Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, παρά το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο, εξασφάλισε ουσιοεξαρτώμενος που ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα απεξάρτησης της «Αγίας Σκέπης», καθώς το Εφετείο ανέστειλε το υπόλοιπο των ποινών φυλάκισής του για τρία χρόνια, κρίνοντας ότι η έμπρακτη αλλαγή στη ζωή του δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μια απλή υποσημείωση, αλλά ως ουσιαστικό βήμα προς την κοινωνική επανένταξη.
Η υπόθεση άρχισε όταν ο εφεσείων παραδέχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου έξι από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπιζε, οι οποίες αφορούσαν μεταξύ άλλων διαρρήξεις κατοικιών κατά τη διάρκεια της νύχτας, κλοπές, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων και κακόβουλη ζημιά, αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Οκτώβριο του 2024. Ενόψει της παραδοχής, ο Γενικός Εισαγγελέας διέκοψε τη δίωξη για τις υπόλοιπες τέσσερις κατηγορίες.
Κατά τη διαδικασία επιμέτρησης της ποινής, τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου με προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα, αλλά και επιστολές από τη Συμβουλευτική Επιτροπή του Νόμου 41(Ι)/2016 περί Θεραπείας Κατηγορουμένων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτώμενων, καθώς και από την ίδια τη θεραπευτική κοινότητα «Αγία Σκέπη». Στις εκθέσεις αυτές τονιζόταν ότι ο εφεσείων υπήρξε συνεπής, ολοκλήρωσε επιτυχώς όλες τις φάσεις του προγράμματος απεξάρτησης και αποτελεί πλέον ένα υγιές και λειτουργικό άτομο που παλεύει για τη φροντίδα του εαυτού του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης της έξαρσης παρόμοιων εγκλημάτων, επιβάλλοντας στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των τριών ετών. Παράλληλα, παρότι αναγνώρισε τους μετριαστικούς παράγοντες και την άμεση παραδοχή του, αποφάσισε ότι η ποινή έπρεπε να είναι άμεσα εκτελεστή, απορρίπτοντας το αίτημα για αναστολή.
Με την καταχώρηση της έφεσης, ο συνήγορος του εφεσείοντα υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής, παραγνωρίζοντας το πνεύμα του σχετικού νόμου και τη σημασία της επιτυχούς απεξάρτησης, ενώ δεν συνυπολόγισε ορθά τον χρόνο που ο κατηγορούμενος πέρασε στην κλειστή κοινότητα.
Πρωτοφανής και καθοριστική υπήρξε η στάση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία συμφώνησε ότι ο εφεσείων απέδειξε έμπρακτα την αλλαγή του τρόπου ζωής του και δήλωσε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν θα υποστηρίξει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης στο σημείο αυτό, τονίζοντας ότι ο νόμος στοχεύει ακριβώς στην επιβράβευση και αποθεραπεία ατόμων που παρανόμησαν λόγω της έλξης τους στα ναρκωτικά.
Το Εφετείο, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του ότι επεμβαίνει σε ποινές μόνο εφόσον διαπιστώνεται έκδηλη υπερβολή, ανεπάρκεια ή σφάλμα αρχής, έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε τους επιβαρυντικούς παράγοντες και το ποινικό μητρώο, απορρίπτοντας τους λόγους έφεσης ως προς το ύψος και το είδος της ποινής. Ωστόσο, το Εφετείο εντόπισε σοβαρό σφάλμα στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο προσέγγισε την προσπάθεια απεξάρτησης του κατηγορουμένου. Ενώ υπήρχαν ενώπιόν του σαφείς μαρτυρίες και εκθέσεις για την επίπονη και επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος στην «Αγία Σκέπη», το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε σε μια τυπική αναφορά και αποδυνάμωσε τη σημασία της, κρίνοντας λανθασμένα ότι οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι ο νομοθέτης καθιέρωσε ειδική διαδικασία θεραπείας για να δίνεται η ευκαιρία σε ουσιοεξαρτημένους παραβάτες να επανενταχθούν στην κοινωνία. Κρίνοντας ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα λειτουργήσει ευεργετικά προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσης του εφεσείοντα και αποτελεί την επωφελέστερη λύση τόσο για τον ίδιο όσο και για το κοινωνικό σύνολο, το Εφετείο αποφάσισε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια πρωτογενώς. Ως εκ τούτου, έκανε δεκτή την έφεση στο συγκεκριμένο σκέλος και διέταξε την αναστολή του υπόλοιπου των ποινών φυλάκισης για περίοδο τριών ετών από την ημέρα έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.