Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μια πληροφορία κυκλοφορεί σε μια παρέα. Κάποιος κατηγορείται για κάτι. Τα μηνύματα πολλαπλασιάζονται, οι απόψεις γίνονται βεβαιότητες και η οργή αποκτά κοινό. Κάπου ανάμεσα στις συνομιλίες και στην επιδοκιμασία της ομάδας, μια κατηγορία μπορεί να μετατραπεί σε ετυμηγορία. Και η ετυμηγορία σε απαίτηση τιμωρίας. Χωρίς αποδείξεις, χωρίς διαδικασία, χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης.

Η υπόθεση του ξυλοδαρμού ενός 16χρονου στα Λατσιά δεν αναδεικνύει μόνο τη σοβαρότητα της νεανικής βίας. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, πριν από την επίθεση είχε δημιουργηθεί ομάδα στο Instagram, ενώ είχαν διατυπωθεί ισχυρισμοί για προηγούμενη βίαιη συμπεριφορά. Οι συνθήκες του περιστατικού και οι ευθύνες των εμπλεκομένων παραμένουν υπό διερεύνηση. Δεν γνωρίζουμε αν και σε ποιον βαθμό οι διαδικτυακές συνομιλίες συνδέονται με όσα ακολούθησαν. Το περιστατικό, ωστόσο, αποτελεί αφορμή για να εξετάσουμε μια επικίνδυνη αντίληψη: ότι μια παρέα μπορεί να αναλαμβάνει τον ρόλο του δικαστή και του τιμωρού.

Ένα άτυπο λαϊκό δικαστήριο, με δικούς του κανόνες, όπου η δημοφιλία εκλαμβάνεται ως εξουσία, η συμφωνία ως απόδειξη και η εκδίκηση ως δικαιοσύνη.

Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιούργησαν την αυτοδικία. Μπορούν, όμως, να της προσφέρουν ταχύτητα, ακροατήριο και επιδοκιμασία. Μια φήμη αναπαράγεται πριν ελεγχθεί, η αγανάκτηση ενισχύεται από τις αντιδράσεις των άλλων και, μέσα στη δυναμική της ομάδας, η ατομική κρίση μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στην ανάγκη αποδοχής. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ότι κάποιοι επιλέγουν τη βία. Είναι ότι ενδέχεται να τη θεωρούν δικαιολογημένη επειδή πιστεύουν πως υπηρετούν έναν δίκαιο σκοπό.

Αν ένας άνθρωπος έχει πράγματι ασκήσει βία, η πράξη του πρέπει να διερευνηθεί, το θύμα να προστατευθεί και οι αρμόδιοι θεσμοί να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Κανένας, όμως, δεν αποκτά το δικαίωμα να γίνει ταυτόχρονα κατήγορος, δικαστής και τιμωρός. Η προστασία ενός ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με τον ξυλοδαρμό ενός άλλου.

Κάπου εδώ αρχίζει μια συζήτηση πολύ πιο δύσκολη από την καταδίκη του περιστατικού.

Τα παιδιά μπορεί να συγκροτούν τα δικά τους άτυπα δικαστήρια, αλλά οι αντιλήψεις με τις οποίες δικάζουν δεν διαμορφώνονται στο κενό. Επηρεάζονται από τα πρότυπά τους, από τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες αντιμετωπίζουν μια διαφωνία, διαχειρίζονται τον θυμό και μιλούν για όσους θεωρούν ότι τους αδίκησαν. Από όσα επιβραβεύονται μέσα στο σπίτι και από όσα αφήνονται χωρίς συζήτηση ή συνέπειες. Ας αναλογιστούμε, άλλωστε, πόσο εύκολα και εμείς οι ενήλικες καταδικάζουμε δημόσια ανθρώπους, συχνά χωρίς να γνωρίζουμε όλα τα γεγονότα. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από τα παιδιά ψυχραιμία και σεβασμό όταν το παράδειγμα που τους δίνουμε είναι διαφορετικό.

Πόσα παιδιά μεγαλώνουν σήμερα με ουσιαστική καθοδήγηση και πόσα στον αυτόματο πιλότο, με μια κινητή συσκευή να καλύπτει τα κενά της ανθρώπινης παρουσίας;

Η τεχνολογία μπορεί να ενημερώσει, να ψυχαγωγήσει και να εκπαιδεύσει. Δεν μπορεί, όμως, από μόνη της να υποκαταστήσει τη σχέση μέσα από την οποία ένα παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει το λάθος του, να σέβεται τα όρια και να αντιλαμβάνεται ότι οι πράξεις του επηρεάζουν άλλους ανθρώπους. Η πρόσβαση στην πληροφορία δεν συνεπάγεται την καλλιέργεια της κρίσης. Και όταν η ανθρώπινη καθοδήγηση απουσιάζει, το κενό δεν παραμένει απαραίτητα κενό. Μπορεί να καλυφθεί από μια παρέα, έναν διαδικτυακό δημιουργό περιεχομένου ή μια ψηφιακή κοινότητα που προσφέρει αποδοχή με αντάλλαγμα τη συμμόρφωση στους δικούς της κανόνες.

Η ευθύνη των γονέων δεν σημαίνει ότι μπορούν να ελέγχουν κάθε κίνηση των παιδιών τους ούτε ότι ευθύνονται αυτομάτως για κάθε λανθασμένη επιλογή τους.

