Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η ομιλία του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ  Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, στις 7 Οκτωβρίου 2026, αναδεικνύει τη διαχρονική πολιτική δύναμη της αρχαίας Ελλάδας ως ορόσημο δημοκρατίας, πολιτισμικής ταυτότητας και Δυτικής υπεροχής. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου δεν υπήρξε απλώς μια συμβολική αναφορά στην Ιστορία της Αθήνας. Ο Ρούμπιο ανήγαγε ρητώς την Αρχαιοελληνική συνέχεια στην πολιτική «America First» του Ντόναλντ Τραμπ, προβάλλοντας ως θεμελιώδεις αξίες τον ηρωισμό, την τιμή, το καθήκον και την επιδίωξη της εθνικής ισχύος. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η αρχαία Ελλάδα επηρέασε τη διαμόρφωση του Δυτικού πολιτισμού, αλλά κατά πόσον η υπόμνησή της καθίσταται γόνιμο έδαφος εποικοδομητικής συνομιλίας με το παρελθόν ή μια επιλεκτική ιδιοποίησή της προς νομιμοποίηση σύγχρονων πολιτικών και συγκεκαλυμμένων έως ορατών γεωπολιτικών επιδιώξεων.

Ο συνειρμός παραπέμπει στην αντιπαραβολή των εθνικιστικών-ιμπεριαλιστικών ιαχών του Αμερικανού αξιωματούχου με τον λόγο που εκφώνησε προ δεκαετίας στον ίδιο βράχο της Ακροπόλεως ο Μπάρακ Ομπάμα, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε τονίσει ότι «οι αρχές πρέπει να κατοχυρώνονται με τους νόμους, να προστατεύονται από θεσμικά όργανα και να προωθούνται μέσω της συμμετοχής των πολιτών». Προφανώς ομιλούσε περί ελέγχου της εξουσίας από τους πολίτες, ύψιστο αξίωμα της δημοκρατίας, που σήμερα υπονομεύεται από κυβερνήσεις όπως αυτή του Τραμπ. Παρασάγγας απέχουν τα αφηγήματα της ρητορικής του Ρούμπιο από τις τότε καίριες επισημάνσεις του Ομπάμα: «Μέσα στις χιλιετίες κάποιοι είχαν μια διαφορετική έννοια της διακυβέρνησης που λέει ότι η δύναμη τα κάνει όλα σωστά ή ότι η ανεξέλεγκτη εξουσία μπορεί να περάσει μέσα από την κληρονομικότητα. Υπήρχε η πεποίθηση ότι ορισμένοι είναι ανώτεροι λόγω της φυλής ή της πίστης είτε της εθνικότητας, και αυτές οι πεποιθήσεις συχνά χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν την κατάκτηση, την εκμετάλλευση και τον πόλεμο». Προσθέτοντας ότι αυτά δεν μπορούν να είναι τα «Δυτικά ιδεώδη» και σίγουρα δεν είχαν σχέση με την Αθήνα του Περικλή. Όσον αφορά δε στην ανιστόρητη αναθεωρητική επινόηση περί «ενιαίας Δύσης» και «Δυτικού πολιτισμού» ως ομοιογενούς αυθύπαρκτης οντότητας, η ιστορικο-γεωγραφική, οικονομική και πολιτισμική της πραγματικότητα, ήτοι το αποτύπωμα της αρχαίας Ελλάδας, της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είχε ανέκαθεν στενούς δεσμούς με την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Ο Μέγας Αλέξανδρος, τον οποίο επικαλέστηκε ο Ρούμπιο, σεβάστηκε την Ανατολή και δεν απεργάστηκε τον αφανισμό της, όπως έπραξαν οι κατακτητές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εναντίον των ιθαγενών.

Η Πνύκα, μετωνυμία των συνελεύσεων των Αθηναίων πολιτών, ανακαλεί τη δημόσια διαβούλευση, την πολιτική συμμετοχή και την ευθύνη της εξουσίας απέναντι στην κοινότητα. Η παρακαταθήκη της Αθηναϊκής δημοκρατίας, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην ενασχόληση με τα της πόλεως και την υπεράσπιση της ισχύος της. Καταξιώνεται στην αντιπαράθεση επιχειρημάτων, την επίτευξη του κοινού καλού και τον διαρκή προβληματισμό για τα όρια της εξουσίας. Στην ομιλία του ο Ρούμπιο παρουσίασε την Αμερικανική πολιτική ως συνέχεια μιας ευρύτερης Δυτικής γενεαλογίας, όπου η Ελληνική αρχαιότητα συνάπτεται με το ανήσυχο πνεύμα της εξερεύνησης, της κατάκτησης νέων οριζόντων και της τεχνολογικής προόδου. Η αναφορά του στην Αμερικανική επιδίωξη υπεροχής ως προς την Τεχνητή Νοημοσύνη, την αμυντική βιομηχανία και τις στρατηγικές τεχνολογίες εντάσσει την ιστορική αφήγηση σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εθνικής ισχύος. Εμφανής η επιλεκτικότητα της πρόσληψης: προβάλλονται, κυρίως, οι κανόνες της φιλοδοξίας, της ισχύος και της εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης, ενώ υποχωρούν οι κριτικές διαστάσεις της Ελληνικής σκέψης. Ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, οι τραγικοί ποιητές και ο Θουκυδίδης δεν αποτελούν, απλώς,  μεγαλειώδη αρχέτυπα· θέτουν ερωτήματα για την αλαζονεία, την πολιτική τύφλωση και τις καταλυτικές επενέργειες της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Η εργαλειοποίηση, συνεπώς, δεν επαφίεται στη δημιουργική αξιοποίηση των ύψιστων Αρχαιοελληνικών μαθημάτων, αλλά έγκειται στην επιλογή των όρων που εξυπηρετούν μιαν προϋπάρχουσα πολιτική αφήγηση.

