«Η καταδίκη ψυχολόγου για σεξουαλική εκμετάλλευση ανήλικης θεραπευόμενης που απασχολεί τα δικαστήρια και την κοινωνία, δεν είναι απλώς μια νομική υπόθεση, είναι μια βαθιά πληγή στον ιστό εμπιστοσύνης που συνέχει κάθε θεραπευτική σχέση, αλλά και μια αφορμή για να μιλήσουμε ανοιχτά για κάτι που συχνά παραμένει στη σιωπή», ανέφερε σε δήλωση του στον «Φ» ο ψυχολόγος ψυχοθεραπευτής Παναγιώτης Προεστός, κληθείς να σχολιάσει πρόσφατη καταδικαστική απόφαση Κακουργιοδικείου η οποία έκρινε ένοχο ψυχολόγο για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης θεραπευόμενης του. Η απόφαση στηρίχθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων, αλλά και της ίδιας της παραπονούμενης που κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μαθήτρια λυκείου. Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε έναντι της παραπονούμενης, προχώρησε σε σεξουαλική πράξη μαζί της. Ο δικηγόρος του αγόρευσε για μετριασμό της ποινής του η οποία θα ανακοινωθεί τις επόμενες μέρες.

Τον αποτροπιασμό της εκφράζει με δήλωση της στην εφημερίδα μας για το ίδιο θέμα και η ψυχαναλύτρια δρ Αγγελική Γιασεμίδου. «Δυστυχώς – τόνισε – δεν μπορώ να πω ότι τα γεγονότα με σοκάρουν και ίσως αυτό να είναι το πιο θλιβερό στοιχείο της υπόθεσης. Εκείνο που με εκπλήσσει με ένα παράδοξα θετικό τρόπο, είναι ότι η υπόθεση αυτή ήρθε στο φως και ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη». Σε τοποθέτησή της εξάλλου για την ίδια υπόθεση η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεύτρια Φωτεινή (Φώφη) Ipsmiller Δημητρίου μας είπε ότι «οι θεραπευτές είναι υποχρεωμένοι να προστατεύουν τα συμφέροντα και την ευημερία των ασθενών τους και να διατηρούν σαφή επαγγελματικά όρια» προσθέτοντας ότι «η σεξουαλική παρενόχληση θεραπευομένων από θεραπευτές τους είναι από τις πιο σοβαρές παραβιάσεις της επαγγελματικής δεοντολογίας».

Ένας χώρος που οφείλει να είναι ιερός
«Το θεραπευτικό πλαίσιο είναι ένας χώρος που οφείλει να είναι ιερός» μας είπε ο Παναγιώτης Προεστός που είναι ψυχολόγος- ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής ομάδας και εργάζεται ιδιωτικά στη Λευκωσία. «Ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος – πρόσθεσε – δεν συναντώνται σε μια κοινή, συμμετρική σχέση. Ο θεραπευόμενος και ιδιαίτερα ο ανήλικος έρχεται στο θεραπευτικό δωμάτιο φέρνοντας μαζί του ό,τι πιο ευάλωτο έχει: τα τραύματά του, τις αμφιβολίες του, την ανάγκη του να γίνει κατανοητός. Δίνει εμπιστοσύνη και αυτό ακριβώς τον καθιστά ευάλωτο. Το θεραπευτικό πλαίσιο, οι κανόνες, τα όρια, η εμπιστευτικότητα, δεν είναι γραφειοκρατικές επινοήσεις. Είναι η δομή που επιτρέπει στον θεραπευόμενο να νιώσει ασφάλεια, να εκφραστεί, να επεξεργαστεί και να επουλώσει τραύματα. Χωρίς αυτά τα όρια, ο θεραπευτικός χώρος καταρρέει και μαζί του καταρρέει κάθε δυνατότητα θεραπείας. Θεματοφύλακας του πλαισίου είναι ο ίδιος ο θεραπευτής. Ο κώδικας δεοντολογίας που δεσμεύει κάθε επαγγελματία ψυχικής υγείας, είναι απόλυτα σαφής: δεν επιτρέπεται να εκμεταλλεύεται τις επαγγελματικές του σχέσεις με οποιοδήποτε άτομο για σεξουαλικά οφέλη, ούτε να εμπλέκεται ή να ανέχεται οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης, είτε με σχόλια, υπονοούμενα ή σωματική επαφή σεξουαλικού τύπου».