Σημαίνει, όμως, ότι η διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην κάλυψη των υλικών αναγκών και στην εξασφάλιση μιας καλής εκπαίδευσης. Χρειάζεται παρουσία, συζήτηση, όρια και το θάρρος να πει ένας γονιός στο παιδί του ότι έκανε λάθος, ακόμη κι όταν αυτό είναι δύσκολο. Η αγάπη δεν αποδεικνύεται με τη διαρκή δικαιολόγηση. Εκφράζεται και μέσα από την καλλιέργεια της υπευθυνότητας.

Οφείλουμε, βέβαια, να αναγνωρίσουμε ότι η ουσιαστική παρουσία δεν είναι πάντοτε εύκολη. Υπάρχουν οικογένειες που προσπαθούν να ανταποκριθούν σε εξαντλητικά ωράρια, οικονομικές πιέσεις και καθημερινές υποχρεώσεις, χωρίς επαρκή υποστήριξη. Η συζήτηση για τη γονική ευθύνη δεν μπορεί να αγνοεί αυτές τις συνθήκες ούτε να μετατρέπεται σε μια εύκολη καταδίκη των γονέων. Αν θέλουμε να απαιτούμε περισσότερη παρουσία και καθοδήγηση, οφείλουμε να δημιουργούμε και τις προϋποθέσεις που τις καθιστούν εφικτές.

Γι’ αυτό και η πρόληψη δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική υπόθεση της οικογένειας.

Χρειαζόμαστε μια πιο ουσιαστική προσέγγιση στην εκπαίδευση. Όχι ακόμη μία περιστασιακή διάλεξη για τους κινδύνους του διαδικτύου, αλλά συστηματική καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της ενσυναίσθησης και της διαχείρισης συγκρούσεων. Μέσα από βιωματικές δραστηριότητες και πραγματικά σενάρια, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να ξεχωρίζουν μια κατηγορία από ένα αποδεδειγμένο γεγονός, την υπεράσπιση ενός θύματος από την εκδίκηση και την αποδοχή της παρέας από την προσωπική ευθύνη.

Εξίσου σημαντικό είναι να γνωρίζουν πώς να αντιδρούν όταν βλέπουν κάποιον να κινδυνεύει. Πού μπορούν να απευθυνθούν, πώς να ζητήσουν βοήθεια χωρίς να θέσουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο και γιατί η διαδικτυακή επιδοκιμασία μιας βίαιης συμπεριφοράς δεν είναι μια αθώα επιλογή. Τα σχολεία χρειάζονται σαφείς και αξιόπιστους μηχανισμούς αναφοράς περιστατικών, ώστε τα παιδιά να αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν και ότι κάποιος θα τα ακούσει.

Παράλληλα, οι γονείς χρειάζονται ουσιαστική στήριξη στην ψηφιακή διαπαιδαγώγηση.

Όχι μόνο οδηγίες για τον χρόνο μπροστά στην οθόνη, αλλά εργαλεία για να συζητούν με τα παιδιά τους για τις διαδικτυακές σχέσεις, την πίεση της ομάδας, τις απειλές και τα όρια. Η συνεργασία σχολείων, οικογενειών, ειδικών και οργανώσεων νέων μπορεί να προσφέρει στα παιδιά περισσότερους χώρους ουσιαστικής επικοινωνίας, συμμετοχής και ανάπτυξης δεξιοτήτων ζωής. Χρειάζεται επίσης να στηρίξουμε τις οικογένειες με προσβάσιμες συμβουλευτικές υπηρεσίες και δράσεις γονεϊκής εκπαίδευσης, πριν μια δυσκολία εξελιχθεί σε κρίση.

Η απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερες απαγορεύσεις ή αυστηρότερες ποινές. Οι συνέπειες είναι αναγκαίες όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Αλλά η πρόληψη απαιτεί κάτι περισσότερο: να κατανοούν τα παιδιά γιατί υπάρχουν αυτοί οι κανόνες και να μπορούν να τους σέβονται ακόμη κι όταν κανείς δεν τα παρακολουθεί.

Η υπόθεση στα Λατσιά πρέπει να διερευνηθεί πλήρως, με σεβασμό στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων και ιδιαίτερη μέριμνα για τους ανηλίκους. Οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν εκεί όπου αποδεικνύονται. Όταν, όμως, η είδηση ξεχαστεί, θα παραμένει ένα ερώτημα που αφορά πολύ περισσότερους από όσους εμπλέκονται στο συγκεκριμένο περιστατικό.

Ποιος διαπαιδαγωγεί τελικά τα παιδιά μας;

Δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε τι βλέπουν στις οθόνες τους. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι βλέπουν σε εμάς. Πώς μας ακούν να μιλάμε για τους άλλους, πώς μας βλέπουν να διαχειριζόμαστε τον θυμό μας, πώς αντιδρούμε όταν κάποιος μας αδικεί και τι κάνουμε όταν οι ίδιοι κάνουμε λάθος. Γιατί τα παιδιά δεν διαμορφώνουν τις αξίες τους μόνο από όσα τους λέμε. Τις διαμορφώνουν και από όσα ζουν.

Πριν αναρωτηθούμε, λοιπόν, ποιος τους έδωσε το δικαίωμα να δικάζουν και να τιμωρούν, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε ποιος ανέλαβε πραγματικά να τους διδάξει τι σημαίνει δικαιοσύνη, σεβασμός και προσωπική ευθύνη.

Η διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο. Γιατί όταν εμείς παραιτούμαστε από τον ρόλο μας, δεν σημαίνει ότι τα παιδιά σταματούν να μαθαίνουν. Σημαίνει ότι μαθαίνουν από κάποιον άλλον.