Το Πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς εμπλέκει και τις τρεις εξουσίες του Κράτους, την Εκτελεστική, τη Νομοθετική και τη δικαστική. Είναι ίσως η πρώτη φορά που στο «εδώλιο» κάθονται μαζί εκπρόσωποι των τριών αυτών λειτουργιών. Αυτό από μόνο του καθιστά την υπόθεση μοναδική στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το μεγάλο ζήτημα το οποίο προβάλλει, είναι – τηρουμένου πάντα του τεκμηρίου της αθωότητας – ότι το Πόρισμα καταλογίζει τέτοια συμπεριφορά και τέτοιες πράξεις, οι οποίες μάλιστα έγιναν, όπως θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, «εν μέση οδώ». Διερωτάται ο οιοσδήποτε πολίτης αυτού του τόπου για ποίο λόγο δεν τηρούνται καν τα προσχήματα όταν είτε επώνυμοι είτε ανώνυμοι παραβιάζουν τον νόμο. Και τίθεται το ερώτημα αν τελικά δεν ενδιαφέρει κανένα η τήρηση του Νόμου ή απλών έστω ηθικών κανόνων σ’ αυτό το κράτος και σε αυτήν την κοινωνία.

Και αυτό είναι που θα πρέπει να προβληματίσει. Έχει τελικά η κυπριακή κοινωνία αλλοτριωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραβιάζονται βασικοί κανόνες δημοκρατίας και κράτους δικαίου χωρίς ουσιαστικά να ιδρώνει το αυτί κανενός;

Είναι αυτή η μετάλλαξη της κοινωνίας που θα πρέπει να μας ανησυχεί και προβληματίσει. Και αυτό διότι, εμπλέκονται ξανά τα ίδια ή παρόμοια νοσηρά συμπτώματα και παθογένειες οι οποίες έχουν οδηγήσει τον κυπριακό λαό στην απαξία, στην κούραση και εν πολλοίς στην παραίτηση στο πέρασμα του χρόνου. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, την απογοητευμένη και κουρασμένη από τις παλινωδίες και ψευδαισθήσεις στο εθνικό θέμα κυπριακή κοινωνία, είχε εξουθενώσει πλήρως η μεγάλη κλοπή του Χρηματιστηρίου, η οποία όχι μόνον διέψευσε προσδοκίες και κούφιες υποσχέσεις για εύκολο πλουτισμό, αλλά άσκησε μεγάλη πίεση στη μεσαία τάξη, η οποία μέχρι τότε αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας. Η ίδια μεσαία τάξη δέχτηκε, δέκα χρόνια αργότερα, ισχυρότατα πλήγματα από την οικονομική κρίση για την οποία ευθύνη είχαν μεν οι τραπεζίτες αλλά και όλοι εκείνοι οι οποίοι τους υπέθαλψαν και τους συνέδραμαν στον κοινό αθέμιτο πλουτισμό σε βάρος του μέσου Κύπριου πολίτη. Σε γενικές γραμμές δυστυχώς πρωταγωνιστές στη λεηλασία της μεσαίας τάξης είναι οι ίδιοι που εμπλέκονται και στο σκάνδαλο της πολλαπλής μορφής διαπλοκής και διαφθοράς που συζητάμε.

Θυμίζω ότι από το 2000 τους απληροφόρητους και άσχετους περί τα χρηματιστηριακά Κύπριους είχεν καταβάλει η φρενίτιδα του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού μέσω του Χρηματιστηρίου. Θυμίζω επίσης όλους εκείνους τους αυτόκλητους «επενδυτές» και «παίχτες» στο «Χρηματιστήριο – καζίνο». Η φρενίτιδα αυτή είχε καταλάβει όλα τα στρώματα της κοινωνίας τα οποία έδωσαν πίστη στις μεγαλόστομες και απατηλές υποσχέσεις για εύκολο πλουτισμό. Περιττόν να θυμίσουμε ότι και στην περίπτωση του Χρηματιστηρίου έλαμψε δια της απουσίας του το σοβαρό νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο και ασφαλώς η ηχηρή παράλειψη της εφαρμογής του νόμου και των απλών κανόνων ηθικής.

Οδηγηθήκαμε έτσι σε αποδοχή των αδιαφανών διαδικασιών στην χειραγώγηση των τιμών των μετοχών, σε παραπλανητικές δηλώσεις και «προβλέψεις» για εύκολο κέρδος και πλουτισμό. Πέραν της τεράστιας μετατόπισης πλούτου από τους ευκολόπιστους και παραπλανηθέντες συμπολίτες μας προς συγκεκριμένους επιτήδειους, οι οποίοι έγιναν πολυεκατομμυριούχοι σε βάρος των θυμάτων τους, η μεγάλη ζημιά που προέκυψε τότε ήταν ότι πέρασε στην Κύπρο το μήνυμα ότι αυτό που μετρά σε τελική ανάλυση είναι ο πάση θυσία πλουτισμός και το κέρδος που θα προκύψει από κάθε κοινωνική συναναστροφή ή έκφανση.