Η ιδεολογία MAGA αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα από τη μεταναστευτική, εμπορική και εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ. Οι περιορισμοί στην είσοδο αλλοδαπών επικαλούνται λόγους εθνικής ασφάλειας, ενώ η επιβολή δασμών παρουσιάζεται ως μέσο προστασίας της Αμερικανικής παραγωγής, ανασυγκρότησης των βιομηχανικών επιχειρήσεων και αντιμετώπισης των εμπορικών ανισορροπιών. Η θωράκιση των συνόρων και η προστασία των εργαζομένων προπαγανδίζονται ως θεμιτοί πολιτικοί στόχοι. Η λειτουργικότητα, όμως, των μέτρων πρέπει να εξετάζεται με συγκεκριμένα κριτήρια: την αναλογικότητα, τις οικονομικές επιπτώσεις, τις διεθνείς δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και την αποτελεσματικότητα που διακηρύσσουν. Οι δασμοί, επί παραδείγματι, μπορούν να ενισχύσουν ορισμένους εγχώριους παραγωγούς, αλλά συγχρόνως να αυξήσουν τις δαπάνες των εισαγωγών, προκαλώντας αντίμετρα από εμπορικούς εταίρους. Η πολιτική «America First» συνδέει, συνεπώς, την εθνική ταυτότητα με την οικονομική αυτάρκεια, τον έλεγχο των συνόρων και την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας. Η συσχέτισή της με την Αρχαία Ελλάδα προσδίδει στο πρόγραμμα ιστορικό βάθος και πολιτισμικό κύρος, χωρίς, ωστόσο, να αποδεικνύει την ορθότητα των επί μέρους επιλογών του. Η μεθόδευση της τελεολογίας δεν πιστοποιείται από την ιστορική καταγωγή που διατυμπανίζει μια κυβέρνηση, αλλά από την τελεσφόρηση των κοινωνικών πολιτικών της.

Το πλέον απαιτητικό και επισφαλές διακύβευμα της ρητορικής περί εθνικής ισχύος είναι, προφανώς, ο πόλεμος με το Ιράν. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Αμερικανικού Κογκρέσου, οι Αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις άρχισαν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Η Ουάσιγκτον υποσχέθηκε την εξουδετέρωση απειλών, την καταστροφή των Ιρανικών πυραυλικών συστημάτων και την αποτροπή της δυνητικής απόκτησης πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Η εκστρατεία, ωστόσο, ήλθε αντιμέτωπη με Ιρανικά αντίποινα, διαταραχές στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ και ευρύτερες περιφερειακές επιπτώσεις. Το Κογκρέσο κατέγραψε εκτιμώμενο κόστος 38 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις Αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έως την 1η Αυγούστου 2026. Η έκθεση, συγχρόνως, επισήμανε ελλείψεις στρατηγικών αποθεμάτων πυρομαχικών και προβλήματα στην αναπλήρωσή τους. Η κατάπαυση του πυρός και η μεταγενέστερη προσπάθεια διπλωματικής διευθέτησης δεν απέτρεψαν την επανέναρξη των εχθροπραξιών. Τα εν λόγω δεδομένα δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να κριθεί εάν η αρχική στρατιωτική επέμβαση ήταν αναγκαία ή δικαιολογημένη. Καθιστούν, εντούτοις, επιτακτική τη συνεξέταση μεταξύ στρατιωτικών μέσων και πολιτικών σκοπών. Η καταστροφή εχθρικών υποδομών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με βιώσιμη ειρήνη, ενώ η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται την πολιτική σταθερότητα. Η χρήση βίας οφείλει, επί πλέον, να αξιολογείται βάσει του διεθνούς δικαίου, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, καθώς και της προστασίας των αμάχων. Το πρόταγμα της εθνικής ασφάλειας δεν υποκαθιστά την τεκμηρίωση ούτε απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία από την υπεύθυνη στάθμιση των αποφάσεών της.