Η σημασία του φύλου και η δυναμική της εξουσίας
Αναφερόμενος στη πτυχή της υπόθεσης που αφορά τη σημασία του φύλου και τη δυναμική της εξουσίας, ο Π. Προεστός επεσήμανε ότι «στην παρούσα υπόθεση ο θεραπευτής είναι άνδρας και η θεραπευόμενη ανήλικη κοπέλα και αυτή η διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί». Συνέχισε προσθέτοντας τα εξής: «Η εκμετάλλευση μιας νεαρής κοπέλας από άνδρα θεραπευτή λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο που υπό φυσιολογικές συνθήκες, της εγγυόταν ασφάλεια. Αυτό την καθιστά πράξη βαθιάς προδοσίας. Η θεραπευτική σχέση εμπεριέχει εξ ορισμού μια ανισορροπία εξουσίας: ο θεραπευτής κατέχει γνώση, εξουσία ερμηνείας και συναισθηματική επιρροή. Ο θεραπευόμενος βρίσκεται σε θέση αναζήτησης βοήθειας. Όταν αυτή η δυναμική συνδυαστεί με έναν νεαρό, θηλυκό θεραπευόμενο που αναπτύσσει, όπως είναι φυσιολογικό, συναισθήματα μεταβίβασης προς έναν άνδρα θεραπευτή, ο κίνδυνος εκμετάλλευσης πολλαπλασιάζεται. Η μεταβίβαση, δηλαδή η ασυνείδητη προβολή συναισθημάτων, αναγκών και σχέσεων από το παρελθόν προς τον θεραπευτή, είναι φυσιολογικό φαινόμενο. Ο θεραπευτής έχει καθήκον να το αναγνωρίσει, να το κατανοήσει και να το χρησιμοποιήσει θεραπευτικά. Ποτέ όμως να το εκμεταλλευτεί. Η εποπτεία και η προσωπική θεραπεία του θεραπευτή δεν είναι προαιρετικές πολυτέλειες, αλλά είναι οι μηχανισμοί που τον βοηθούν να αναγνωρίζει τις δικές του ανεπεξέργαστες ανάγκες, πριν αυτές βρουν διέξοδο μέσα από τον θεραπευόμενο. Ένας θεραπευτής που δεν έχει ψυχοθεραπευτικά δουλέψει τον εαυτό του, παραμένει τυφλός στα δικά του σκοτεινά σημεία και αυτή η τύφλωση μπορεί να κοστίσει ακριβά σε αυτούς που εμπιστεύονται την ευαλωτότητά τους μαζί του. Η προσωπική θεραπεία και η τακτική εποπτεία δεν είναι δείγμα αδυναμίας, είναι η ελάχιστη δεοντολογική υποχρέωση κάθε επαγγελματία που κρατά στα χέρια του τη ψυχή άλλου ανθρώπου».
Το θάρρος της κοπέλας και το καθήκον της κοινωνίας
«Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στη στάση αυτής της κοπέλας που αξίζει να αναγνωριστεί δημόσια και με σεβασμό» μας είπε ο Παναγιώτης Προεστός και πρόσθεσε: «Τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα όταν αυτή συμβαίνει μέσα σε σχέση εμπιστοσύνης, συχνά φέρουν ένα συναίσθημα που δεν τους ανήκει: τη ντροπή. Ντρέπονται για κάτι που τους έγινε, όχι για κάτι που έπραξαν. Αυτή η στρέβλωση είναι μέρος του τραύματος και συχνά είναι αυτή που επιβάλλει τη σιωπή. Η σιωπή, όμως, δεν προστατεύει. Αντίθετα δίνει χώρο στη βία να συνεχίζεται πάνω στο ίδιο θύμα και πάνω σε άλλα που θα ακολουθήσουν. Αυτή η νεαρή κοπέλα επέλεξε διαφορετικά. Αντιστάθηκε στη ντροπή που δεν της ανήκε. Άντεξε την αποκάλυψη, την έρευνα, τη δημοσιότητα. Και μίλησε. Με αυτή της την πράξη, δεν προστάτευσε μόνο τον εαυτό της, προστάτευσε κι άλλες. Αυτό είναι θάρρος και το ελάχιστο οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε».
Όπως υπογράμμισε ο κ. Προεστός «υπάρχουν τρία πράγματα που μπορούμε να κάνουμε απέναντι σε τέτοιες υποθέσεις:
>Πρώτον, να μην εξομαλύνουμε. Δεν πρόκειται για «σχέση που ξέφυγε» ή για «αδυναμία». Πρόκειται για εγκληματική εκμετάλλευση ευάλωτου ανθρώπου από επαγγελματία θέσης εμπιστοσύνης.
>Δεύτερον, να στηρίξουμε όσους μιλούν. Κάθε θύμα που αποφασίζει να καταγγείλει χρειάζεται να νιώσει ότι το περιβάλλον του θα το πιστέψει και θα το στηρίξει, όχι να αμφισβητηθεί ή να κατηγορηθεί.