Η αποθέωση του εύκολου πλουτισμού, η ταύτιση της επιτυχίας με τα πόσα χρήματα υπάρχουν στο τραπεζικό λογαριασμό κάποιου ή πόση επίδειξη πλούτου μπορεί κάποιος να επιτύχει, έχουν αλλάξει το ίδιο το DNA της κυπριακής κοινωνίας. Σημασία δεν έχει ποιος είμαι αλλά τι φαίνομαι ότι είμαι. Στο όνομα και στο κυνήγι της πρόσκαιρης λάμψης και μίας ψευδεπίγραφης «προόδου και ανάπτυξης» και εν ονόματι της «προσέλκυσης επενδυτών», η κυπριακή κοινωνία μεταλλάσσεται με ταχύτατους ρυθμούς σε μία κοινωνία της «αρπαχτής», της ραστώνης και στην αποδοχή του «φαίνεσθαι» έναντι του «είναι». Γι’ αυτό άλλωστε και δεν προκαλούν καμία έκπληξη τα όσα καταλογίζει το Πόρισμα στους «επώνυμους» αλλά και στους ανώνυμους που τους ανέχονται και εν πολλοίς τους μιμούνται.

Η συνταγή παραμένει περίπου η ίδια. Νομικό και εν πολλοίς ατελές νομικό πλαίσιο και ασφαλώς δυστοκία στην εφαρμογή του. Έτσι έγινε μετά το Χρηματιστήριο κατά την οικονομική κρίση στην οποία μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν οι τραπεζίτες και όσοι φρόντισαν να συνεργούν μαζί τους ή να τους παρακολουθούν άπραγοι στον πλουτισμό, ακόμη και από μη τραπεζικές εργασίες, εξαπατώντας ουσιαστικά τους ανυποψίαστους και ευκολόπιστους πελάτες τους.

Στην εξαιρετική του έκθεση ως «The Stiglitz Report» ο διάσημος Αμερικανός Οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ εντόπισε ως συμπτώματα και αιτίες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης μεταξύ άλλων, την ασυδοσία και την απληστία των τραπεζών, την οποία ανέχτηκαν κράτη και κοινωνίες, επιτρέποντας την ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα και πέραν των τραπεζικών εργασιών κυρίως μέσω επενδύσεων σε επικίνδυνους και μετέωρους τομείς με χρήματα άλλων, δηλαδή των πελατών τους. Κάπως έτσι ξεκίνησε η κρίση του 2012. Συνήργησε σ’ αυτήν και η αδυναμία του κράτους να προστατεύσει τον πολίτη.

Όλα αυτά οδήγησαν στην αποσάθρωση του οικονομικού αλλά και του κοινωνικού ιστού. Το μήνυμα, επομένως είναι ότι επιτρέπονται τα πάντα στο κυνήγι του πλούτου. Δεν έχουν σημασία ούτε οι θεσμοί, ούτε ο νόμος, ούτε ο τρόπος και οι άμεσες ή παράπλευρες απώλειες.

Αυτήν την εικόνα περίπου συνοψίζει περίπου το Πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Και όλα συγκλίνουν σε ένα σημείο. Στην αδυναμία αυτού του κράτους να εφαρμόσει τον νόμο, αδυναμία η οποία ξεκινά από τα πλέον απλά, όπως είναι π.χ. η ατιμωρησία στους δρόμους, στην έλλειψη στήριξης του αδύναμου συμπολίτη μας μέχρι τις παράνομες δοσοληψίες αξιωματούχων της Πολιτείας ακόμα και πλαστογραφίες εν μέση οδώ και στα εγκλήματα του «λευκού κολλάρου».

Με την ευχή ότι τόσο το Πόρισμα όσο και η σκόνη που αυτό σήκωσε δεν θα καταλαγιάσει εύκολα, αλλά θα οδηγήσει στην ενεργοποίηση των όσων ανακλαστικών παραμένουν στην κοινωνία, το σοκ το οποίο αυτό προκαλεί ίσως να αποτελέσει την αρχή μίας νέας προσέγγισης του κράτους δικαίου που λείπει από την πατρίδα μας και που δεν είναι τίποτε λιγότερη ή περισσότερη από την ισότιμη αλλά και ηθική εφαρμογή του νόμου σε όλους ανεξαιρέτως.

Γι’ αυτό και έχει μεγάλη σημασία ποια θα είναι η άμεση αντίδραση των θεσμών στα ευρήματα του Πορίσματος.

Εφαρμογή επομένως του νόμου, το ζητούμενο.

*Δικηγόρος