Τα νυν εν εξελίξει γεγονότα και ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων, κατά τον Θουκυδίδη (Ιστορία, Ε΄, 84–116), δύνανται να ερμηνευθούν υπό το ιστορικό και φιλοσοφικό πρίσμα της παραλληλίας τους. Το 416/415 π.Χ., η Αθήνα απαίτησε την υποταγή της ουδέτερης Μήλου. Οι Αθηναίοι απέρριψαν τις εκκλήσεις των Μηλίων για δικαιοσύνη και  ανεξαρτησία, προβάλλοντας τη λογική ότι, όταν οι δυνάμεις είναι άνισες, οι ισχυροί επιβάλλουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν σε όσα τους επιβάλλει η ανάγκη. Η κατάληξη υπήρξε τραγική: μετά την κατάληψη της Μήλου, οι Αθηναίοι εκτέλεσαν τους ενήλικες άνδρες και υποδούλωσαν τα γυναικόπαιδα. Το επεισόδιο μαρτυρεί με δραματική ενάργεια τη μετατροπή της ηγεμονικής ισχύος σε αξίωση απεριόριστης επιβολής. Η αναλογία με τη σύγχρονη Αμερική δεν πρέπει να οδηγήσει, βεβαίως, σε ιστορικές εξισώσεις. Η αξία της εναπόκειται στην ανάδειξη ενός διαχρονικού πολιτικού ανακλαστικού: όταν μια δύναμη θεωρεί ότι η υπεροχή της αρκεί για να νομιμοποιήσει τις αποφάσεις της, κινδυνεύει να υποτιμήσει τα όρια της στρατηγικής της και τις αναπόδραστες προεκτάσεις των πράξεών της. Η ιστορική εξέλιξη της Αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία κατέρρευσε το 404 π.Χ., δεν εξηγείται αποκλειστικά από την υπόθεση της Μήλου. Η μοίρα, όμως, της Αθήνας υπενθυμίζει ότι ισχύς άνευ σωφροσύνης μπορεί να εκτραπεί σε στρατηγική υπερεπέκταση και πολιτική αυτοϋπονόμευση. Η νεώτερη έννοια της «παγίδας του Θουκυδίδη», που αφορά στον κίνδυνο πολέμου μεταξύ ανερχόμενης και καθεστηκυίας δύναμης, πρέπει να διακρίνεται από την ευρύτερη ερμηνεία των κινδύνων της ηγεμονικής υπεροψίας. Εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται η αιχμή του δόρατος τής εκ των πραγμάτων αποτίμησης. Εάν η Αρχαία Ελλάδα επιστρατεύεται για να αιτιολογήσει τους μεγαλεπήβολους στόχους της Αμερικανικής ισχύος, προσδίδοντάς της ιστορικό άλλοθι, τότε αυτούσια η Ελληνική Ιστορία προσπορίζει τα εργαλεία για την κριτική της. Ο Θουκυδίδης δεν εξισώνει τη δύναμη με το δίκαιο ούτε προσλαμβάνει την επιτυχία ως αυταπόδεικτη δικαίωση της πολιτικής. Αναδεικνύει, αντιθέτως, τη σύγκρουση επηρμένου συμφέροντος, δικαιοσύνης και πολιτικής κρίσης.

Η ομιλία του Ρούμπιο στην Πνύκα καθιστά εμφανή την αναγωγή της Αθηναϊκής πολιτείας στο δόγμα «America First», νομιμοποιώντας την ιδιοτελή πρακτική των κυβερνητικών επιλογών, από τη μεταναστευτική και εμπορική πολιτική έως τη στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν. Το ζητούμενο δεν είναι η εκ των προτέρων απόρριψη της εθνικής ασφάλειας ή της στρατιωτικής ισχύος, αλλά η αξιολόγησή τους, που εδράζεται στην αποτελεσματικότητα, την αναλογικότητα, τη νομιμότητα και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους. Η Πνύκα, άλλωστε, δεν προσφέρει σε καμία σύγχρονη κυβέρνηση πιστοποιητικό δημοκρατικής νομιμοποίησης. Απεναντίας, πυροδοτεί την επιταγή δημόσιας κριτικής και απαρέγκλιτης λογοδοσίας. Η οφειλόμενη τιμή προς την αρχαία Ελλάδα δεν επιβάλλει τη σκόπιμη εξύμνηση του μεγαλείου της για την κινητοποίηση μηχανισμών και εφαρμογή υποχθόνιων σχεδίων, αλλά την έλλογη αξιοποίηση των πνευματικών της επιτευγμάτων. Η Πνύκα υπενθυμίζει στη σημερινή Αμερική όχι μόνο τις καταβολές ενός δημοκρατικού ιδεώδους, αλλά και την προειδοποίηση του Ελληνικού παραδείγματος ότι η ισχύς, όταν αποδεσμεύεται από την αρετή του μέτρου, διαπράττοντας ύβρη υπέρβασης των ορίων, ενδέχεται να καταστεί αιτία παταγώδους αποτυχίας και αυτοκαταστροφικής παθογένειας.