«…Τα αρμόδια Υπουργεία και Υπηρεσίες κατέθεσαν σχετικά στοιχεία που καταδεικνύουν τον κίνδυνο δημογραφικής αλλοίωσης, αλλά και τις οξύτατες επιπτώσεις της μεταναστευτικής κρίσης», Μάριος Πελεκάνος, κυβερνητικός εκπρόσωπος (10/11/2021).

Μόνο αυτοί κάθονται τα βράδια στην πλατεία Ελευθερίας, σαν το πολύπαθο αυτό κομμάτι του κέντρου να φτιάχτηκε, τελικά, μόνο για εκείνους απαξιώνοντάς το οι υπόλοιποι επιδεικτικά – την τελευταία βδομάδα που περπάτησα εκεί, ήμουνα ο μόνος ημεδαπός που κάθισε στα άβολα λευκά παγκάκια-οβελίσκους παρακολουθώντας τους από μακριά να προσέχουν τα παιδιά τους που έτρεχαν πάνω κάτω διαιωνίζοντας τη χαρά ελευθερίας που αισθάνονταν, να τρώνε πίτα καλαμάκι σουβλάκι απ’ το απέναντι μαγαζί δίπλα από τη μπυραρία ή να κάνουν live video με τους ανθρώπους τους στις πόλεις που άφησαν (για πάντα) στο θλιβερό παρελθόν μιας ζωής που ατύχησε να γίνει περιπετειώδης ακόμη και ως προς τα βασικά αγαθά, τα δεδομένα για τους υπόλοιπους· εμάς, δηλαδή.

Κι ήταν σα να ήμουν -κάθε βράδυ, για πέντε μέρες- σε μια πολυεθνική πλατεία από Πακιστανούς, Ινδούς, Μπαγκλαντεσιανούς και Σύριους – το αντίστοιχο της πλατείας Ομόνοιας, στην Αθήνα, που ξέρω καλά, όπου κάθε βράδυ συμβαίνει ένα πολυπολιτισμικό «πανηγύρι» διαφορετικών εθνικοτήτων· με πλήρη απουσία Ελλήνων που, για δικούς τους λόγους, όσο κι αν αλλάζει κάθε τόσο ο χώρος και κόβονται κορδέλες εγκαινίων, όσο κι αν γίνεται μια υπερσύγχρονη πλατεία προορισμένη να ομορφαίνει, αυτή θα παραμένει «γκέτο».

Ξέρω πως φοβάσαι – ακούω συχνότερα πια τα επιχειρήματα των «φιλήσυχων οικογενειαρχών» που ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης (πια) λένε τα «φτάνει, γεμίσαμε από ξένους» και «τι θα τους κάνουμε όλους αυτούς;»: «Θα ζητήσουν σε λίγο καιρό και πολιτειακά δικαιώματα;», «θα πληθύνουν τα εγκλήματα πέραν του κέντρου της Λευκωσίας, γύρω από τα στενά της Λήδρας, που πλέον -με τις διαμαρτυρίες μας- αστυνομεύεται ευτυχώς συχνότερα;», «θα γεμίσουν τα σχολεία μας από μουσουλμανάκια και πλέον δεν θα διδάσκονται τα -«δικά μας»- παιδάκια τα θρησκευτικά (που κάποτε «έσωσε τον τόπο η Ορθοδοξία»);», «θα έχουν πρόβλημα στο μέλλον τα κορίτσια μας ως υποδεέστερα των ανδρών μεταβαλλόμενος ο τόπος σε μικρά Αφγανιστάν και Ιράκ;», «θα γεμίσουμε μαντηλοφορούσες και θα γίνουμε ένα νησί-Μέση Ανατολή πετώντας τον “ευρωπαϊκό μας χαρακτήρα” στο πυρ το εξώτερον»; «θα γίνουμε μειοψηφία στην ίδια μας τη χώρα;», «θα φέρουν κι άλλους μετά;».

Το ξέρω: Ανησυχείς. Το ξέρω: Είσαι θυμωμένος. Για τους «σωστούς» λόγους των ακραίων κομματικών που το «μεταναστατευτικό» είναι «σημαία» λαϊκίστικων επιχειρημάτων ενός ρατσισμού που θα έπρεπε εδώ και χρόνια να είχαμε αποβάλει διά παντός απ’ το άρρωστό μας DNA. Αλλά σε κατανοώ. Γιατί αλλιώς το ‘χες μάθει το έργο – δεν υπήρξε ποτέ κουλτούρα μιας πραγματικά ειλικρινούς συνύπαρξης αλλόδοξων σ’ αυτό τον μικρό τόπο -αν και «πέρασμα» λαών και εθνικοτήτων για χιλιάδες χρόνια-, κι αν κάποτε αυτό συνέβαινε με τους Τουρκοκύπριους, πάντοτε είχε στο πίσω μέρος του μυαλού της η μάζα (κι όχι οι λίγοι) πως το πάνω χέρι το είχες πάντα εσύ· εσύ ήσουν ανέκαθεν «η ανώτερη πάστα».

