεων και πολλαπλών ερμηνειών που μηχανεύτηκε ο δαιδαλώδης νους του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Θα το αποτολμήσω περισσότερο ως ευκαιρία και πρόκληση ν’ ανακαλέσω ή και να ανασυνθέσω στο μυαλό μου σπαράγματα μιας πολυσύνθετης απόκοσμης εμπειρίας. Νομίζω πως δεν έχει νόημα να τη συγκρίνει κανείς με οποιαδήποτε παραστατική εμπειρία- ούτε καν του ίδιου του καλλιτέχνη- μιας και τα πάντα παίζουν αποφασιστικό ρόλο: από τη συγκυρία, την οπτική γωνία, μέχρι τη διάθεση της στιγμής. Ένα δημιούργημα τόσο ευπρόσβλητο, αλλά και τόσο ακλόνητο. Δωρικό μέσα στην πληθωρικότητά του, πληθωρικό μέσα στη δωρικότητά του.

Δεν νομίζω λ.χ. ότι οι παριστάμενοι στις παραστάσεις του «Εγκάρσιου Προσανατολισμού» στο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας, ή οπουδήποτε αλλού έχει παρουσιαστεί, μπορούν καν να χαρακτηρίζονται αυτόπτες. Δεν πρόκειται για θέαση μιας παράστασης. Πρόκειται περισσότερο για ένα παλίμψηστο ερεθισμάτων που πυροδοτεί ένα εσωτερικό, ένα υποδόριο ταξίδι. Μοναδικό για τον καθένα. Επικουρούμενος από τους συνεργάτες του, ο δημιουργός φροντίζει βέβαια να υποστηρίξει τεχνικά το βίωμα στο έπακρο, σαν τον δεξιοτέχνη συμποσίαρχο που μεριμνά για την ποιότητα των υλικών, την ιδανική δοσολογία, την εντυπωσιακή εμφάνιση, το άψογο σερβίρισμα. Από εκεί και πέρα, είμαστε όλοι συνδαιτυμόνες με διαφορετικά γούστα που γεύονται διαφορετικά εδέσματα. Επίσης, επιλέγει σε ορισμένα σημεία να εναλλάσσει τον ρυθμό αλλά και ν’ αμβλύνει το δρώμενο, πασπαλίζοντας με κώδικες από το βαριετέ, τη σωματική κωμωδία, τη μαύρη σάτιρα.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου διατείνεται ότι η πραγματικότητα δεν υπάρχει, ότι είναι απλώς ένα αποκύημα του νου, μια συσχέτιση ερμηνειών από τις αισθήσεις μας. Είναι απελευθερωτικό, αποκαλυπτικό ως ιδέα να αισθάνεσαι ότι τα πάντα είναι φαντασία. Στην ιδέα αυτή βασίζεται ενδεχομένως η ευχέρειά του να αλιεύει και να συναρμολογεί εικόνες, να σταχυολογεί αλληλουχίες σκηνών πλαστουργώντας παραστατικά κολλάζ από στοιχεία τόσο ετερογενή αλλά και τόσο ταιριαστά.

Χωρίς να βάζω και το χέρι στη φωτιά, διέκρινα και παραθέτω ορισμένα από τα πεδία απ’ όπου εξορύσσει τα πολύτιμα στοιχεία του -προκειμένου βέβαια να τα εκμεταλλευτεί μόνο ως οχήματα μεταφοράς (αφαιρετικών) αφηγηματικών υπονοιών και ρινίσματα δραματικών ερμηνειών. Η ματαιότητα της κοινοτοπίας, το χάος που ελλοχεύει μέσα στην τάξη κι η αιώνια διαμάχη ανάμεσα στο νέο και το παλιό αποτελούν μερικούς διακεκριμένους θεματικούς άξονες. Κυρίαρχα στοιχεία είναι το αποπροσανατολιστικό φως, οι σκιές, τα συντρίμμια, ο ταύρος, το νερό. Ο ταύρος είναι εξαιρετικά λειτουργικός ως διαχρονικό σύμβολο γονιμότητας- μα όχι μόνο. Αρρενωπότατος αλλά και εξημερωμένος, συνεχώς διψασμένος, δεσπόζει στη σκηνή, διασκορπίζοντας αναφορές στις ταυροπαιδιές της μινωικής εποχής και στους μύθους της αρπαγής της Ευρώπης, του ζευγαρώματος της Πασιφάης -που επέφερε τον Μινώταυρο- ή του Θησέα και της Αριάδνης.

Εκτός από την ονειρική προοπτική, το παιχνίδι με τις σκιές που σχηματίζονται στον λευκό φωτισμένο τοίχο παραπέμπει στην αλληγορία του Σπηλαίου του Πλάτωνα, με την κατασκευασμένη, ελλειπτική πραγματικότητα να υπερτερεί. Οι πλανεμένοι φυλακισμένοι που τις παρακολουθούν ίσως να είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι θεατές στην πλατεία. Μια υπενθύμιση από τον δημιουργό ότι η ανθρώπινη κατάσταση θα παραμένει δέσμια των εντυπώσεων που δημιουργούνται μέσω των αισθήσεων.

Βγαλμένη θαρρείς από αναγεννησιακό πίνακα, η Μπριάνα Ο’ Μάρα αποτελεί την επιδραστικότερη παρουσία στη σκηνή. Δεν είναι μόνο η γαλακτερή σκηνή της γέννησης πάνω στο όστρακο, που μοιάζει με ζωντανό γλυπτό και παραπέμπει ταυτόχρονα στην Παναγία Βρεφοκρατούσα, την Άνοιξη, την Αφροδίτη του Μποτιτσέλι. Η εμφάνισή της ρυθμίζει την πλειονότητα των ενοτήτων. Τέλος, το στοιχείο του νερού με την απεικονιστική και την οντολογική του δυναμική φέρνει στο μυαλό το απόφθεγμα του Τζελαλεντίν Ρουμί ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια σταγόνα στον ωκεανό αλλά ο ωκεανός σε μια σταγόνα.

λεύθερα, 14.10.21