Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Ό,τι θα ’κλεινε, λέει, φέτος, τα εβδομήντα. Ποιος; Αυτό το εφηβικό σκαρί που άπλωνε, καθώς έβγαιναν απ’ το στόμα του, μαζί κι απ’ την ψυχή του εκείνα τα παχιά Τρικαλινά λάμδα, τα φωνήεντα που ήταν καημός βουνίσιος. Αυτός που καθώς άνοιγε τα χέρια-κλαδιά σαν πλάτανος και με ριζωμένα τα πόδια στη γη άγγιζε λες τα ουράνια. Αυτός που κάθε πάτημά του στο ζεϊμπέκικο ήταν αντρίκια λεβεντιά. Δημήτρης Μητροπάνος, ο Μήτσος. Ναι, η Αγιά Μονή, χωριουδάκι κοντά στα Τρίκαλα, τον δέχτηκε, Απρίλη, στις 2, το 1948. Τι θα ήταν γι’ αυτόν οι Απρίληδες κι οι Πασχαλιές θα το ’βρισκε αργότερα στον δρόμο του. Απρίλη, 17, το 2012 κίνησε γι’ αλλού.
«Μικρή γειτονιά, φτώχεια, αν είχε μαγειρέψει ο ένας έτρωγε κι ο άλλος. Αριστεροί δεν θα ’μασταν;» Ως τα δεκάξι του νόμιζε τον γονιό του χαμένο, «τώρα βρήκε να ’ρθει για να πάω δυο χρόνια φαντάρος;» θα πει με παράπονο μόλις το έμαθε. Θα τον πρωτοδεί στα είκοσι εννιά.
«Ζωή νταλίκα κόκκινη στις εθνικές του κόσμου», ήταν η ζωή του. Μια «Χαμένη Πασχαλιά» ο πρώτος του δίσκος, λογοκριμένη από τη Χούντα, δεν άνθισε ποτέ. Το κόκκινο παρελθόν ρετσινιά, να σέρνει τα βήματά του από δουλειά σε δουλειά, εργάτης σε μαραγκούδικο, σερβιτόρος σε ταβέρνες. Μόνο το τραγούδι τον λυτρώνει. Τον ακούει ο Δήμος ο Μούτσης, του δίνει τον δίσκο «Άγιος Φεβρουάριος». Νύχτες μες στο ντουμάνι τον καπνό, μες στα μαχαιρώματα, μες στα νταϊλίκια, αμολάει την καμπάνα και τρίζουν τα ντουβάρια. «Ο Χάρος βγήκε παγανιά», ο Κοεμτζής μαχαιρώνει μπροστά στα μάτια του αυτόν που τόλμησε να χορέψει την «παραγγελιά» του. Άγριοι καιροί. Μα εκείνος ζει για το τραγούδι.
Απρίλης πάλι και κάτι θέλεις να του πεις. Σε πονάει εκείνο το σπαραχτικό «Αν ρωτάς για ζωή, αγάπη μου, την άλλη φορά». Κάνεις λίγο πίσω και μετράς. Από το «Γιαρέμ» και τα «Κύθηρα» (που ποτέ δεν τα βρήκαμε), καμιά εβδομηνταριά δίσκοι, εκατοντάδες τραγούδια, ανάμεσά τους κι εκείνο το «Συνάχτου πκιον τριανταφυλλιά», αντίδωρο, με τον δικό του τρόπο, στο φιλαράκι του τον Μάριο τον Τόκα (Απρίλης μας τον πήρε κι αυτόν) που του ’χε ανοίξει λεωφόρους: «Η εθνική μας μοναξιά», «Θάλασσες», «Λαδάδικα», «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα». Έρχεται η ώρα του Θάνου του Μικρούτσικου μ’ εκείνη τη μοναδική «Ρόζα». Ο Νίκος ο Πορτοκάλογλου με το «Κλείνω κι έρχομαι», ο Χρίστος Νικολόπουλος με το «Πάρε αποφάσεις» και μας αποτελειώνει ο Σταμάτης ο Κραουνάκης με το «Ζητιανάκι της Κατεχάκη», εκείνο σκουπίζει μπαρμπρίζ αυτοκινήτων κι εμείς τα δάκρυά μας.
Αχ ρε Μήτσο, σε κατασπάραξες, πού να το αντέξεις τέτοιο προικιό μέσα σου, σε ρούφηξε. Μα ξύπνησες συνειδήσεις, ξεσήκωσες, ζέστανες, παρηγόρησες. «Όταν έχω εσένα μπορώ να ονειρεύομαι ξανά και πιάνω με τα χέρια μου τον κόσμο να τον φτιάξω». Ποιος έφυγε, λέει;