Κι αν τώρα αντιδράς σφόδρα, είναι για την «αλλοίωση» λες που το κάνεις ή για κάτι τοπικά μικροσυμφέροντα ή για κάτι ανόητους ανεδαφικούς συναισθηματικούς λόγους ή γιατί νιώθεις ξαφνικά υποδεέστερος στην ίδια σου τη χώρα «κινδυνεύοντας» επειδή «αδικείσαι» για όλα αυτά που δίδονται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια κι εσένα σ’ έχουν στην απέξω – όχι, λες, δεν είσαι ούτε ρατσιστής ούτε φασίστας, εσύ ειδικά, που όταν χρειάστηκε έβαζες σε κούτες φιλανθρωπίας ρύζι και μακαρόνια για τους ξένους που μόλις είχαν έρθει· αλλά «το κακό παράγινε!».  

Μάθε, όμως, κι αυτό: Οι ξένοι δεν θα φύγουν (ελάχιστοι, ίσως, για το θεαθήναι). Εδώ θα ζουν – μ’ εσένα. Κάτι «επιστροφές» που σου λένε πως «θα επιδιώξουν» να συμβούν δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ· μ’ αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε όχι αγνοώντας τους και όχι υποτιμώντας την άλλη τους κουλτούρα -την, για εμάς, ολότελα ξένη-, γιατί τα «να ξεκουμπιστούν, να πάνε αλλού, να πάνε στις χώρες τους!» είναι εκτός ρεαλιστικής τακτικής ενός ανθρώπου που ξέρει σωστά να μετράει τα κουκιά των διεθνών τεκταινόμενων που όλο και μεταβάλλονται.

Ξέρω πως είσαι οργισμένος, ξέρω πως πιστεύεις ότι «παίζονται» παιχνίδια κομματικά και οικονομικά στην πλάτη σου, πως κι αυτοί οι άνθρωποι -που τους είχες αγκαλιάσει ειλικρινά το 2015 όταν αυξάνονταν οι ροές από τα κατεχόμενα- θεωρείς πια πως κάτι καταπατούν «δικό σου» και την φιλοξενία σου την έκαναν ασυδοσία – αυτό μου είπαν οι νοικοκυραίοι αριστεροί του Καϊμακλίου και όχι οι ακροδεξιοί της βουλής: «Γίναμε Τεχεράνη!». Και τώρα τι; Πιστεύεις πως θα «επιλύσει» κάτι η διυπουργική με τις τόσες ευρωπαϊκές δικλείδες ασφαλείας – κυρίως προστασίας των δικών τους συνόρων; Ή μήπως θες να τους πετάξεις στη θάλασσα της Λεμεσού μια και καλή;

Οι ξένοι πάντως που ξέρω εγώ μού έβαψαν το σπίτι πέρσι αφήνοντας τους εν λευκώ τα κλειδιά και απουσιάζοντας για πολλές ώρες χωρίς να πειράξουν το παραμικρό (γιατί οι λιγοστοί Κύπριοι ελαιοχρωματιστές που απέμειναν σ’ αυτό τον τόπο είτε δεν είχαν χρόνο και «πνίγονταν» πάντα στη δουλειά, είτε ζητούσαν διπλάσιες τιμές), κάτι Πακιστανοί, επίσης, μού άλλαξαν τα αλουμίνια των παραθύρων (στη μισή τιμή των «κανονικών» και με μπλοκάκι απόδειξης), μια Φιλιππινέζα έρχεται μία φορά τη βδομάδα και μου καθαρίζει το διαμέρισμα (κι είναι γλυκιά σαν μέλι η Κουμαρί που το μυαλό της είναι στο γιο της, στο Νέο Δελχί), ένας Σύριος κομμωτής 23 χρόνων, ο Γιασάρ, με κουρεύει κάθε μήνα στο ΟΧΙ και τον θαυμάζω για το νέο αυτοκίνητο που αγόρασε -που φύλαξε τα δικά του λεφτά κι είναι «νούσιμος» χωρίς «μπαμπά» να του τα ακουμπήσει-, ενώ κάτι παιδάκια που βλέπω κατά τη 1 η ώρα να διασταυρώνουν την Στασίνου μπροστά από το «Ελένειο» είναι ευγενικά, ήσυχα και ταπεινά – τους έχουν μάθει οι ξένοι γονείς τους πως αυτή είναι η μόνη διαδρομή τους στη ζωή, πως η παιδεία -ακόμη και σ’ ένα «ξένο τόπο»- θα τους οδηγήσει έξω απ’ αυτόν για να προοδεύσουν (τα παραδείγματα χιλιάδες).

Οι κυβερνητικές αποφάσεις (που έπονται) όλοι μας καταλαβαίνουμε πως τίποτα δεν θα επιλύσουν – το διαισθάνεσαι, άλλωστε. Το θέμα είναι, κυρίως, δικό μας: Ή οι ξένοι θα παραμείνουν «το γκέτο», «το περιθώριο» και «μια τάτσα στο πλευρό μας» (όχι δική μου έκφραση) ή θα ημερέψουμε τον κινδυνολόγο μας εαυτό αποκτώντας επαφή με τη νέα πραγματικότητα του κόσμου γύρω μας που μεταβάλλει τον φόβο σε παγκόσμια πρόκληση ευκαιριών και αποδοχής για όλους, δείχνοντας -ειλικρινώς- εμπιστοσύνη στον ελληνικό μας πολιτισμό και στην ανθρωπιά μας. 

*Τίτλος από στίχους της Χαρούλας Αλεξίου.

xatzigeorgiou@yahoo.com

Ελεύθερα, 14.11.2021.