>Τρίτον, να διεκδικήσουμε αυστηρότερους μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας στα επαγγέλματα ψυχικής υγείας. Η αδειοδότηση, η εποπτεία και η εφαρμογή δεοντολογικού κώδικα δεν αρκεί να παραμένουν τυπικές διαδικασίες. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι ένας από τους πιο θεραπευτικούς χώρους που έχει δημιουργήσει ο άνθρωπος. Γι αυτό η εκμετάλλευσή της είναι από τις πιο επώδυνες προδοσίες. Και γι’ αυτό ακριβώς, η λογοδοσία δεν είναι προαιρετική».

Η κατάχρηση εμπιστοσύνης και η ανάγκη για λογοδοσία
«Ο ψυχολόγος που καταδικάστηκε για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης θεραπευόμενης του, παραβίασε όχι μόνο τον νόμο, αλλά και τις πιο θεμελιώδεις αρχές της θεραπευτικής δεοντολογίας» τόνισε στον «Φ» η μοναδική στην Κύπρο Γιουνγκιανή ψυχαναλύτρια δρ Αγγελική Γιασεμίδου (εγγεγραμμένη στο «International Association for Analytical Psychology»). Πρόσθεσε ότι «η θεραπευτική σχέση είναι μια ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης. Ο άνθρωπος που ζητά βοήθεια συχνά βρίσκεται σε κατάσταση ευαλωτότητας, και εκθέτει πτυχές του εαυτού του που δεν έχει μοιραστεί με κανέναν άλλον. Γι’ αυτό και η κατάχρηση αυτής της σχέσης δεν αποτελεί απλώς επαγγελματικό παράπτωμα, αλλά βαθιά ηθική παραβίαση». Συνέχισε αναφέροντας τα εξής: «Με συγκλόνισε ιδιαίτερα η αναφορά ότι η νεαρή γυναίκα «τον έβλεπε ως σωτήρα της και τον θαύμαζε». Όσοι εργαζόμαστε στον χώρο της ψυχικής υγείας και ιδιαίτερα στον τομέα της ψυχανάλυσης, γνωρίζουμε ότι δεν είναι ασυνήθιστο ένας/μία θεραπευόμενος/η να προβάλλει στον/στην θεραπευτή/τρια εικόνες σοφίας, δύναμης, ασφάλειας ή ακόμη και σωτηρίας. Αυτές οι δυναμικές αποτελούν μέρος της θεραπευτικής διαδικασίας. Η ευθύνη του θεραπευτή είναι να τις αναγνωρίζει, να τις κατανοεί και να μην τις συγχέει ποτέ με την προσωπική του αξία ή ταυτότητα. Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για κάθε θεραπευτή/τρια είναι να πιστέψει τις προβολές που δέχεται. Να πιστέψει ότι είναι πράγματι ο/η σωτήρας. Όταν συμβαίνει αυτό, η εξουσία που εμπεριέχει η θεραπευτική σχέση παύει να υπηρετεί τον θεραπευόμενο και αρχίζει να υπηρετεί τις ανάγκες του ίδιου του θεραπευτή. Και τότε τα όρια διαβρώνονται.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία της εκπαίδευσης, της προσωπικής θεραπείας και της εποπτείας. Πρόκειται για θεμελιώδεις πυλώνες της ασφαλούς άσκησης αυτού του επαγγέλματος, οι οποίοι, δυστυχώς δεν ρυθμίζονται επαρκώς από το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο στην Κύπρο. Η συνεχής εποπτεία, η υποχρεωτική προσωπική θεραπευτική εργασία, και η διαρκής επαγγελματική ανάπτυξη δεν θα έπρεπε να θεωρούνται προαιρετικές επιλογές ή προσωπική ευθύνη του κάθε επαγγελματία ψυχολόγου, ψυχοθεραπευτή ή ψυχαναλυτή, αλλά ουσιαστικές δικλίδες προστασίας τόσο για τους θεραπευόμενους, όσο και για τους ίδιους τους θεραπευτές.
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει επίσης την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία. Η σιωπή δεν προστατεύει το κύρος ενός επαγγέλματος, αντίθετα, το υπονομεύει. Μόνο όταν οι παραβιάσεις αναγνωρίζονται, καταγγέλλονται και τιμωρούνται μπορεί να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού. Σε μια κοινωνία όπου η ατιμωρησία αποτελεί διαχρονικά ένα από τα βαθύτερα συλλογικά τραύματα, η απόδοση δικαιοσύνης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των ευάλωτων και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς».
