Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Ως πολίτη με ενδιαφέρει βαθύτατα η ποινική διάσταση κάθε υπόθεσης που αφορά δημόσια πρόσωπα. Αναμένω από τις ανακριτικές αρχές να ερευνήσουν, από τη Νομική Υπηρεσία ή άλλη Αρχή να αξιολογήσει και, αν υπάρξουν κατηγορίες, από τα δικαστήρια να αποφανθούν. Και να αποφανθούν όπως αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου: πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό είναι το σωστό κριτήριο όταν διακυβεύεται η ελευθερία ενός ανθρώπου.
Όμως η πολιτική δεν είναι δικαστήριο.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να αναστέλλει την κρίση της μέχρι να ολοκληρωθεί μια δικαστική διαδικασία που ίσως διαρκέσει χρόνια ή που ενδεχομένως να μην οδηγήσει ποτέ σε καταδίκη.

Ως πολίτη με ενδιαφέρει εξίσου η πολιτική διάσταση. Εκεί το κριτήριο είναι διαφορετικό.

Εκεί αρκεί το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

Όταν μια ανεξάρτητη αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανότερο ένας πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας να έχει διαπράξει επτά ποινικά αδικήματα παρά να μην τα έχει διαπράξει, αυτό έχει τεράστια πολιτική σημασία. Όταν το ίδιο συμπέρασμα αγγίζει και πρόσωπα του στενού επαγγελματικού του κύκλου, η σημασία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Δεν γνωρίζω αν οι υποθέσεις αυτές θα οδηγήσουν τελικά σε ποινικές καταδίκες. Ειλικρινά, το θεωρώ αβέβαιο.

Γνωρίζω όμως κάτι άλλο. Ότι η πολιτική εμπιστοσύνη δεν απαιτεί απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για να χαθεί. Κάποια στιγμή τα γεγονότα συσσωρεύονται. Οι σκιές πυκνώνουν. Οι εξηγήσεις δεν πείθουν. Και ο πολίτης δικαιούται να καταλήξει σε ένα πολιτικό συμπέρασμα.

Να πει: Αρκετά. Αρκετά, γιατί δεν μιλάμε μόνο για πιθανές παραβιάσεις νόμων.

Μιλάμε για την αξιοπιστία του κράτους και των θεσμών του. Μιλάμε για το οξυγόνο της δημοκρατίας.
Κάθε φορά που δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες για τους ισχυρούς, η κοινωνία χάνει λίγο ακόμη από την εμπιστοσύνη της. Και όταν χαθεί η εμπιστοσύνη, οι θεσμοί παραμένουν όρθιοι μόνο τυπικά. Γι’ αυτό και ο Νίκος Αναστασιάδης αποτελεί σήμερα κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας δημόσιας συζήτησης.

Ανεξάρτητα από το τι μπορεί ή δεν μπορεί να αποδειχθεί σε μια δικαστική αίθουσα, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει ήδη διαμορφώσει άποψη. Για πολλούς πολίτες η πολιτική ετυμηγορία έχει ήδη εκδοθεί.

Και όταν η δυσπιστία επεκτείνεται πέρα από ένα πρόσωπο, αγγίζοντας συνεργάτες, θεσμούς και ολόκληρους πολιτικούς χώρους, τότε το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό. Γίνεται πρόβλημα δημοκρατίας – και αυτή η διαπίστωση δεν είναι ουδέτερη. Αφορά και τον πολιτικό χώρο που τον στήριξε και τον στηρίζει. Στον χώρο αυτό υπάρχουν πολλοί έντιμοι, σοβαροί και ικανοί άνθρωποι. Ακριβώς γι’ αυτό θεωρώ ότι οφείλουν να μιλήσουν πιο καθαρά.

Τα μισόλογα δεν αρκούν πλέον. Ούτε η επίκληση της αναμονής μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική κρίση. Οι γενικές αναφορές ότι «κοιτάμε μπροστά», «όλα πρέπει να διερευνηθούν» ή ότι «κανείς δεν είναι πάνω από τον νόμο» δεν απαντούν στο πολιτικό ερώτημα. Όλα αυτά συνέβαιναν υπό τη δική σας πολιτική εποπτεία. Και μαζί με την εξουσία έρχεται και η ευθύνη. Η σιωπή, όσο παρατείνεται, εκλαμβάνεται όλο και περισσότερο ως πολιτική ανοχή.

Όσο πιο γρήγορα αναγνωριστεί αυτή η πραγματικότητα, τόσο πιο γρήγορα θα αποφασιστεί εάν η παράταξη θέλει να είναι κληρονόμοι μιας περιόδου ή ανανεωτές της. Γιατί η πολιτική δεν θα έπρεπε να είναι μια συνεχής προσπάθεια αποφυγής της ευθύνης και ναι μεν αλλά. Ο πήχης δεν μπορεί να βρίσκεται στο «δεν αποδείχθηκε τίποτε». Ο πήχης οφείλει να βρίσκεται πολύ ψηλότερα: στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην εμπιστοσύνη. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται απλώς πολιτικούς που δεν καταδικάζονται. Χρειάζεται πολιτικούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη.Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα της υπόθεσης. Στην ποινική δικαιοσύνη απαιτείται απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην πολιτική, όμως, το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αρκεί για να εκδοθεί ετυμηγορία. Γιατί η νομιμότητα και η πολιτική νομιμοποίηση δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Και η πιο σημαντική ετυμηγορία δεν εκδίδεται στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Εκδίδεται στη συνείδηση των πολιτών.

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου