Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΈνα καλώδιο στον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου δεν συνιστά απλώς μια υποθαλάσσια διασύνδεση. Όταν η διαδρομή του, συναντώντας τα κύματα της Ιστορίας, διέρχεται από μιαν περιοχή όπου διασταυρώνονται η Ελληνική πραγματικότητα και ο Τουρκικός αναθεωρητισμός ως προς τις θαλάσσιες ζώνες, την Ευρωπαϊκή στρατηγική και τις ενεργειακές επιδιώξεις στον νευραλγικό αυτό χώρο, η εν λόγω τεχνική υποδομή καθίσταται, εν πολλοίς, ένα αναπόφευκτο και ορατό πλέον γεωπολιτικό γεγονός.
Ο Great Sea Interconnector (GSI), η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, καθώς και του Ισραήλ στον ευρύτερο σχεδιασμό, έχει ακριβώς σήμερα την κομβικής σημασίας αυτή διάσταση. Η είσοδος της Γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού επενδυτή, με ποσοστό 66%, προσέδωσε νέα οικονομική και Ευρωπαϊκή προοπτική στο έργο, ενώ παράλληλη συμφωνία με τον ΑΔΜΗΕ και τη Nexans αφορά στην επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών. Η Ελληνική κυβέρνηση χαρακτηρίζει τον GSI ως ένα μελλοντικό επίτευγμα υψίστης στρατηγικής εμβέλειας όχι μόνο για την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και για την Ευρώπη. Το κρίσιμο, ωστόσο, εκ των πραγμάτων ερώτημα δεν είναι μόνο εάν η τελεσφόρησή του είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά βιώσιμη. Έγκειται, ασφαλώς, στη δυνατότητα της απρόσκοπτης υλοποίησής του, χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία θα αποκτήσει, έστω και de facto, την ικανότητα να επηρεάζει ή να παρεμποδίζει μιαν Ευρωπαϊκή υποδομή σε θαλάσσιες περιοχές, όπου η Αθήνα, χωρίς τις προηγούμενες υποχωρητικές αμφιθυμίες, δηλώνει ότι ασκεί τα αδιαμφισβήτητα νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις από Ελλαδικής και Κυπριακής πλευράς ότι το εγχείρημα ενέχει γεωπολιτικό κίνδυνο με περιορισμένα οφέλη, η λήψη αποφάσεων, απεναντίας, της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια δεν αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα. Ήδη, βάσει του άρθρου 3 της Σύμβασης των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που περιλαμβάνει 172 συμβαλλόμενα κράτη και διεθνείς οργανισμούς, θα μπορούσε να προχωρήσει σε επέκταση νότια και δυτικά της Κρήτης, πριν αρχίσουν οι έρευνες για τον βυθό ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου, αξιολογώντας την αντίδραση της Άγκυρας πέραν μάλιστα του Αιγαίου.
Η Κάσος του 2024 υπενθυμίζει το αμέσως προηγούμενο συμβάν. Οι έρευνες του Ιταλικού Ievoli Relume για τη διαδρομή του καλωδίου βρέθηκαν τότε υπό την παρακολούθηση και την πίεση Τουρκικών πολεμικών πλοίων. Το επεισόδιο απέδειξε ότι οι γεωπολιτικές αντιδραστικές αντιπαραθέσεις της Τουρκίας μπορούν να εκδηλωθούν όχι μόνο όταν αρχίζει η κατασκευή μιας υποδομής, αλλά από το στάδιο των ερευνητικών επιχειρήσεων. Και ιδού το υπαρκτό σημερινό δίλημμα. Η Ελληνική θέση είναι σαφής, καθότι δεν απαιτείται Τουρκική άδεια για την πραγματοποίηση του GSI και, σύμφωνα με την κυβέρνηση, δεν πρόκειται να ζητηθεί. Η Αθήνα επικαλείται το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Άγκυρα, εντούτοις, δεν παύει να υποστηρίζει ότι σε περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στα δικά της θαλάσσια δικαιώματα απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση. Επομένως, η διαφορά μεταξύ των δύο θέσεων δεν είναι αποκλειστικώς τεχνική ή διπλωματική. Άπτεται της ίδιας της έννοιας της κυριαρχίας και της άσκησης δικαιοδοσίας.
Η ιστορική μνήμη καθιστά το ζήτημα εξόχως σημαντικό, καθότι η τραγωδία της Κύπρου δεν παραπέμπει σε μια λησμονημένη παρελθοντική αναφορά. Η παράνομη Τουρκική εισβολή του 1974 και η συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελούν τη θεμελιώδη γεωπολιτική πραγματικότητα εντός της οποίας εξελίσσεται κάθε σύγχρονη στρατηγική συζήτηση για τη χώρα μας. Ένα ισότιμο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολο της επικράτειάς του, μολονότι η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου έχει ανασταλεί στο βόρειο τμήμα του, όπου δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο λόγω της κατοχής. Και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί, εν προκειμένω, η ιστορία του Κυπριακού. Αρκεί στους παροικούντες να επισημανθεί ότι η σημερινή ενεργειακή γεωπολιτική της Ανατολικής Μεσογείου εξακολουθεί να διαμορφώνεται δεδομένων των δραματικών επιπτώσεων από τους περιφερειακούς πολέμους, συμπεριλαμβανομένων των συνεπειών της Τουρκικής Εισβολής. Το γεγονός ότι η Κύπρος αποτελεί το μοναδικό υπό Τουρκική στρατιωτική κατοχή Ευρωπαϊκό έδαφος στο κατώτατο άκρο της γηραιάς ηπείρου προσδίδει στον GSI τη βαρύτητα που υπερβαίνει κατά πολύ το αυξημένο ύψος των δαπανών και όποιες άλλες δυσχέρειες της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Από την άποψη αυτή, η είσοδος της Γαλλίας μέσω της Meridiam είναι αναμφισβήτητα σημαντική. Προσδίδει στο έργο ισχυρότερο Ευρωπαϊκό αποτύπωμα, μεταφέροντας μέρος της οικονομικοπολιτικής διακινδύνευσης στο Γαλλικό επενδυτικό κεφάλαιο. Η Meridiam, άλλωστε, δεν είναι ένας τυχαίος επενδυτής. Διαθέτει ήδη σημαντική οικονομική παρουσία στην Τουρκία στον τομέα, μεταξύ άλλων, των νοσοκομειακών υποδομών. Η παράμετρος από την έντονη δραστηριοποίηση και τη σύμπραξή της με μεγάλους Τουρκικούς κατασκευαστικούς ομίλους ουδόλως δύναται να αγνοηθεί, όταν συνεξετάζονται τα συμφέροντα ενός επενδυτικού κολοσσού σε σχέση με τα γεωπολιτικά συμφραζόμενα του GSI. Εξ ου και ανακύπτει το ακανθώδες ζήτημα. Έχει δημοσιευθεί ότι Αθήνα, Παρίσι και Λευκωσία επεξεργάζονται φόρμουλα ενημέρωσης της Τουρκίας πριν την επανέναρξη των εργασιών, με τη Meridiam να έχει κεντρικό ρόλο στην υπό συζήτηση διαδικασία. Πληροφορίες αναφέρονται, ωσαύτως, στην αποστολή επιστολής προς τις ενδιαφερόμενες χώρες για την ενημέρωση σχετικά με τις εργασίες, όπερ δεν συνεπάγεται την απόφαση της Ελλάδας να ζητήσει Τουρκική άδεια. Νοουμένου όμως ότι οι νομικές και δικαιακές προδιαγραφές αφίστανται εν τοις πράγμασι της πολιτικής, εάν η «ενημέρωση» μετατραπεί σε εκ των ων ουκ άνευ διαδικασία εκτέλεσης των ερευνών είτε συνέχισης των εργασιών, τότε θα έχει δημιουργηθεί η απευκταία ασύμβατη κατάσταση με τις Ελληνικές «κόκκινες γραμμές». Η Τουρκική συναίνεση μπορεί να μην αναγνωρίζεται τυπικά ως δικαίωμα, αλλά θα μπορούσε να καταστεί εμπράκτως επιβεβλημένη, οπότε ελλοχεύει ο κίνδυνος. Η Τουρκία, συγκεκριμένα, να μετατρέψει μια συναίνεση, που κανένα διεθνές δίκαιο δεν της αναγνωρίζει ως δικαίωμα, σε επίμονη απαίτηση, την οποία θα επιχειρήσει να επιβάλει στην πράξη ως όρο για την άσκηση των Ελληνικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για το αφήγημα του «casus belli» και το παραλήρημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην κορυφαία τους εκδοχή: έναν αναθεωρητισμό που, όταν αξιώνει δικαιώματα εκεί όπου δεν του αναγνωρίζονται, δεν απέχει από την εμμονική παράνοια.
Θλιβερή η πρόσφατη εμπειρία της Κάσου. Η Αθήνα γνωρίζει πλέον ότι οι νομικοί κανόνες και οι συμβάσεις του διεθνούς δικαίου, όσο ισχυρά όπλα προάσπισης των δικαιωμάτων της και αν θεωρούνται, δεν επαρκούν αφ’ εαυτών, για να διασφαλίσουν την ακώλυτη ολοκλήρωση μιας δραστηριότητας στη δική της νησιωτική επικράτεια, το ήμισυ της οποίας απαιτεί η Τουρκία να οικειοποιηθεί. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για επιλογή μιας επώδυνης δοκιμασίας, αλλά για αναγκαία εθνική επιταγή διαφύλαξης των θαλασσίων συνόρων της πατρίδας. Και χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί και να ενισχυθεί η πεποίθηση ότι το διακύβευμα δεν είναι απλώς «σύγκρουση ή συμβιβασμός», αλλά πολύ πιο σύνθετο: πώς επιτυγχάνεται όχι η παρατεταμένη ψευδαίσθηση των «ήρεμων νερών», αλλά η αποκλιμάκωση χωρίς τη δημιουργία νέων προηγούμενων τετελεσμένων, που ενδέχεται αργότερα να χρησιμοποιηθούν για την αμφισβήτηση δικαιωμάτων; Το ερώτημα, προφανώς, δεν είναι άγνωστο στην Ελληνική Ιστορία των τελευταίων δεκαετιών. Τα Ίμια του 1996 κατέδειξαν πόσο γρήγορα μια φαινομενικά περιορισμένη διαφορά είχε μετατραπεί σε αμφισβήτηση κυριαρχίας. Στην Κάσο, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, η υποχώρηση αποδείχθηκε τροχοπέδη στην ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Κύπρου, με τον βουλευτή της ΝΔ και Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου Άγγελο Συρίγο να υποστηρίζει σε πρόσφατες δηλώσεις του ότι η Ελλάδα υποχώρησε δύο φορές απέναντι στην Τουρκία. Το GSI αφορά στην αναγκαιότητα κατασκευής μιας μόνιμης στρατηγικής υποδομής.
Και η Ιστορία επανέρχεται, χωρίς να χρειάζεται να την καλέσουμε επιδεικτικά στο προσκήνιο. Η κρίση του Σουέζ το 1956 είχε αποκαλύψει ότι μια υποδομή θα αποκτούσε γεωπολιτική σημασία πολύ μεγαλύτερη από την τεχνική της λειτουργία. Η διώρυγα αποτελούσε κρίσιμο σημείο διεθνών εμπορικών ροών και στρατηγικών διελεύσεων. Ο Ψυχρός Πόλεμος, εν συνεχεία, κατέστησε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο πεδίο ανταγωνισμού ευρύτερων δυνάμεων. Το 1974 η γεωπολιτική εμφανίστηκε στην Κύπρο υπό μορφή στρατιωτικής ισχύος και κατοχής εδάφους. Και στην εξέλιξη της σημερινής συγκυρίας, μέσω του GSI, η αντιπαράθεση εισέρχεται στην δικτυακή εποχή. Η γεωπολιτική του 21ου αιώνα δεν ασκείται μόνο με στρατούς, στόλους και εδαφικές καταλήψεις. Διενεργείται, ώς επί το πλείστον, με ενεργειακές διασυνδέσεις, υποθαλάσσια καλώδια, λιμένες, αγωγούς, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, υβριδικές επιθέσεις Τεχνητής Νοημοσύνης, και χρηματοδοτικές επενδύσεις. Η δυνατότητα να κατασκευάσεις, να προστατεύσεις ή να εμποδίσεις μιαν υποδομή αναδεικνύει το βεληνεκές του πολλαπλασιαστή ισχύος. Υπό αυτό το πρίσμα, ο GSI επενδύει πολύ περισσότερα από ένα ενεργειακό έργο με το κέλευσμα στην Ελληνική και Κυπριακή Δημοκρατία να προωθήσουν μιαν Ευρωπαϊκή στρατηγική υποδομή σε ένα περιβάλλον, όπου η Τουρκία στο πλαίσιο των νεο-οθωμανικών της προκλήσεων επιδιώκει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση των θαλάσσιων εξελίξεων στην περιοχή. Η έκκληση ταυτοχρόνως απευθύνεται προς την Ευρώπη. Εάν μια υποδομή, που χρηματοδοτείται και υποστηρίζεται σε Ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να παραμένει όμηρος της δυνατότητας μιας τρίτης χώρας να την παρεμποδίζει στην πράξη, τότε το ζήτημα υπερβαίνει τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εναπόκειται στην ίδια την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και της προστασίας των Ευρωπαϊκών δικτύων.
Οι μυλόπετρες της Ιστορίας δεν επαναφέρουν, επομένως, μηχανικά τα ίδια γεγονότα. Συνθλίβουν, όμως, μέσα στον χρόνο τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τις αδράνειες, που γεννά η λήθη των προτέρων εμπειριών. Και αλέθοντας τις επώδυνες και άγονες αυτές εμπειρίες, οφείλουν να ανοίξουν κλειστούς δρόμους και κεφαλαιώδεις διαδρομές, ούτως ώστε να μετατραπούν σε μνήμη και επίγνωση ευθύνης για ορθολογικές επωφελείς αποφάσεις. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η Κύπρος να βγει από την ηλεκτρική απομόνωση, αλλά η κατασκευή του καλωδίου να αναδείξει τους ισχυρούς δρώντες και τις αποτελεσματικές τους συνέργειες από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι την Ευρώπη.