Όταν ακούγεται η φωνή του τραύματος
Η δρ Αγγελική Γιασεμίδου έβαλε επίσης στη συζήτηση την οπτική του φύλου. «Η υπόθεση αυτή – τόνισε – μας υπενθυμίζει τη σημασία του να μιλούν οι γυναίκες για τέτοιες εμπειρίες και την ευθύνη της κοινωνίας να δημιουργήσει χώρο για να ακουστούν. Οι γυναίκες διαχρονικά κουβαλούν το βάρος της ντροπής, της αμφιβολίας, της αυτοενοχοποίησης και του φόβου ότι δεν θα γίνουν πιστευτές. Αυτό δεν αφορά ένα «γυναικείο παράπονο» ή ταύτιση με τον ρόλο του θύματος από μια γυναίκα. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο, την αποτυχία μιας κοινωνίας να ακούσει εγκαίρως. Όταν γυναίκες μιλούν για εμπειρίες παραβίασης, εκμετάλλευσης και κατάχρησης εξουσίας, η συλλογική αντίδραση συχνά είναι ειρωνεία, αμφισβήτηση, ή κόπωση. Και παρότι τέτοιες εμπειρίες αφορούν δυσανάλογα συχνότερα τις γυναίκες, δεν είναι αποκλειστικά γυναικείο ζήτημα. Η κατάχρηση εξουσίας και η εκμετάλλευση της ευαλωτότητας συμβαίνουν και σε άνδρες, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία όταν είναι ακόμη αγόρια, οι οποίοι συχνά αντιμετωπίζουν τα δικά τους εμπόδια στο να μιλήσουν και να γίνουν πιστευτοί. Και αυτό υποδεικνύει μια βαθιά κοινωνική παθολογία: την τάση να προστατεύεται η εξουσία περισσότερο από την ευαλωτότητα, να αμφισβητείται εκείνος που μιλά και να διατηρείται η σιωπή γύρω από εκείνον που κατέχει κύρος και δύναμη. Η σιωπή δεν γεννιέται τυχαία, αλλά καλλιεργείται μέσα σε πολιτισμούς που προστατεύουν την εξουσία περισσότερο από την αλήθεια. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος βρίσκει το θάρρος να μιλήσει και συναντά απέναντί του ανθρώπους πρόθυμους να ακούσουν χωρίς προκατάληψη, χωρίς χλεύη και χωρίς αμφισβήτηση της αξιοπρέπειάς του, δημιουργείται μια μικρή ρωγμή στο σύστημα. Ίσως η συλλογική θεραπεία της κοινωνίας μας να αρχίζει ακριβώς από εκεί: όταν η αλήθεια γίνεται πιο σημαντική από την προστασία της εξουσίας και όταν η φωνή του τραύματος βρίσκει επιτέλους χώρο να ακουστεί».
Δεν είναι…αγάπη, ούτε…φροντίδα
«Οι κατευθυντήριες γραμμές δεοντολογίας των ψυχοθεραπευτικών επαγγελματικών Συνδέσμων απαγορεύουν ρητά τη σεξουαλική επαφή μεταξύ θεραπευτών και ασθενών» επεσήμανε η προσωπική ψυχοθεραπεύτρια Φωτεινή (Φώφη) Ipsmiller Δημητρίου πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης και Εκπαίδευσης του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών.
«Ο σεβασμός και η τήρηση των επαγγελματικών ορίων – πρόσθεσε – δεν είναι μόνο επαγγελματικό καθήκον, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση για ασφαλή και αποτελεσματική ψυχοθεραπεία. Η σεξουαλική υπέρβαση δεν είναι ούτε έκφραση αγάπης, ούτε θεραπευτικής φροντίδας, αλλά κατάχρηση εμπιστοσύνης, εξουσίας και ευθύνης. Επομένως η διατήρηση αυτών των ορίων χρησιμεύει για την προστασία των ασθενών και της ακεραιότητας ολόκληρου του επαγγέλματος.
Το ερώτημα αν θα ήταν καλύτερο να επιλέξει κανείς μια θεραπεύτρια αντί για έναν θεραπευτή είναι, ωστόσο, από ηθική άποψη αρκετά αμφίρροπο και αμφισβητήσιμο. Διότι δεν είναι όλοι οι άνδρες, ούτε όλες οι γυναίκες, υποσυνείδητα «καλοί» ή «κακοί». Είναι λοιπόν άδικο να προτιμάται το ένα φύλο έναντι του άλλου. Αυτό που όμως μπορεί σίγουρα να δοθεί ως συμβουλή σε όσους βρίσκονται σε αναζήτηση, είναι να είναι προσεκτικοί και να μην ντρέπονται να ζητήσουν συμβουλή και να αναφέρουν τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά του θεραπευτή ή της θεραπεύτριάς τους σε κάποιο κοντινό τους άτομο ή στην Αστυνομία ή σε αρμόδιο επαγγελματικό Σύνδεσμο όπως ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Ψυχοθεραπευτών (τηλ. 70000357) ή o Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου (τηλ.70001260).